Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Τζορτζ Πολκ

Το αμερικανικό πολιτικο-στρατιωτικό κατεστημένο αποφάσισε να ρίξει όλο του το βάρος στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, με αποκλειστικό στόχο την με κάθε θυσία νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων. Αυτή η νίκη θ’ αποτελούσε την πρώτη επίδειξη δύναμης των ΗΠΑ στο μεταπολεμικό κόσμο και σαφή προειδοποίηση προς το κομμουνιστικό στρατόπεδο για την τύχη που θα το περίμενε αν συνέχιζε την υπόσκαψη στο χώρο της αμερικανικής ευθύνης.

Αντίθετα ο Πολκ επεδίωκε την προώθηση μιας ειρηνικής διευθέτησης του ελληνικού προβλήματος, αντίστοιχη με αυτή που προσδοκούσαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα οι κυβερνήσεις της Αυστραλίας και του Καναδά.

Αλλά και το αντίπαλο σοβιετικό στρατόπεδο επικέντρωνε, για διαφορετικούς λόγους, την προσοχή του πάνω στις ελληνικές εξελίξεις, έτσι που η Ελλάδα έμπαινε στο στόχαστρο της παγκόσμιας προσοχής. Η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων εκτυλισσόταν στην Ελλάδα διαμέσου των ανθρώπων τους, του Αμερικανού συνταγματάρχη Σμιθ και των συνεργατών του ή του Σοβιετικού ανταποκριτή του TASS στην Αθήνα Λ. Βελιτσάνσκι, στην πραγματικότητα αξιωματικού της KGB.

Αφού η παγκόσμια προσοχή είχε επικεντρωθεί στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, εδώ ήταν και το πιο πρόσφορο σημείο από την άποψη των αποτελεσμάτων του ψυχολογικού πολέμου, να δοθεί ένα υποδειγματικό, παραδειγματικό και προειδοποιητικό χτύπημα προς τον δημοσιογραφικό κόσμο, εκείνον τουλάχιστον που αρνείτο ν’ ακολουθήσει τη νέα αμερικανική παγκόσμια πολιτική του ψυχρού πολέμου απέναντι στη Σοβιετική Ένωση.

Η δολοφονία του Πολκ σηματοδοτεί, αναμφίβολα, την απαρχή της ήττας των φιλελεύθερων φωνών στην αμερικανική κοινωνία και συμπίπτει με την άνοδο της ψυχροπολεμικής ατμόσφαιρας στη διεθνή σκηνή όσο και στο εσωτερικό των ΗΠΑ με τη λειτουργία της επιτροπής αντιαμερικανικών ενεργειών. Μιας νέας σκοτεινής ατμόσφαιρας που επισημαίνεται τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στη Μόσχα.

Η εκτέλεση του Αμερικανού δημοσιογράφου συμπίπτει ακόμα με το ξεδίπλωμα της αμερικανικής πολιτικής στα Βαλκάνια, με επίκεντρο τη Βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, καθώς επίσης τη Βουλγαρία και την Αλβανία.

Η πολιτική των ΗΠΑ στα Βαλκάνια συνδεόταν άμεσα με τη στρατιωτική νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων εναντίον των ανταρτών, μια πολιτική που φαίνεται να συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας, ίσως με διαφορετική τακτική, αλλά την ίδια βάση εκκίνησης, τη Βόρεια Ελλάδα».

Και τώρα ο Γρηγόρης Στακτόπουλος. Για τη γνωριμία του με το θύμα οι πληροφορίες δεν είναι ξεκάθαρες. Κάποιες θέλουν να γνώρισε τον Πολκ από την Έλεν Μάμας. Η ίδια η Μάμας το αρνείται. Η Μάμας γνώριζε επαγγελματικά τον Στακτόπουλο αφού ο τελευταίος ήταν ανταποκριτής του Ρόιτερ. Άλλες θέλουν τον Στακτόπουλο να συνομιλεί με το θύμα για πέντε λεπτά.

Η γνωριμία του Στακτόπουλου με τον Πολκ, με όποιο τρόπο κι αν έγινε, τον έκανε, κάτω από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, τον υπ’ αριθμόν 1 ύποπτο, ώστε να δοθεί τέλος στο κυνήγι του δολοφόνου.
Στις έρευνες για την ανακάλυψη του ενόχου ή των ενόχων οι ελληνικές αρχές δεν συντονίζονταν. Οι ανακριτικές αρχές της Θεσσαλονίκης κινήθηκαν με αφαιρετική διαδικασία για να αποδοθούν ευθύνες στον Στακτόπουλο. Οι ανακριτικές αρχές της Αθήνας άρχισαν μια τελείως διαφορετική έρευνα.

Στην Αθήνα έγινε έρευνα στο σπίτι που διέμενε ο Πολκ και ανήκε στον πεθερό του Ματθαίο Κοκκώνη. Εκεί διαπιστώθηκε ότι είχαν κλαπεί έγγραφα από το προσωπικό αρχείο του θύματος. Ήταν μέρος της αλληλογραφίας του με το CBS. Από τη στιγμή αυτή ξεκινάει μια σειρά υποθέσεων για το περιεχόμενο των χαμένων εγγράφων ή φακέλων. Με αυτά τα δεδομένα θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι κύκλοι των Αθηνών, σε συνεργασία με τον στρατηγό Ντόνοβαν δεν ήθελαν να μαθευτεί κάτι που θα ενέπλεκε στη δολοφονία πρόσωπα της εξουσίας. Έγινε προσπάθεια να ενοχοποιηθεί ο Κ. Χατζηαργύρης. Αυτό, όμως, δεν πέτυχε.

Στο πέρασμα του χρόνου διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις και η κάθε μία έριχνε την ευθύνη σε άλλη πλευρά. Κατηγορήθηκαν ΗΠΑ, Αγγλία, Ελλάδα, κράτη της Μέσης Ανατολής, ΕΣΣΔ. Όταν κατηγορείται, όμως, ένα κράτος δεν μπορούν να αποδοθούν ευθύνες. Στην ουσία ενοχοποιείται η εξουσία. Αλλά αυτό δεν βόλευε κανέναν. Κυρίως δεν ικανοποιούσε της ΗΠΑ, που ήθελαν να δείξουν έναν ένοχο στην αμερικανική κοινή γνώμη. Ο Ντόνοβαν είχε σαφείς εντολές από CIA και Στέιτ Ντιπάρτμεντ να βρεθεί ο ένοχος που να εξυπηρετεί την κατάσταση.

Η αναζήτηση του προσώπου που θα έπαιζε το ρόλο του ενόχου πέρασε από πολλά στάδια. Πάρθηκαν μονομερείς καταθέσεις, αγνοήθηκαν σημαντικές μαρτυρίες και σταθμίστηκαν οι υποστηρικτές των υπόπτων. Ας δούμε μερικές περιπτώσεις:

Περίπτωση πρώτη. Ο Κ. Χατζηαργύρης έμεινε έξω από τη σκευωρία της ενοχής για δύο λόγους:

♦ Ήταν ανταποκριτής της αμερικανικής εφημερίδας Κρίστιαν Σάιενς Μόνιτορ και είχε ισχυρούς φίλους στον αμερικανικό δημοσιογραφικό κόσμο.
♦ Η μητέρα του ήταν παντρεμένη με τον Θεμ. Σοφούλη. Αυτή η συγγένεια του έδινε ασφάλεια.
Περίπτωση δεύτερη. Η Έλεν Μάμας ως αμερικανή δημοσιογράφος είχε δικούς της προστάτες.
♦ Η αινιγματική ανταποκρίτρια γνώριζε τον Πολκ από την Αθήνα. Και παρά τις αρνήσεις της τον συνέστησε σε άλλους ξένους δημοσιογράφους και στον Στακτόπουλο, στο μπαρ του ξενοδοχείου Μενιτεράνιαν.
♦ Όταν εξαφανίστηκε ο Πολκ, η Μάμας δεν τηλεγράφησε την είδηση στο Πρακτορείο της, όπως έκαναν οι άλλοι δημοσιογράφοι.
♦ Όταν η εξαφάνιση κοινολογήθηκε, ο Στακτόπουλος επισκέφθηκε την Μάμας στο ξενοδοχείο της και της ζήτησε πληροφορίες για τον Πολκ κατά σύστασιν του Διευθυντού Ασφαλείας κ. Μουσχουντή.
♦ Υπήρχε η κατάθεση του Μάτσαν, συμφωνα με την οποία η Μάμας ήξερε ότι ο Πολκ συναντήθηκε με τον Άγγλο πράκτορα Ρ. Κόουτ και τον ρώτησε αν έχει διάμεσα πρόσωπα για φτάσει στο Αρχηγείο των ανταρτών.
♦ Και το σπουδαιότερο: μετά την κατ’ αντιπαράσταση με τον Στακτόπουλο εξέτασή της του έστειλε την ακόλουθη επιστολή:

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>