Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Τζορτζ Πολκ

Όχι, δεν είναι γράμματα της Άννας Στακτοπούλου η γραφή του φακέλου. Ο άνθρωπος που έγραψε με τα ίδια του τα χέρια και ταχυδρόμησε τον επίμαχο φάκελο στο Τμήμα είναι ο παντοπώλης Σάββας Καραμιχάλης. Αυτός που βρήκε την ταυτότητα στην παραλία της Θεσσαλονίκης κοντά στο καφενείο “Τριανόν” είναι ο Ευθύμιος Μπάμιας. Δείγματα γραφής του Καραμιχάλη από το 1949 ως το 1954 ταυτίζονται γραφολογικά με τη γραφή από έγγραφα “βεβαίας χρονολογίας” της Στακτοπούλου αποδεικνύουν την τελεία ανομοιότητα, ή άλλως την πλήρη έλλειψη ταυτότητας με εκείνα του φακέλου.

Παρά ταύτα βρέθηκε Εισαγγελεύς Αρείου Πάγου απορρίπτοντας από καθέδρας την αίτηση για αναψηλάφηση (χωρίς να διατάξει αποδείξεις για τα προσαγόμενα νέα στοιχεία) να το πράξει βασιζόμενος στα εξής ηχηρά επιχειρήματα:
α) Την ομολογία. (“Ο Στακτόπουλος ωμολόγησε σαφώς … και κατά παράκλησίν του η μήτηρ του επί του φακέλου”. “Ούτος ηρέμως, ψυχραίμως, με διαύγειαν σκέψεως, εξόχως δ’ ευφραδώς και εμπεριστατωμένως ωμολόγησε τα πάντα”!!!).
β) Την γραφολογική έκθεση Πουλαντζά – Κουγέα.

Σ’ ότι αφορά την πρώτη η απάντηση είναι περιττή. Ο Μονταίν έλεγε στα περίφημα “Δοκίμιά” του το 1580 ότι υπάρχουν χιλιάδες ομολογίες που δεν έχουν καμιά σχέση με την αλήθεια.

Εξάλλου η επιστημονικότητα της δεύτερης αναιρείται όπως ειπώθηκε ήδη απ’ τις ίδιες της τις διατυπώσεις: Ενώ αποδέχεται τις διαφορές ανάμεσα στη γραφή του κρίσιμου φακέλου και στα δείγματα της μητέρας, με προκρούστεια συλλογιστική τις αποδίδει σε “προσπάθεια” του φυσικού τύπου γραφής και στις δύο περιπτώσεις!

Στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με την εισαγγελική αγόρευση βρυκολάκιασε στα 1978 το κλίμα της δίκης του 1949. Επανέλαβε τα παραπάνω “ηρέμως, ψυχραίμως…” και προχώρησε σε αυθαίρετες υποθέσεις ανεπίδεκτες δικαστικής εκτιμήσεως, για να εξαντληθεί τελικά σε ασύστατους συλλογισμούς αναφορικά με τις συνθήκες ανεύρεσης της ταυτότητας του θύματος, την εξαφάνιση του πρωτοτύπου του κρίσιμου φακέλου, την πρωτοβουλία της επανάληψης, της διαδικασίας, τους μάρτυρες.

Η υπεράσπιση, με το μόχθο και την επιμονή ερευνητή πρώτα βρήκε τα στοιχεία και στη συνέχεια τον Στακτόπουλο. Η πρωτοβουλία της δίκης εκείνης ανήκει στην υπεράσπιση και λειτούργησε άσχετα προς το πρόσωπο του Στακτόπουλου με στόχο να φωτισθεί μια πλευρά από τις πιο σημαντικές του νεότερου δημόσιου βίου της χώρας.

Ο ισχυρισμός ότι η προσπάθεια ανακλήθηκε όταν διαπιστώθηκε η υπεξαγωγή του κρισίμου φακέλου και ο πλανώμενος υπαινιγμός για τους δράστες της υπεξαγωγής, είναι απαράδεκτος. Όταν η υπεράσπιση ζήτησε για πρώτη φορά τη δικογραφία στο Εφετείο Θεσσαλονίκης ο εκεί προϊστάμενος μας πληροφόρησε ότι αυτή είχε ζητηθεί και από 6.12.75 και είχε σταλεί στον Άρειο Πάγο.

Υποβάλαμε τότε νομότυπα αίτηση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου να επιτρέψει στους γραφολόγους την άσκηση του έργου τους στον πρωτότυπο φάκελο. Η απάντηση που δόθηκε ήταν ότι ο “φάκελος έχει χαθεί”! Δηλώσαμε τότε: Δεν πρόκειται για απώλεια. Πρόκειται για εξαφάνιση. Το ερώτημα είναι ποιοί, πότε και πού εξαφάνισαν το κρισιμότερο στοιχείο της δικογραφίας.
“Ποιοι”, απλούστατα αυτοί που έχουν συμφέρον να παραμείνει ανεξιχνίαστο το διπλό έγκλημά τους. “Πότε”, όταν αντιλήφθηκαν ότι τα στοιχεία μας καταλύουν την εκδοχή τους και αποκαλύπτουν την ενοχή τους. Όσον αφορά το “Πού”, η εξαφάνιση μπορούσε να γίνει μόνο στον Άρειο Πάγο γιατί ο κρίσιμος χρόνος αρχίζει για τους ενόχους μετά τη μεταφορά της δικογραφίας στον Άρειο Πάγο για “αγνώστους λόγους”.

Η εξήγηση Μπλέτσα προς τους δημοσιογράφους ότι ζητήθηκε γιατί πιθανολογήθηκε ότι ύστερα από ερώτηση στη Βουλή θα τον ζητούσε ο υπουργός Δικαιοσύνης είναι αβάσιμη αφού η πρώτη ερώτηση στη Βουλή έγινε 6 μήνες αργότερα.

Οι ένοχοι έκαναν ένα λάθος· δεν εξαφάνισαν συγχρόνως τις επίσημες φωτογραφίες του πρωτοτύπου με βάση τις οποίες έγινε η γραφολογική αντιπαράθεση. Ο εισαγγελικός ισχυρισμός ότι η αντιπαράθεση αυτή έγινε από φωτοτυπία είναι ψευδής. Έγινε από φωτογραφία με τα ιδιόγραφα σημεία του Α. Πουλαντζά και τη σφραγίδα του δικαστηρίου. Ότι η φωτογραφία επέχει θέση πρωτοτύπου είναι γενικά αποδεκτό από την επιστήμη (Πρβλ. J. A. Brutails, L’ expertise judiciaire en ecriture σ. 36, Ordway Hilton, scientific examination of questioned documents σ. 265 επ., Heinrich Tezner, Die photographie in der Kriminalistik σ. 50 επ.).

Υπάρχει επιλογή χρόνου από την υπεράσπιση στην υποβολή της αίτησης. Είναι μία και συνδέεται με την αποχώρηση από τον Α. Π. των πρωταγωνιστών του δικαστικού εγκλήματος του 1949 Μουστάκη και Κομοτούρου.

Μέμφεται ο κ. Αντισαγγελεύς το τραγικό θύμα της υπόθεσης Πολκ, τον Στακτόπουλο, γιατί δεν έσπευσε μετά το δημοσίευμα της “Μακεδονικής Ώρας” το 1966 να καταθέσει την αίτηση. Αλλά γιατί αυτή η αξίωση σε βάρος ανθρώπου που το πολύχρονο μαρτύριο κατέστησε ψυχοσωματικό ράκος και εκμηδένισε τη βούλησή του; Και γιατί δεν μέμφεται εαυτόν και πάντας τους κατά τόπον και καθ’ ύλην αρμοδίους συναδέλφους του, που είχαν αυτό το καθήκον και ώφειλαν αυταπάγγελτα να κινηθούν, προτίμησαν όμως να σωπάσουν;

Η πλειοψηφία του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου (απόφαση 795/1979 Δ’ Τμ.) αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει την ευκαιρία που έδωσε στη Δικαιοσύνη η αίτηση του Στακτόπουλου για αναψηλάφηση της δίκης.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>