Political Pedia  >   Πολιτική Ιστορία

Ανώτατοι Άρχοντες, εισαγωγή

Την 6 Δεκεμβρίου 1920 επιστρέφει στην Ελλάδα ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’, μετά το υπέρ αυτού αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 21 Νοεμβρίου 1920.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ξεσπά Επανάσταση, σε Χίο και Λέσβο, από τα στρατεύματα που είχαν διαφύγει από τη Μ. Ασία. Αρχηγοί οι συνταγματάρχες Ν. Πλαστήρας και Στ. Γονατάς και ο αντιπλοίαρχος Δ. Φωκάς. Στην επανάσταση προσχωρεί και ο στόλος, υπό τον αντιναύαρχο Αλ. Χατζηκυριάκο. Απαιτούν: παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’ υπέρ του Διαδόχου, άμεση διάλυση της Εθνοσυνέλευσης, σχηματισμό κυβέρνησης που να εμπνέει εμπιστοσύνη στη «Αντάντ» και ενίσχυση του θρακικού μετώπου.

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ εγκαταλείπει θρόνο και Ελλάδα μαζί με μέλη της βασιλικής οικογένειας και ο Γεώργιος Β’ ανεβαίνει στον ελληνικό θρόνο. Διάδοχός του ορίζεται ο αδελφός του Παύλος. Στις εκλογές της 12 Δεκεμβρίου 1923 πλειοψηφεί το «Κόμμα των Φιλελευθέρων» υπό τον Ελ. Βενιζέλο. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β’, η βασίλισσα και ο διάδοχος Παύλος εγκαταλείπουν την Ελλάδα και ο ναύαρχος Π. Κουντουριώτης ορίζεται, πάλι, Αντιβασιλέας.

Την 25 Μαρτίου 1923 ανακηρύσσεται επίσημα το πολίτευμα της Προεδρευόμενης Δημοκρατίας, μετά από ψήφισμα που κατέθεσε στη Βουλή ο Αλ. Παπαναστασίου. Η δυναστεία των Γλύξμπουργκ κηρύσσεται έκπτωτη. Ο ναύαρχος Π. Κουντουριώτης εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, που ψηφίστηκε την 3 Ιουνίου 1927 ορίζει για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται δια μίαν πενταετίαν υπό της Βουλής και της Γερουσίας, συνερχομένων εις κοινήν συνεδρίαν, παρόντων τουλάχιστον των τριών πέμπτων και με απόλυτον πλειοψηφίαν του συνόλου των μελών αυτών.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκαλεί προς τούτο τας Βουλάς κατά το τελευταίον τρίμηνον της προεδρίας του, άλλως αύται συνέρχονται αυτοδικαίως την εικοστήν ημέραν προ της λήξεως της πενταετίας. Μη επιτευχθείσης απολύτου πλειοψηφίας επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία. Εάν και μετά την δευτέραν ψηφοφορίαν δεν επιτευχθή η εκλογή ως ανωτέρω, ενεργείται νέα ψηφοφορία μεταξύ των λαβόντων τας περισσοτέρας ψήφους κατά την δευτέραν ψηφοφορίαν, οπότε ο πλειοψηφήσας εκλέγεται Πρόεδρος» (άρθρο 67) «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει και παύει τον Πρόεδρον του Υπουργικού Συμβουλίου, επί τη προτάσει δε αυτού του λοιπούς Υπουργούς» (άρθρο 71)
«Ουδεμία πράξις του Προέδρου της Δημοκρατίας ισχύει ουδέ εκτελείται, αν δεν είναι προσυπογεγραμμένη από τον αρμόδιον Υπουργόν, ο οποίος δια μόνης της υπογραφής του καθίσταται υπεύθυνος» (άρθρο 72 εδ. α’) «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν φέρει καμμίαν πολιτικήν ευθύνην δια πράξις εκτελεσθείσας κατά την εξάσκησιν των καθηκόντων του. Ευθύνεται μόνον, αν καταστή ένοχος εσχάτης προδοσίας, παραβιάσεως εκ προθέσεως του Συντάγματος ή των Ποινικών Νόμων, δικάζεται δε υπό της Γερουσίας, συγκροτουμένης εις ειδικόν δικαστήριον» (άρθρο 73).

«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκαλεί παρ’ εαυτώ το Υπουργικόν Συμβούλιον, οσάκις κρίνει τούτο αναγκαίον, ότε προεδρεύει αυτού» (άρθρο 74) «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο ανώτατος λειτουργός του Κράτους, άρχει των κατά ξηράν και θάλασσαν δυνάμεων, τας οποίας όμως ουδέποτε δύναται να διοικήση» (άρθρο 81 εδ. α’). Το πολίτευμα αυτό διατηρήθηκε μέχρι το 1935. Την 10 Οκτωβρίου 1935 ο Γ. Κονδύλης ανατρέπει την νόμιμη κυβέρνηση, κηρύσσει δικτατορία, καταργεί το Σύνταγμα του 1927, επαναφέρει σε ισχύ το Σύνταγμα του 1864/1911 και αναλαμβάνει Αντιβασιλέας. Την 3 Νοεμβρίου 1935 διενεργείται από την δικτατορική κυβέρνηση Γ. Κονδύλη δημοψήφισμα για την επικύρωση της μορφής του πολιτεύματος ως Βασιλευομένη Δημοκρατία.

Υπέρ της «Βασιλευομένης Δημοκρατίας» τάσσεται το 97,87% (!!) των ψηφοφόρων. Την 25 Νοεμβρίου 1935 ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ των Γλύξμπουγκ επανέρχεται στην Ελλάδα και τον θρόνο του. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τη γερμανική κατοχή και το σχηματισμό της Κυβέρνησης της Απελευθέρωσης υπό τον Γ. Παπανδρέου αρχίζει μια περίοδος Πολιτειακής Εκκρεμότητας, που λήγει με την επιστροφή του βασιλιά Γεωργίου Β’ την 28 Σεπτεμβρίου, ύστερα από την υπέρ αυτού έκβαση του δημοψηφίσματος της 1 Σεπτεμβρίου 1946. Εν τω μεταξύ, από 31.12.1944 ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός είχε αναλάβει Αντιβασιλέας.

Το Σύνταγμα του 1952, που ψηφίστηκε την 21 Δεκεμβρίου 1951, διατηρεί τον βασιλιά ως ανώτατο άρχοντα και μεταφέρει αυτούσιες τις διατάξεις του Συντάγματος 1864 /1911, που αφορούν τον ανώτατο άρχοντα.
Το πρώτο «σύνταγμα» της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών, το 1968, προβλέπει κληρονομικό ανώτατο άρχοντα, Βασιλιά. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β’ βρισκόταν στο εξωτερικό, μετά το αποτυχημένο κίνημα της 13 Δεκεμβρίου 1967, γι’ αυτό η «χούντα» διορίζει Αντιβασιλέα, τον Γ. Ζωιτάκη.

Στο δεύτερο «σύνταγμα» της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών, το 1973, προβλέπεται αιρετός, Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με άμεση εκλογή του από το λαό, οκταετή θητεία και πρωτοφανείς εξουσίες. Προβλέπεται ακόμη και θέση Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.

Τα «συντάγματα» αυτά ποτέ δεν ίσχυσαν ολόκληρα και «διαγράφηκαν» μετά την πτώση της «χούντας», το 1974.
Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (24 Ιουλίου 1974) επαναφέρεται σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952, εκτός των διατάξεων που αφορούν στη μορφή του πολιτεύματος, που θα κριθεί με δημοψήφισμα. Την 8 Δεκεμβρίου 1974 διενεργείται δημοψήφισμα για τον καθορισμό της μορφής του πολιτεύματος.

Υπέρ της «Αβασίλευτης Δημοκρατίας» τάσσεται το 69,18% των ψηφοφόρων. Μέχρι την εκλογή του Προσωρινού Προέδρου της Δημοκρατίας (18 Δεκεμβρίου 1974 – Μιχ. Στασινόπουλος) διατηρείται ο «χουντικός Πρόεδρος της Δημοκρατίας».

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>