Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Τζορτζ Πολκ

Οι κατηγορίες ήταν ένα σενάριο πολιτικών σκοπιμοτήτων, που απείχε από την αποκάλυψη της αλήθειας, για την οποία κανείς δεν έδειξε ενδιαφέρον. Η Ασφάλεια Θεσσαλονίκης χρειάστηκε τρεις μήνες, από την ανακάλυψη του πτώματος του Πολκ μέχρι τη σύλληψη του Γρ. Στακτόπουλου, για να χαλκεύσει τις κατηγορίες και να παρουσιάσει ένα αληθοφανές σενάριο σαν αποτέλεσμα έρευνας. Σύμφωνα με το σενάριο αυτό:

«Ο Στακτόπουλος, “κομμουνιστής εν υπνώσει”, ειδοποιείται από το κόμμα και συναντά τους Μουζενίδη και Βασβανά, που έχουν κατέβει από το “βουνό” στη Θεσσαλονίκη στις 23 Μαρτίου για να δολοφονήσουν τον Πολκ στις 8 Μαΐου! Όταν εκείνος φτάνει στη συμπρωτεύουσα, ο Στακτόπουλος τον συναντά, τον φέρνει σ’ επαφή με τον Βασβανά, τον βλέπει μόνος του και τρώνε μαζί στο εξοχικό κέντρο “Λουξεμβούργο” το Σάββατο 8 Μαΐου, απ’ όπου φεύγουν με μια βάρκα “για το βουνό”.

Στη βάρκα βρίσκονται Μουζενίδης, Βασβανάς κι ένας άγνωστος. Ο Πολκ δέχεται να του δέσουν τα μάτια, τα χέρια και τα πόδια και ο Μουζενίδης τον πυροβολεί από πίσω. Κατεβάζουν τον Στακτόπουλο σε μια ακτή και του δίνουν την ταυτότητα του Πολκ με την εντολή να τη στείλει σε συγκεκριμένο Αστυνομικό Τμήμα (το Τρίτο) και να γράψει τον φάκελο συγκεκριμένο πρόσωπο: η μητέρα του!».

Είναι χαρακτηριστικά τα όσα γράφει ο τότε βουλευτής Θεσσαλονίκης Γ. Μόδης στο Τέσσερις δίκες στη Θεσσαλονίκη:
«… Ο Τζώρτζ Πολκ, αμερικανός δημοσιογράφος και ανταποκριτής στην Ελλάδα και Μέση Ανατολή του ραδιοφωνικού συγκροτήματος Κολούμπια, έφθασε στις 7 Μαΐου ’48 στη Θεσσαλονίκη με αμερικανικό αεροπλάνο από την Αθήνα.

Από τις 9 Μαΐου ο Πολκ εξαφανίζεται, ενώ το δωμάτιο του ξενοδοχείου “Αστόρια” (Τσιμισκή και Αγ. Σοφίας) μένει άνω-κάτω. Η γυναίκα του νόμισε στην αρχή ότι ο Πολκ είχε πραγματοποιήσει το όνειρό του να συναντήσει τον Μάρκο στο βουνό […]

Ο Πολκ είχε χτυπηθεί με πιστόλι πίσω στο σβέρκο, εξ επαφής, ξαφνικά, χωρίς να προλάβει να αντιδράσει. Η σφαίρα βγήκε από τη μύτη αφού πέρασε και κατέστρεψε τον εγκέφαλο. Ζωντανός ακόμη είχε ριχθεί δεμένος στη θάλασσα. Από την ιατροδικαστική εξέταση προέκυψε ότι ο Πολκ σκοτώθηκε πριν 8-9 μέρες, βράδυ μέσα σε βάρκα και οι δολοφόνοι ήταν δυο ή και περισσότεροι […]

Κεραυνός ήταν για την Θεσσαλονίκη και όλη την Ελλάδα το φρικαλέο έγκλημα. Εφημερίδες και ραδιοσταθμοί γέμισαν περιγραφές και καταγγελίες για το μεγάλο “ελληνικό έγκλημα”.

Ανασκουμπώθηκαν οι αστυνομικοί της Θεσσαλονίκης, αλλά το έγκλημα ήταν πραγματικά παράξενο, σκοτεινό, μυστηριώδες σαν το πολυπλοκώτερο αστυνομικό μυθιστόρημα με μια περίεργη και ανήκουστη ιδιοτυπία: οι εγκληματίες ήθελαν να φανερωθεί το έγκλημά τους και όχι να αγνοηθεί. Γιατί προτίμησαν αντί να ρίξουν το πτώμα στον πάτο της θάλασσας να το ρίξουν στην καρδιά του λιμανιού σαν τρόπαιο; Και για ποιόν άλλον λόγο έστειλαν την ταυτότητά του στο Γ’ Αστυνομικό Τμήμα; Απλούστατα οι αριστεροί ήθελαν να μην αποδοθεί η εξαφάνιση σε εκείνους που πήγαινε να συναντήσει, δηλαδή τους συμμορίτες…

Για τον αντικειμενικό και ψύχραιμο παρατηρητή δεν χωρούσε καμιά αμφιβολία ότι είχε κάμει το έγκλημα η κομμουνιστική οργάνωση. Αλλά για ποιόν λόγο; Τι είχαν με τον Πολκ;

Ο παγκόσμιος κομμουνισμός και η διεθνής συνοδοιπορία εξαπέλυσαν συστηματική και τρομοκρατική ανθελληνική εκστρατεία που δεν είχε ούτε όριο, ούτε ταίρι. Ημέρες και εβδομάδες πολλές εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικοί σταθμοί δεν μιλούσαν παρά για το έγκλημα Πολκ σαν να μην είχαν άλλες δολοφονίες σ’ όλον τον κόσμο.
Για τον ραδιοφωνικό σταθμό της “Ελεύθερης Ελλάδας”, η Ασφάλεια Αθηνών, η Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, η Ιντέλιζεν Σέρβις, η αμερικανική κατασκοπεία κτλ. ήσαν συλλήβδην οι δολοφόνοι.

Σοβαρές υπόνοιες των αστυνομικών και δικαστικών αρχών συγκεντρώθηκαν κυρίως σ’ ένα άτομο: τον δημοσιογράφο Γρηγόριο Στακτόπουλο. Ανταποκριτής του πρακτορείου Ρώυτερ και συντάκτης της “Μακεδονίας” για τα ζητήματα της Βαλκανικής Επιτροπής, είχε όλη την ευχέρεια να έρχεται σ’ επαφή με τους ξένους δημοσιογράφους. Μιλούσε λαμπρά αγγλικά [...] Δημοσιογράφος έπρεπε να είναι εκείνος που οδήγησε τον Πολκ στη βάρκα-παγίδα. Ύποπτο και σκοτεινό το παρελθόν του. Προπολεμικά δούλεψε στο “Φως”. Τον καιρό της κατοχής στη “Νέα Ευρώπη”, ήταν το χαϊδεμένο παιδί των Γερμανών κι όταν έφυγαν οι Γερμανοί θρονιάστηκε πρόεδρος σε μια Συνέλευση Συντακτών.

Την άνοιξη του ’45 μόλις το κράτος αποκαταστάθηκε, ο Στακτόπουλος δούλευε και στην κομμουνιστική εφημερίδα της Θεσσαλονίκης “Λαϊκή Φωνή” και στην Υπηρεσία Πληροφοριών των Άγγλων [...]
Πολύς θόρυβος έγινε για την υπόθεση Πολκ. Υπάρχουν ακόμη αρκετοί που βλέπουν σ’ αυτήν μεγάλα ερωτηματικά, σκιές, παγίδες. Την αμφιβολία έντεχνα καλλιεργεί απ’ τη φυλακή και ο Στακτόπουλος που απορεί γιατί βρίσκεται ακόμη στη φυλακή.

Η καινούρια εκδοχή είναι ότι δεν σκότωσε βέβαια τον Πολκ η ελληνική κυβέρνηση, η δεξιά, η Ασφάλεια των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης κ.λπ., αλλά η …σατανική και φοβερή Ιντέλιζεν Σέρβις για να διαταράξει τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις και να κλονίσει τη θέση και επιρροή της Αμερικής στην Ελλάδα …».

Για την Ασφάλεια, ο Στακτόπουλος θεωρούνταν σύνδεσμος με τα γνωστά από πριν στελέχη του ΚΚΕ Θεσσαλονίκης Αδάμ Μουζενίδη και Ευάγγελο Βασβανά, που χαρακτηρίστηκαν δολοφόνοι του Πολκ χωρίς στοιχεία και αποδείξεις.
Ο τότε διευθυντής της Αστυνομίας Πόλεων στην Αθήνα, στρατηγός Γιάννης Πανόπουλος, είχε διαφωνήσει με την τακτική που ακολουθούσε στην ανάκριση ο πανίσχυρος τότε υποδιοικητής Ασφαλείας ταγματάρχης Ν. Μουσχουντής, αλλά δεν μπορούσε να επιβάλει τις απόψεις του.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>