Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Τζορτζ Πολκ

«”Ομολόγησα” ακόμη ότι τον Πολκ τον παρακολούθησα από κοντά, απ’ τη στιγμή της άφιξής του στη Θεσσαλονίκη και είχα γίνει κατά έναν τρόπο η σκιά του. Τι ήταν ο Πολκ και πως έμοιαζε, μου τα υπέβαλε, κατά τον τρόπο του, ο Τσώνος. Μου έλεγε: ήταν ψηλός, είχε πλαστική μύτη και φορούσε σακάκι χωρίς γιακά.

Ούτε και τότε, ούτε και τώρα, πιστεύω, μπορώ να κάνω διάκριση μεταξύ μιας πλαστικής και μη πλαστικής μύτης. Άλλωστε η Έλεν Μάμας μου γνώρισε τρεις, μέσα στο μισοφωτισμένο σαλόνι του “Μεντιτερανέ”. Πού να ήξερα ποιος απ’ τους τρεις ήταν ο Πολκ; Την όλη περιγραφή του μου την έκανε αριστοτεχνικά ο Τσώνος.

Όταν ύστερα από μερικές ημέρες μπόρεσα κάπως να σταθώ στα πόδια μου, ζήτησε πάλιν να με δει ο υποδιοικητής της Γενικής Ασφαλείας, υπομοίραρχος Γιώργος Τσώνος. Για να με τονώσει, μου προσέφερε ένα ούζο. Του απάντησα ότι ποτά δεν πίνω. Δεν επέμενε. Το ήπιε ο ίδιος. Πολύ φιλικά (ο Μουσχουντής πηγαινοήρχετο στην Αθήνα) μου έλεγε ότι δεν έπρεπε να φοβάμαι διόλου, απ’ τις “αποκαλύψεις” μου, ότι είχα την Ασφάλεια πίσω μου και κατέληγε με το ρεφραίν: “Αν πάθουν 9 εκατομμύρια Έλληνες τίποτε, θα πάθεις κι εσύ…”. Επίσης μου έλεγε, το είχε πει ο Μουσχουντής και στη μητέρα μου, ότι θα με έστελναν στην Αργεντινή, όπου θα περνούσα ζωή χαρισάμενη […]

Αυτά όλα τα επανέλαβα και στον ανακριτή Κομοτούρο και στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών Μουστάκη, όταν με το γραμματέα τους, Βλάχος νομίζω πως λέγονταν, ένα αγνό και τίμιο άνθρωπο, για τον οποίο θα μιλήσω παρακάτω, είχαν έρθει στην Ασφάλεια να πάρουν την κατάθεσή μου, παρουσία πάντα του Μουσχουντή και του Τσώνου. Πρέπει να σημειώσω ότι από τις 14 Αυγούστου, οπότε ύπουλα με παρέσυραν στην Ασφάλεια, μέχρι της ημέρας της δίκης, δε βγήκα ούτε μια στιγμή από κει. Κομοτούρος, Μουστάκης και Βλάχος ήρχοντο και έπαιρναν τις “καταθέσεις” μου, παρουσία πάντα του Μουσχουντή και του Τσώνου.

Ήσαν Έλληνες δικαστικοί αυτοί, με πείρα στα ζητήματα του κλάδου τους και γνώσεις, υποθέτω, ψυχολογίας; Αφήνω ότι πριν τους έβλεπα σχεδόν κάθε μέρα. Τώρα είχαν ένα ράκος απέναντί τους. Δεν μπορούσαν να σκεφθούν ότι τα καταπληκτικά πράγματα, που ανέφερα, δεν ήταν παρά παραμύθι, αντίθετα προς την κατεύθυνση, στην οποία εστρέφοντο οι δικές τους ανακρίσεις; Δεν έβλεπαν ότι για να υπογράψω αυτά που κατέθετα (ο Τσώνος όταν παρίστατο φώναζε: εξετάζεσαι ως μάρτυς) που θα με οδηγούσαν στο απόσπασμα, αν ήσαν αληθινά, σήκωνε το χέρι μου ο Μουστάκης και περνούσε το στυλό στα δάκτυλά μου, γιατί δεν είχα δύναμη να το πιάσω […]

Ενώ όμως, η υπόθεση είχε μπει στο δρόμο, όπως την είχαν σχεδιάσει οι σκευωροί, έσκασε μια βόμβα. Δεν ήταν η πρώτη. Οι δικαστικοί θέλησαν να έχουν επιβεβαίωση της συνάντησής μου με τον Πολκ στην Αθήνα, από τη Γενική Ασφάλεια και το Τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών. Οι δυο αυτές υπηρεσίες απήντησαν ότι “κατά το επίμαχον διάστημα, ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζωρτζ Πολκ ευρίσκετο εις την Κωνσταντινούπολιν”… Ακολούθησαν νέοι ξυλοδαρμοί και γρονθοκοπήματα από εκείνους ακριβώς, που μου είχαν υπαγορεύσει το παραμύθι της συνάντησης στο ζαχαροπλαστείο “Ζαβορίτη”.

Πώς αντέδρασαν οι δικαστικοί, στην επίσημη αυτή διάψευση -αν αντέδρασαν- μιας ολόκληρης κατάθεσης, όπου, απ’ ό,τι θυμάμαι, επανελάμβανα με το νι και με το σίγμα, όπως μου την είχαν υπαγορεύσει οι “προανακριταί” μια μακρά μας “συνομιλία” με τον Πολκ;».

Με βάση αυτές τις ομολογίες του Γρ. Στακτόπουλου απαγγέλθηκε η κατηγορία:
«… συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν μετά των Άννης χήρας Ιωάννου Στακτοπούλου, Αδάμ Μουζενίδη, Ευαγγέλου Βασβανά και άλλων 1) εκ προμελέτης απεφασίσατε και εσκεμμένως εξετελέσατε ανθρωποκτονίαν κατά του Γεωργίου Πολκ πλήξαντες αυτόν εξ απολύτου επαφής δια του όπερ εφέρατε πλήρους πυρίτιδος και σφαιρών πυροβόλου όπλου κατά την μεσότητα της ινιακής χώρας, εξ ού τραύματος μόνης ενεργού αιτίας επήλθεν ο θάνατος αυτού, 2) κατείχατε παρανόμως πολεμικόν όπλον, ήτοι περίστροφον…, 3) εφέρατε παρανόμως και άνευ αδείας της αρμοδίας αρχής απηγορευμένον όπλον… και 4) εκάματε τούτου χρήσιν κατά την εκτέλεσιν της ως άνω πράξεως του φόνου».

Την 17 Μαρτίου 1949 ο καθηγητής Μόργκαν του πανεπιστημίου του Χάρβαντ έστειλε στην Επιτροπή Λίπμαν τα σχόλιά του για τις ομολογίες Στακτόπουλου:

«Δεν υπάρχει σ’ αυτές τις ομολογίες τίποτε που να δείχνει αν πρόκειται για ρέουσα αφήγηση ή όχι, αν οι ανακριτές ήσαν φιλικοί ή εχθρικοί προς τον μάρτυρα, αν προσπάθησαν να του αποσπάσουν λεπτομερειακές δηλώσεις που θα μπορούσαν έπειτα να τις υποβάλλουν σε ανεξάρτητη βάσανο κι έλεγχο.

Στην πρώτη ομολογία υπάρχουν μερικές βάρκες στο “Λουξεμβούργο” καθώς έφτασε ο “Άγιος Νικόλαος”. Στη δεύτερη βάρκες δεν υπάρχουν. Γιατί αυτή η αλλαγή στην κατάθεση; Μήπως γιατί επρόκειτο για λεπτομέρεια που θα μπορούσε να ελεγχτή;

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>