Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Τζορτζ Πολκ

Τη φάση αυτή διαδέχθηκε το κρέμασμά μου, μέσα στο μπουντρούμι, απ’ τα πόδια, που ούτε ξέρω πόσο κράτησε. Νομίζω όμως πως βιάσθηκαν να με ξεκρεμάσουν, απ’ το φόβο, ίσως, μήπως πεθάνω εκεί. Ποιοι με ξεκρέμασαν και πως δεν ξέρω.

Ακολούθησε το ηλεκτροσόκ. Πολύ αργότερα έμαθα ότι αυτό εγίνετο σε μια αίθουσα στον παραπάνω όροφο όπου ήταν το μαγειρείο και το εστιατόριο των ανδρών […]

Τη διάρκεια του ηλεκτροσόκ, τα ίχνη του οποίου διατηρούνται ακόμη και τώρα στα πόδια μου, δεν μπορώ να την καθορίσω και αυτήν. Μάλιστα θυμάμαι πως κάποτε που ούρλιαζα απ’ τους πόνους, και φώναζα “διψώ, διψώ, βρέξτε τα χείλη μου σας παρακαλώ”, άκουσα μια φωνή “Θανασάκη… Θανασάκη”. Ήταν ο βοηθός του μάγειρα και σερβιτόρος, ένα πολύ καλό παιδί, που το γνώρισα κατά την τετραετή κράτησή μου στη Γενική Ασφάλεια.

Στη δεύτερη επανάληψη του ηλεκτροσόκ, όταν πια είχα εξουθενωθεί, άκουσα μια φωνή (τα μάτια μου ήταν δεμένα και δεν έβλεπα): “Θα σε πάρουν σε λίγο από δω… Πρόσεξε όμως να μη σε ξαναφέρουν… Να μιλήσεις […]

Μετά την επαναφορά μου στην Ασφάλεια με οδήγησε ο Κωστόπουλος στο γραφείο του Μουσχουντή, αφού προηγουμένως έλυσε τα μάτια μου. Μ’ έβαλε να καθίσω σε μια καρέκλα και έφυγε. Μείναμε οι δυο. Ο κ. διοικητής ούρλιαζε και πάλιν λέγοντας πως πρέπει να μιλήσω. Με όση φωνή μου είχε απομείνει, θυμάμαι ότι του απαντούσα πως δεν έχω να πω τίποτα. Ξαφνικά, άρχισε να κόβει βόλτες ολόγυρά μου και να μουρμουρίζει: “Έμπλεξες… έμπλεξες… έμπλεξες… έμπλεξες… Εγώ θα σε σώσω… Έμπλεξες… έμπλεξες…” “Δεν έμπλεξα πουθενά”, ψέλλισα, “και άφησέ με ήσυχο…”.

Να και η στιχομυθία που ακολούθησε: “Έμπλεξες… έμπλεξες… (επανελάμβανε τη λέξη αυτή, κάνοντας γύρους ολόγυρά μου, σχεδόν στο αυτί μου, με χαμηλή τώρα φωνή). Εγώ θα σε σώσω… Θα σ’ εξαφάνιζα όταν γυρνούσες τα μεσάνυχτα σπίτι… Να έχεις όμως χάρη που η μητέρα σου έχει ένα γιο σκοτωμένο στον πόλεμο… Αν δε μιλήσεις δε θα βγει κανείς σας ζωντανός από δω μέσα… Βρίσκεσαι στα νύχια της Ασφάλειας… Είμαστε ανεξέλεγκτοι… Δε σε παρέλαβα επί αποδείξει… Έμπλεξες… έμπλεξες… έμπλεξες… Εμείς Ελλάδα βλέπουμε μπροστά μας… Έμπλεξες”.

Δεν τολμούσα πια να μιλήσω, πιθανόν και να έτρεμα, απ’ το φόβο, δεν ξέρω…
Και φθάνομε στην τελευταία φάση των βασανιστηρίων, που ήταν η πλέον οδυνηρή, μετά την οποία, επί αρκετές ημέρες, δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου και επί πολλές ημέρες δεν μπορούσα να σηκώσω τα χέρια μου.

Για το πολύ επώδυνο του είδους αυτού των βασανιστηρίων, μου είχαν μιλήσει προηγουμένως και οι πέντε αξιωματικοί. Ο Τριανταφύλλου συγκεκριμένως φώναζε: “Θα σε δέσουν, κι εμείς θα καθόμαστε στο διπλανό γραφείο… να πίνουμε τον καφέ μας. Να μιλήσεις… Θα υποφέρεις…”.

Τα ίδια επανελάμβανε και ο Παπατσώρης. Μιλούσαν, ούρλιαζαν “εν χορώ” όλοι μαζί και σ’ εζάλιζαν. Δεν ξέρω αν μιλούσε και ο Μουσχουντής. Πιθανόν αυτός να μελετούσε τις αντιδράσεις μου.

Ήθελαν να μιλήσω – τι όμως να έλεγα; Μετά την προετοιμασία αυτή, ήρθαν δύο χωροφύλακες, ο Βαγγέλης Χαραλαμπίδης και ο Γιάννης Μιχαηλίδης, ενώ οι αξιματικοί απεσύροντο. Άρχισαν να με ξεντύνουν. Μ’ άφησαν μόνο με την αθλητική φανελίτσα. Μ’ έβγαλαν και τα παπούτσια. Έτρεμα. Θυμάμαι ότι ο Βαγγέλης άρχισε να τραβά τις τρίχες, μπρος απ’ τα στήθη μου και τις πλάτες (ήμουν πολύ τριχωτός). Ασφαλώς γι’ αυτό ο Τσώνος μ’ έκανε να “ομολογήσω” ότι στις “κομμουνιστικές διασυνδέσεις” είχα το ψευδώνυμο “Γορίλας”. Αχ, πρόστυχε Τσώνο. Δεν πονούσα πολύ. Κατόπιν μ’ έδεσαν τα μάτια, με το ίδιο, νομίζω, μαύρο πανί. Σε συνέχεια μάζεψαν τα χέρια μου προς τα πίσω. Καταλάβαινα ότι με δένουν.

Το δέσιμο αυτό ήταν πρωτότυπο. Δεν μου έδεναν τα χέρια απ’ τον καρπό του χεριού, αλλά απ’ τον καρπό κι επάνω. Δεν νομίζω ότι χρησιμοποιούσαν σπάγκο ή σχοινί, αλλά μάλλον χοντρό σύρμα ή καλώδιο. Την ώρα εκείνη δεν πονούσα πολύ, αλλά λίγο, υποφερτά. Αφού έφτασαν μέχρι τον αγκώνα, σταμάτησαν. Τη δουλειά αυτή την έκαναν με υπόκρουση χυδαίων ύβρεων.

Προχώρησαν κατά τον ίδιο τρόπο, στο δέσιμο των ποδιών μου, απ’ τον αστράγαλο και πάνω, έως το γόνατο. Όταν τελείωσε και η διαδικασία αυτή, με ξάπλωσαν στο πάτωμα. Πότε-πότε με μετακινούσαν από ανάσκελα, σε μπρούμυτα. Δεν άκουγα ομιλίες πάνω μου. Με την πάροδο όμως της ώρας άρχισα να πονώ, σ’ όλο μου το σώμα, διαρκώς περισσότερο. Σφάδαζα, σχεδόν ούρλιαζα. Μ’ έβαλαν τότε κάτι στο στόμα, για να μην ακούγονται ίσως οι κραυγές μου μέσα στη νύχτα.

Πονούσα τόσο πολύ, ώστε σπαρταρούσα, σφάδαζα. Γυρνούσα μόνος μου μπρούμυτα και ανάσκελα, πράγμα που αύξανε τους πόνους […] Νομίζω ότι πρέπει να βρισκόμουν στα πρόθυρα της λιποθυμίας, γιατί μέσα στους φρικτούς πόνους άκουσα: “Αιθέρα… αιθέρα”. Μου ‘βαλαν κάτι στη μύτη κι ανάπνεα σιγά. Αν ήταν αιθέρας ή κάτι άλλο, δεν το ξέρω […]»

Η ανακοίνωση και το περιεχόμενο του πορίσματος των ανακρίσεων των αστυνομικών και εισαγγελικών αρχών δεν έπεισαν για την ανεύρεση των πραγματικών δραστών, ούτε και για την ορθότητα της διαδικασίας που προηγήθηκε, ιδιαίτερα στη Γενική Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης με την εποπτεία και τις οδηγίες του υποδιοικητή ταγματάρχη Ν. Μουσχουντή, που ενεργούσε συνεργαζόμενος με τον Αμερικανό στρατηγό Γ. Τζ. Ντόνοβαν, ηγετικό στέλεχος των Μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ.

Το πώς πάρθηκαν οι καταθέσεις από τον ανακριτή Ι. Κομοτούρο και τον εισαγγελέα Χρ. Μουστάκη το περιγράφει ο ίδιος ο Γρ. Στακτόπουλος:

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>