Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Τζορτζ Πολκ

Όπως ο ίδιος κατέθεσε αργότερα σε γνωστό δικηγόρο, οι ΗΠΑ είχαν ζητήσει από την κυβέρνηση Θεμ. Σοφούλη – Κ. Τσαλδάρη «…να βρεθεί οπωσδήποτε κάποιος ένοχος» σύντομα. Σε διαφορετική περίπτωση, προειδοποιούσαν, θα έπρεπε μοιραία να διακοπεί η βοήθεια προς την Ελλάδα.

Από συντριπτικά ντοκουμέντα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ αλλά και απόρρητες και εμπιστευτικές αναφορές του Γενικού Προξένου της Θεσσαλονίκης, τότε, Ράλεϊ Α. Γκίμπσον προς τον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζορτζ Μάρσαλ αποκαλύφθηκε ότι εκείνο που ενδιέφερε την αμερικανική κυβέρνηση ήταν να γίνει δίκη στη Θεσσαλονίκη όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ώστε να καταλαγιάσει ο θόρυβος στην αμερικανική κοινή γνώμη.

Λίγες μέρες αργότερα, συνελήφθη και η μητέρα του Στακτόπουλου, Άννα χήρα Ιωάννου Στακτοπούλου, ως συνεργός στο έγκλημα. Κρατήθηκε εννέα μήνες στην απομόνωση ανακρινόμενη στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, μέχρι που η άτυχη γυναίκα ομολόγησε ότι αυτή έγραψε το φάκελο με τον οποίο ταχυδρομήθηκαν στο Γ’ Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης τα προσωπικά έγγραφα του Πολκ. Μ’ αυτό τον τρόπο ενοχοποιούσε το γιο της. Ήταν μια τερατώδης συμπεριφορά απέναντι σε μια αδύναμη γυναίκα που αναγκάστηκε να ομολογήσει ανύπαρκτα γεγονότα.

Εν τούτοις, οι γραφολόγοι της Ασφάλειας, Πουλατζάς και Κουγέας αποφάνθηκαν ότι ο φάκελος γράφτηκε από την Άννα Στακτοπούλου. Έτσι, έκλεισε για την Ασφάλεια η ανάκριση, αφού… βρέθηκαν οι ένοχοι της δολοφονίας του Πολκ.

Αργότερα, ανεξάρτητοι γραφολόγοι, αφού μελέτησαν το συγκεκριμένο φάκελο, αποφάνθηκαν με βεβαιότητα ότι δεν μπορούσε να έχει γραφεί από τη μητέρα του Στακτόπουλου. Αρκετά χρόνια μετά, ένας παντοπώλης της Θεσσαλονίκης, ο Σάββας Καραμιχάλης, παραδέχτηκε ότι αυτός έγραψε τον επίμαχο φάκελο με τον οποίο στάλθηκαν στο Γ’ Αστυνομικό Τμήμα τα προσωπικά έγγραφα του Πολκ. Τα έγγραφα αυτά είχε βρει στη θάλασσα ένας φίλος του λιμενεργάτης, ο Θύμιος Μάμιας. Αυτός παρακάλεσε τον Καραμιχάλη να γράψει το φάκελο γιατί ο ίδιος δεν ήξερε γράμματα.

Την 1 Οκτωβρίου 1948, σαράντα οκτώ μέρες μετά τη σύλληψή τους, οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε τακτικούς ανακριτές, τους Χ. Κομοντούρο και Χ. Μουστάκη, για να διατυπωθεί το κατηγορητήριο και να τηρηθεί η διαδικασία παραπομπής σε δική. Στους ανακριτές, τελικά πήγαν ο Γρ. Στακτόπουλος και η μητέρα του αφού οι Μουζενίδης και Βασβανάς ήταν… απόντες.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι από τους φερόμενους ως φυσικούς αυτουργούς ο μεν Αδάμ Μουζενίδης, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, είχε σκοτωθεί στο Πάικο πριν από τη δολοφονία του Πολκ, ο δε Ευάγγελος Βασβανάς, αντάρτης του ΔΣΕ, τις μέρες της δολοφονίας βρισκόταν αρκετά μακριά από τη Θεσσαλονίκη, κάπου στην ανατολική Μακεδονία.

Ο Χ. Κομοτούρος την 7 Αυγούστου 1948, λίγες μέρες μετά την δεύτερη άφιξη στην Ελλάδα του Ντόνοβαν, με εμπιστευτικό έγγραφο, είχε ζητήσει να του αποσταλούν από την Αμερική οι δύο επιστολές του Πολκ προς το ραδιοφωνικό δίκτυο Κολούμπια, γιατί στην πρώτη «ανέφερεν ότι μη έχοντες το θάρρος να μας κτυπήσουν φανερά εργάζονται εις τα παρασκήνια δια να επιτύχουν την μετάθεσιν ή παύσιν μερικών Αμερικανών ανταποκριτών» και στη δεύτερη «ανέφερεν ότι υπήρχαν αρκεταί, αν και ασαφείς, ενδείξεις περί πιθανής κακοποιήσεως κάποιου προσώπου» και ζητούσε ακόμη αντίγραφα «απασών των από Ιανουαρίου και εντεύθεν ραδιοφωνικών εκπομπών του Πολκ, στοιχείον σπουδαιότατον διότι δι’ αυτού θα επικυρωθή το υπό της ανακρίσεως πιστωθέν και μάλιστα υπό μαρτυρίας των Χατζηαργύρη, της συζύγου του Πολκ και του πενθερού του Κοκκώνη, ότι ο Πολκ έκαμε και αντιρωσσικάς εκπομπάς και απεκάλει μάλιστα τους Ρώσσους “βαρβάρους του Βορρά”».

Την Κυριακή 17 Οκτωβρίου 1948, η ελληνική κυβέρνηση πραγματοποίησε επίσημη εκδήλωση στο Διοικητήριο Θεσσαλονίκης για να παρουσιάσει το πόρισμα των ανακρίσεων για την υπόθεση της δολοφονίας του Πολκ. Παρόντες στην εκδήλωση ήταν ο υπουργός-Γενικός Διοικητής Βορ. Ελλάδας, Κων. Κορόζος, που εκπροσωπούσε την κυβέρνηση, ο Αμερικανός Γενικός Πρόξενος, Ρ. Α. Γκίμπσον, οι προξενικές αρχές της Θεσσαλονίκης και οι βουλευτές της Μακεδονίας. Σύμφωνα με το πόρισμα, κατηγορούνταν για το έγκλημα οι: Ευάγγελος Βασβανάς, Αδάμ Μουζενίδης, Γρηγόρης Στακτόπουλος και η μητέρα του Άννα Στακτοπούλου. Οι δύο τελευταίοι είχαν συλληφθεί, ενώ για τους άλλους είχαν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης.

Την ίδια μέρα εκδόθηκε κοινή ανακοίνωση (Δελτίο Τύπου) από τους υπουργούς Δικαιοσύνης, Γ. Μελά και Δημόσιας Τάξης, Κ. Ρέντη, για την εξιχνίαση του εγκλήματος. Η ανακοίνωση έχει ως εξής:

«Εκ της ενεργηθείσης προανακρίσεως επί της υποθέσεως του φόνου του Αμερικανού Δημοσιογράφου Γεωργίου Πολκ προέκυψαν στοιχεία συνενοχής εις το έγκλημα κατά του Ευαγγέλου Βασβανά, Αδάμ Μουζενίδου, Γρηγορίου Στακτοπούλου και της μητρός του Άννης Στακτοπούλου. Κατόπιν τούτου οι εξ αυτών Γρηγόριος Στακτόπουλος και η μήτηρ του, συλληφθέντες, παραπέμφθησαν ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης κατά δε των μη συλληφθέντων εισέτι Αδάμ Μουζενίδου και Ευαγγέλου Βασβανά εξεδόθησαν εντάλματα συλλήψεως επί συνενοχή εις τον φόνο του Πολκ, παρανόμω κατοχή πυροβόλου όπλου και παρανόμω οπλοφορία.

Τα περιστατικά, άτινα ήγαγον εις τας ανωτέρω Δικαστικάς ενεργείας έχουν ως εξής: Ο Αμερικανός Δημοσιογράφος ΖΟΡΖ ΠΟΛΚ, ανταποκριτής του Ραδιοσταθμού [CBS] από το έτος 1947 επανειλημμένως είχεν εκδηλώσει την επιθυμίαν να επιτύχη μίαν συνέντευξιν μετά του αρχισυμμορίτου Μάρκου, την οποίαν ο ίδιος είχεν χαρακτηρίσει, ότι θα απετέλη το επιστέγασμα της Δημοσιογραφικής του σταδιοδρομίας. Προς τον σκοπόν τούτον αποτείνεται εις διάφορα πρόσωπα διά των οποίων αναζητεί επαφήν μετά σοβαρών κομμουνιστικών παραγόντων, δυναμένων να του διευκολύνουν μίαν ανάβασιν εις το “βουνό” ίνα συναντήση τον Μάρκον από τον οποίον θα ελάμβανε μίαν συνέντευξιν, την οποίαν θα μετέδιδεν διά του Ραδιοφωνικού Σταθμού του B.B.C. Τούτο επιβεβαιούται από την ευρεθείσαν εις το δωμάτιόν του τελευταίαν επιστολή του προς τον […].

Αι επίμονοι προσπάθειαι του Δημοσιογράφου Πολκ δια τον ανωτέρω σκοπόν έφθασαν μέχρι της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., όπερ αποφασίζει να εκμεταλευθή την τοιαύτην επιθυμίαν του Πολκ.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>