Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Τζορτζ Πολκ

«Είναι πράγματι βαθιά συγκλονιστική η ως τώρα άγνωστη “εσωτερική πλευρά” της πασίγνωστης κατά τα άλλα υπόθεσης Πολκ.

Συνήγορος στην (χρονικά, αλλά δυστυχώς όχι και ουσιαστικά) τελευταία δικαστική φάση του θέματος, είχα την ευκαιρία να αναδιφήσω φακέλους, δικογραφίες, απόρρητα ως τότε κείμενα, πειστήρια πάσης φύσεως. Και είχα κυρίως την τύχη, με την αδρή συνδρομή καλών φίλων, να περιέλθουν σε μένα τα στοιχεία εκείνα που ανέτρεπαν εκ βαθέων την επίσημη εκδοχή για το μόνο αντικειμενικό δεδομένο της δίκης Στακτόπουλου, τον φάκελο προς το Γ’ αστυνομικό τμήμα.

Η υπόθεση Πολκ είναι ακόμη και θα παραμείνει άχρι καιρού, ανοιχτή υπόθεση. Και ανοιχτή πληγή για την ελληνική Δικαιοσύνη. Δεν μπορεί να κλείσει χωρίς την δικαστική δικαίωση του συγγραφέα αυτού του μαρτυρολογίου. Ο Γρηγόρης Στακτόπουλος είναι το δεύτερο (μετά τον Αμερικανό δημοσιογράφο) αλλά λόγω συνθηκών το τραγικότερο θύμα του δράματος. Καταδικασμένος σε αργό θάνατο, αντίθετα προς τον ξένο συνάδελφό του που υπέστη τον ακαριαίο, (προσωπικά πιστεύω, ότι ο κύκλος των δραστών είναι κοινός) πορεύτηκε σιωπηλά τον φρικτό Γολγοθά του.

Άσχετα προς το καθήκον της δικαστικής εξουσίας, η οποία εμφανίζεται υπερήμερη στην επιτέλεσή του, η υπόθεση αυτή ανήκει από καιρό στη δικαιοδοσία της ιστορίας. Και η κρίση αυτή υπήρξε βοερά αθωωτική για το Στακτόπουλο.

Η υπόθεση όμως τούτη ενδιαφέρει τη συνείδηση του Έθνους. Και ενδιαφέρει την ίδια τη Δικαιοσύνη ως λειτουργία.
Η καταδίκη του 1949, αποκορύφωμα μιας μαζικής συγκάλυψης της αλήθειας, άφησε αναπάντητα πελώρια ερωτηματικά. Ακόμα και οι αστυνομικές αρχές συντήρησαν την αμφιβολία, αφού την επομένη της καταδίκης δήλωναν ότι οι ανακρίσεις για τη δολοφονία θα συνεχιστούν!

Ολόκληρη η εκδοχή της ενοχής θεμελιώθηκε κατά βάση στο δικονομικά επισφαλέστερο μέσο απόδειξης, την ομολογία. Στην περίπτωσή μας υπήρξαν 4 “ομολογίες”, αλληλοαναιρούμενες και προσαρμοζόμενες κάθε φορά στα καινούργια δεδομένα που τις διέψευδαν. Οι “ομολογίες” υπήρξαν προϊόν ανακρίσεων τρίτου βαθμού και εκτιμήθηκαν από τους ίδιους τους Αμερικανούς (έκθεση καθηγητή Μόργκαν) ότι πλάθουν μια φανταστική ιστορία της δολοφονίας.

Είναι ιστορικά γνωστό ότι η Κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε θέσει χρονικούς περιορισμούς για την ανεύρεση και σύλληψη κάποιου “ενόχου” με απειλή τη διακοπή της “βοήθειας”. Η απροσχημάτιστη ανάμιξη του Γενικού Προξένου των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη, σ’ όλα τα στάδια της διαδικασίας, όπως ανάγλυφα εικονίζεται στα προσιτά σήμερα στον ερευνητή κείμενα του προς τον τότε υπουργό Εξωτερικών τον στρατηγό Μάρσαλ, συνιστά ωμή παραβίαση της ανεξαρτησίας της ελληνικής δικαιοσύνης.

Εισαγγελεύς και Πρόεδρος του Αρείου Πάγου θεωρούν ασθενή τα στοιχεία, ενώ ο συνήθως πρόθυμος Εισαγγελεύς Εφετών Θεσσαλονίκης στις 16.2.49 γνωστοποιεί ότι “κατέχεται από φόβο σχετικώς με την ικανότητα της κατηγορούσης αρχής να εξασφαλίση μίαν καταδίκην”. Εισαγγελεύς και ξένος Πρόξενος ρυθμίζουν τα εσωτερικά της Δικαιοσύνης στη Θεσσαλονίκη, ενώ ο πρώτος και ο υπουργός Β. Ελλάδος δηλώνουν ότι θα επιμεληθούν “κατάλληλοι δικαστές να δικάσουν την υπόθεση”.

Αυτό σημαίνει πως η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών είχε εντελώς καταλυθεί και την πορεία και το αποτέλεσμα της δίκης όριζαν εξωδικαστικοί και εξωελληνικοί παράγοντες.

Το μοναδικό αντικειμενικό στοιχείο πέρα από τις αλληλογρονθοκοπούμενες και διαβλητές “ομολογίες” στη δίκη εκείνη είναι, ως γνωστόν, ο φάκελος εντός του οποίου ταχυδρομήθηκε στο Γ’ αστυνομικό τμήμα Θεσσαλονίκης η ταυτότητα του Πολκ. Η γραφή του φακέλου αποδόθηκε στην τραγική Άννα Στακτοπούλου.

Ο φάκελος χρησιμοποιήθηκε από τους σκευωρούς ως ο από μηχανής Θεός για να τους βγάλει από το αδιέξοδο. Η σημασία του πειστηρίου αυτού είναι μοναδική και ανάλογα εκτιμήθηκε τότε στο κακουργιοδικείο. “Ιδού Κύριοι οι γερανοί του Ιβύκου”, είχε επισημάνει στην αγόρευσή του ο Εισαγγελέας της έδρας. Ανάλογη άποψη είχε ο Εισαγγελέας των Εφετών, νωρίτερα στο στάδιο της προδικασίας.

Ο τελευταίος, όπως σημειώνει γι’ αυτόν ο Αμερικανός Πρόξενος, “έχει εμπιστοσύνη ότι η μαρτυρία των γραφολόγων θα είναι ο παράγων που θα λύσει την υπόθεση. Αλλά οι άλλες αρχές δεν πιστεύουν αυτό στον ίδιο βαθμό”.

Η απόδοση της γραφής του στη μητέρα του Στακτόπουλου δεν εναρμονίζεται ούτε με την “λογική” του εγκλήματος, ούτε με τα πορίσματα της εγκληματολογίας (οι εγκληματίες φροντίζουν την εξαφάνιση των ιχνών του εγκλήματος και όχι τη δημιουργία τους εκ του μη όντος).

Η επιστημονικότητα της έκθεσης Πουλαντζά – Κουγέα αναιρείται από τις ίδιες της τις διατυπώσεις: Αποδέχεται τις διαφορές φακέλου – δειγμάτων Στακτοπούλου αλλά τις αποδίδει αυθαίρετα σε “προσπάθειαν αλλοιώσεως του φυσικού τύπου γραφής”. Ομολογεί ότι δείγματα είναι μεταγενέστερα και ελήφθησαν “εξ αφορμής διερευνήσεως διωκομένης υποθέσεως μη δυνάμενα ως εκ τούτου να θεωρηθούν ως ανύποπτα, ήτοι ως αντικατοπτρίζοντα τον φυσικόν και ειθισμένον τύπον γραφής” και διακηρύσσει ότι “μόνον γραφαί επί εγγράφων προηγουμένων κατά χρόνον του υπό έλεγχον ή ασχέτων προς την διωκομένην υπόθεσιν δύνανται να θεωρηθούν ως παντελώς ανύποπτοι”. Αλλά παρά ταύτα συμπεραίνει την ομοιότητα! Όχι όμως και την ταυτότητα γραφής.

Τα στοιχεία που φέραμε στη δημοσιότητα το 1977 ανέτρεψαν εκ θεμελίων ολόκληρη την άρχουσα εκδοχή για τον φάκελο. Και κατ’ ακολουθίαν για το έγκλημα.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>