Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Ενωτικό Εργατικό Κέντρο

Η μείωση του κόστους παραγωγής και η συνακόλουθη συμπίεση των εργατικών αμοιβών εξυπηρετούσε μεν την αύξηση των κερδών, αλλά ο φόβος για μια γενικευμένη εργατική αντίδραση ωθούσε τις κυρίαρχες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις σε πιο αποτελεσματικές μεθόδους καταστολής. Ο λόγος του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, Ι. Δροσόπουλου, προς τους μετόχους του ιδρύματος το 1932, αποτυπώνει την πραγματικότητα:

«Παρά την κατά το παρελθόν έτος σημειωθείσαν επίτασιν της γενικής οικονομικής κρίσεως ήτις και εν τη ημετέρα χώρα εξεδηλώθη εντονώτερον, απ’ ό,τι κατά το προηγούμενον έτος, αι εργασίαι της Τραπέζης εξηκολούθησαν σταθερώς αναπτυσσόμεναι».

Οι άνεργοι, όμως, διπλασιάστηκαν συγκριτικά με το προηγούμενο διάστημα, μέχρι το 1930. Και οι αριθμοί για την κρατική καταστολή την εξαετία 1928-1934 είναι αποκαλυπτικοί:
Δολοφονίες 37
Συλλήψεις 16775
Καταδίκες 2825
Χρόνια φυλακής 2824
Χρόνια εξορίας 1320
Ουλαμός Καλπακίου 174
Εξορίες 250

Την 15 Φεβρουαρίου 1933, μετά την προεκλογική συγκέντρωση του Ενιαίου Μετώπου Εργατών – Αγροτών, εργάτες συγκεντρώθηκαν στο Ενωτικό Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, στη γωνία των οδών Βενιζέλου και Ιουστινιανού απέναντι ακριβώς από την είσοδο του Καραβάν Σεράι. Η αστυνομία περικυκλώνει το κτίριο και καλεί τους εργάτες που βρίσκονταν μέσα να το εκκενώσουν. Μέσα στον πανικό που δημιούργησαν οι πυροβολισμοί των χωροφυλάκων, οκτώ εργάτες πέθαναν από ασφυξία στη στενή σκάλα του κτιρίου, σύμφωνα με το επίσημο πόρισμα της νεκροψίας, ή, κατ’ άλλους, από πυρά αστυνομικών. Τα οκτώ θύματα ήταν:

1. Γούναρης Παναγιώτης, γραμματέας του Σωματείου Οικοδόμων
2. Εσκενάζη Μορδώχ, καπνεργάτης (16 ετών)
3. Ιωακειμίδης Ιωακείμ, οικοδόμος
4. Καραμανλής Θεόδωρος, σιδηρουργός
5. Μπούρδας Θεόδωρος, ανθρακοπώλης
6. Παζολίδης Αχιλλέας, υποδηματεργάτης
7. Παζολίδης Χρήστος
8. Τραζίδης (ή Τράτσης), εργάτης (19 ετών)

Με το πόρισμα της νεκροψίας διαφώνησαν ο γιατρός-εκπρόσωπος της Εργατικής Βοήθειας Μαν. Σιγανός και ο νομικός εκπρόσωπός της Ηλ. Κεφαλίδης. Γι’ αυτή τους διαφωνίας απειλήθηκαν με εξορία.
Τα Μακεδονικά Νέα της 16 Φεβρουαρίου 1933 περιγράφουν το γεγονός:

«… Στα γραφεία του Κέντρου στις 6 το απόγευμα εισήλθον είς χωροφύλαξ Ασφαλείας με πολιτικά και είς της χωροφυλακής. Οι ευρισκόμενοι στα γραφεία αντέδρασαν με κραυγές, “Έξω οι χαφιέδες. Χτυπάτε τους”. Τους έριξαν καθίσματα και άλλα έπιπλα… Το κτίριο περικυκλώθηκε από αστυνομικούς ενώ μονάδα της έφιππης χωροφυλακής διέλυσε στην οδό Βενιζέλου ομάδες διαδηλωτών. Έπεσαν και αθρόοι πυροβολισμοί. Οι έγκλειστοι αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το κτίριο και αξίωσαν να έρθει εισαγγελέας για να λυθεί η “πολιορκία”.

Χωροφύλακες και στρατιώτες όρμησαν στις σκάλες και άρχισαν να τις απελευθερώνουν από τα έπιπλα που είχαν σωρεύσει οι “πολιορκημένοι”. Επακολούθησαν σκηνές φρίκης. Μια ομάδα εργατών και εργατριών σφηνώθηκαν στις σκάλες.

“Απελευθερώθηκαν” τελικά 11 εργάτες. Οι 6 νεκροί, οι 5 σε αφασία μεταφέρθηκαν στο Δημοτικό Νοσοκομείο. Συνελήφθησαν 80».
Την επομένη 17 Φεβρουαρίου 1933 ο Σωτ. Γκοταζμάνης, υπουργός Πρόνοιας και Αντιλήψεως μέχρι τον Ιανουάριο 1933 (μετείχε και στην κατοχική quisling κυβέρνηση Κων. Λογοθετόπουλου ως υπουργός Οικονομικών) υποστήριξε ότι:

«επρόκειτο περί εσκεμμένης ανθρωποκτονίας από το οργανωμένο Κράτος, υπό τα όμματα των αρχών, εναντίον αόπλων πολιτών».
Τα αιματηρά γεγονότα κατήγγειλαν σωματεία και οργανώσεις της πόλης, ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων.

Την 18 Φεβρουαρίου 1933 απαγορεύτηκε να δημοσιεύουν ειδήσεις για τα γεγονότα της 15 Φεβρουαρίου και τις ανακρίσεις που διεξάγονταν γι’ αυτά. Όμως την επομένη 19 Φεβρουαρίου διαβάζουμε στα Μακεδονικά Νέα δήλωση του Γ. Κονδύλη:

«… Κατάπληκτος επληροφορήθην ότι κανείς λόγος δεν επέβαλε την αστυνομικήν επέμβασιν ήτις είχε θλιβερά αποτελέσματα […] Δεν πιστεύω να ευρεθεί κανείς άνθρωπος εις την Ελλάδα να δικαιολογήσει αυτάς τα βιαιότητας».
Η επίθεση στο Ενωτικό Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης της 15 Φεβρουαρίου 1933 θεωρήθηκε προοίμιο γι’ αυτό που θα γινόταν το Μάη του 1936.

Μετάβαση σε: Επόμενη >>