Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Τζορτζ Πολκ

«Ο ΣΤΑΚΤΟΠΟΥΛΟΣ ΩΜΟΛΟΓΗΣΕΝ:
Η ΚΟΜΙΝΦΟΡΜ ΔΙΕΤΑΞΕ ΚΑΙ ΤΟ Κ.Κ.Ε. ΕΞΕΤΕΛΕΣΕ ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΝ
ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΠΟΛΚ
Εκτελεσταί: Οι Αδάμ Μουζενίδης, Ευάγγελος Βασβανάς και Γρηγόριος Στακτόπουλος.
ΕΝ ΕΠΙΣΗΜΩ ΤΕΛΕΤΗ, ΕΝΩΠΙΟΝ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΞΕΝΟΥ ΤΥΠΟΥ, ΑΝΕΚΟΙΝΩΘΗΣΑΝ ΧΘΕΣ ΤΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΑΚΡΙΣΕΩΝ
Πανηγυρική η δικαίωσις της κατασυκοφαντηθείσης Ελλάδος».

Η ανακοίνωση, όμως, του πορίσματος των ανακρίσεων και ο τρόπος διατύπωσης των κατηγοριών για τη δολοφονία δεν ικανοποίησαν τα μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ, καθώς διαπίστωσαν πως πίσω από τις διαδικασίες που τηρήθηκαν ήταν φανερή η μεθόδευση που ακολούθησε η ελληνική κυβέρνηση ώστε να κλείσει το θέμα, χωρίς να εξιχνιαστεί το έγκλημα. Η εφημερίδα The Washington Post έγραψε την 19 Οκτωβρίου 1948:

«… Η διατυπωθείσα κατηγορία εναντίον τριών προσώπων, συνδεδεμένων με το Κομμουνιστικό Κόμμα συμβιβάζεται με την γραμμή που επιθυμούσε η Ελληνική κυβέρνηση. Πάντως πρόκειται περί κατηγοριών και όχι απόδειξης γεγονότων».

Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η The New York Times την 20 Οκτωβρίου 1948:«… Μέχρις ότου προκύψουν αδιαφιλονίκητοι αποδείξεις πιστεύουμε ότι οι περισσότεροι Αμερικανοί θα επιφυλαχθούν να εκφέρουν κρίσεις για τα αποτελέσματα των ελληνικών ανακρίσεων».

Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, όταν στην αρχή ο Στακτόπουλος αρνήθηκε κάθε σχέση και εμπλοκή στην υπόθεση, υπέστη εικονικές εκτελέσεις, ηλεκτροσόκ, ξυλοδαρμούς, φάλαγγα και κρέμασμα για να ομολογήσει. Μην υποφέροντας αυτές τις συνθήκες ο Στακτόπουλος έκανε πολλές απόπειρες αυτοκτονίας στο κελί του.

Το πώς αποσπάσθηκε η ομολογία το περιγράφει ο ίδιος ο Γρ. Στακτόπουλος στο βιβλίο του: «Τα βασανιστήρια, ή όπως τα λένε στη χωροφυλακή, η “ανάκρισις τρίτου ή τέταρτου βαθμού” (ποτέ δε θέλησα να μάθω ποια είναι αυτή η εξέτασις πρώτου και δεύτερου βαθμού) δεν άρχισαν απότομα, μια κι έξω, αλλά με μέθοδο και σύστημα σταδιακά. Σκοπός τους ήταν να καλύψουν τη δύναμη αντίστασής μου, να με κάνουν, όπως έλεγαν, να “γονατίσω”. Ας μην πει κανείς ότι, αν ήταν στη θέση μου δε θα εκάμπτετο, δε θα λύγιζε, δε θα “γονάτιζε”. Αυτό είναι τελείως αδύνατο, και έχουν πλήρη επίγνωση της αποτελεσματικότητός τους, εκείνοι που τα επινόησαν.

Άρχισαν με την ορθοστασία, επί ατέλειωτες ώρες. Κατόπιν με την αϋπνία. Έδεναν τα χέρια και τα πόδια μου και μ’ έβαζαν να καθίσω σε μια καρέκλα, στο μπουντρούμι. Σ’ αυτή τη φάση είχα απέναντί μου το χωροφύλακα Γιάννη Μιχαηλίδη ή Μύτογλου. Το όνομά του το έμαθα πολύ αργότερα. Αυτός κρατούσε μια εφημερίδα και έκανε πως διάβαζε, ενώ τα μάτια του ήταν στυλωμένα επάνω μου. Ύστερα από πολλές ώρες, το κεφάλι μου έκλινε προς τα εμπρός. Έκλειναν τα μάτια μου. Οπότε επενέβαινε ο Μιχαηλίδης. Με κουνούσε για να μην αποκοιμηθώ, με μιαν απότομη ερώτηση: Λοιπόν τι λέγαμε; Πόσες ώρες, πόσα ημερόνυκτα γίνονταν αυτό, δεν ξέρω.

Την επομένη, πάλιν τη νύχτα, με οδηγούσαν, με άλλον χωροφύλακα, που είχε βάρδια, στους “προανακριτάς” που εμνημόνευσα ήδη, αφού προηγουμένως έλυναν τις αλυσίδες απ’ τα πόδια μου, όχι όμως και από τα χέρια.

Ακολούθησε η διαδικασία της δίψας. Φαγί, βέβαια, δεν είχα καμιά διάθεση να φάγω. Ούτε και πεινούσα. Όμως εκείνο που ξέρω, είναι ότι διψούσα αφάνταστα. Ψιθύριζα, λες και είχε κοπεί η φωνή μου: “σας παρακαλώ, λίγο νερό”, “βρέξτε τα χείλη μου…”. Πόσο καιρό πήγε αυτό και πάλιν δεν θυμούμαι. Τη νύχτα με παρουσίαζαν στους “προανακριτάς”, οι οποίοι, αυτό το θυμάμαι καλά, δεν με ρωτούσαν τίποτε. Έριχναν απλώς ερευνητικές, θα έλεγα, ματιές επάνω μου και τίποτε άλλο. Μετά ο χωροφύλακας μόλις άκουγε τη φράση “κλείσ’ τον μέσα τον πούστη”, με επανέφερε, κρατώντας με απ’ το μπράτσο στο μπουντρούμι μου.

Μου φαίνεται ότι μεταξύ του μαρτυρίου της ορθοστασίας, της αϋπνίας και της δίψας, μεσολάβησε ένα κενό, πόσες ημέρες δεν ξέρω. Βέβαια είχα αρχίσει να γίνομαι ράκος, απ’ την αϋπνία κυρίως και τη δίψα. Ούτε και πεινούσα. Ακολούθησε το μαρτύριο του υβρεολογίου εναντίον μου, της μητέρας μου και των αδελφών μου. Οι ύβρεις και τα λόγια που χρησιμοποιούσαν, πρώτη φορά τα ‘κουγα, και μάλιστα από αξιωματικούς της χωροφυλακής.

Κάποια στιγμή φώναξα: “Σας παρακαλώ, εμένα μπορείτε να με βρίζετε, αν θέλετε… Τη μητέρα όμως μην τη βρίζετε…”. Αγνόησαν, σύμφωνα με τη μεθοδολογία τους, τις ικεσίες μου, και επανήλθαν με οχετό νέων ύβρεων, πάλιν εναντίον της μητέρας. Επειδή ήσαν τέτοιες χυδαίες ύβρεις, δεν τολμώ να τις αναφέρω.

Ακολούθησε το μαρτύριο του ξυλοκοπήματος. Τα χέρια μου ήταν πάντα δεμένα. Περνούσαν στο δεξί τους χέρι ανάμεσα στα δάχτυλα μια σιδερένια γροθιά και ορμούσαν, αξιωματικοί της χωροφυλακής αυτοί, εναντίον μου. Χτυπούσαν όπου εύρισκαν, όπου τους ήρχετο βολικότερο. Πονούσα φρικτά, έκλαιγα, βογγούσα, φώναζα. Στο τέλος έπεφτα κάτω. Όταν ανακτούσα τις αισθήσεις μου, βρισκόμουν δεμένος, χέρια και πόδια πάντοτε, στο μπουντρούμι μου. Απ’ έξω άκουγα τα βήματα του χωροφύλακα που πότε-πότε μ’ επιτηρούσε απ’ το παραθυράκι. Ποιος ήταν δεν ξέρω.

Άλλες βραδιές με παρελάμβανε ο ίδιος ο Μουσχουντής. Στην περίπτωση αυτή δε χρησιμοποιούσε τη σιδερένια γροθιά, αλλά, προφανώς, μια δική του μέθοδο. Μ’ έστηνε στον τοίχο και στην αρχή ποδοπατούσε δυνατά τα δάκτυλα των ποδιών μου. Ένιωθα τρομερούς πόνους. Ακολουθούσαν με το γόνατό του ανηλεή κτυπήματα στα γεννητικά μου όργανα. Ούρλιαζα απ’ τα πλήγματα, και έγερνα αυτόματα το κεφάλι μου προς τα μπρος απ’ τον πόνο. Με αστραπιαία κίνηση τότε, σαν μαινόμενος ταύρος, σήκωνε το κεφάλι μου και μου ‘διδε στο σαγόνι. Το κεφάλι μου πήγαινε πίσω και κτυπούσε στον τοίχο, όπου ήμουν στημένος, με τα χέρια δεμένα. Αυτό επανελάμβανε πολλές φορές πολλές φορές, οπότε έπεφτα ξερός […]

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>