Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Γεώργιος Α’

“Η θλίψις του εκ της αναμνήσεως του θανόντος πατρός του ήτο ακόμη ζωηρά, όπως επίσης ζωηρά τα κατά της Γερμανίας αισθήματά του, τα οποία συνεμμερίζετο με τον πατέρα του. Εις τας πρώτας μου λέξεις, άς του απήυθυνα ίνα τον συλλυπηθώ και αποδοκιμάσω τον, ως ενόμιζον, αναρχικόν δολοφόνον Σχοινάν, δακρύων διεμαρτυρήθη ζωηρότατα και μου ετόνισεν ότι η δολοφονία του Βασιλέως δεν είναι έργον των αναρχικών, αλλ’ έργον πολιτικών εξωτερικών συμφερόντων. Ομολογώ ότι κατεπλάγην με την αποκάλυψιν, ήν μου έκαμαν τα λόγια ταύτα, λεγόμενα από τον υιόν του δολοφονηθέντος Βασιλέως. Απελθών εκ του γραφείου του εσκεπτόμην τα όσα ήκουσα εκ του στόματος του Βασιλόπαιδος, και ηδυνάτουν να αποδεχθώ τότε η απεχθής αύτη πράξις ήτο έργον ξένων συμφερόντων.

Και εν τούτοις ποσάκις η ιστορία δεν αναφέρει τελεσθέντα εγκλήματα δια προσωπικούς ιδιοτελείς σκοπούς εθνικούς τοιούτους”.
Η ανάμιξις της αειμνήστου Βασιλίσσης Όλγας, της οποίας ήτο γνωστή η μεγάλη αφοσίωσις και αγάπη προς τον σύζυγόν της, είναι σαφής απόδειξις ότι ευθύς αμέσως εισέδυσεν εις το πνεύμα της η υπόνοια ότι οι ηθικοί αυτουργοί του εγκλήματος ευρίσκοντο πιθανώτατα ενταύθα και ήσαν πρόσωπα ισχυρά προ των οποίων θα εκάμπτετο και θα έκυπτεν η δικαιοσύνη. Προς διαλεύκανσιν του μυστηρίου η αξιοπρεπής και αγέρωχος Βασίλισσα, δεν εδίστασε να εισδύση μέχρι και αυτού του αθλίου δωματίου της ειρκτής και να αντικρύζη κατά μόνας τον απαίσιον δολοφόνον του πεφιλημένου συζύγου της».

Το 1938, ο Β. Κανταρές, που διεξήγαγε τις ανακρίσεις για τη δολοφονία του Γεωργίου Α’ στη Θεσσαλονίκη, δικηγορούσε στην Αθήνα. Μια μέρα μετά από πίεση των φίλων του Γιάννη Κορδάτου και Ν. Π. Θηβαίου εξιστόρησε ορισμένα στοιχεία από την ανάκριση του Σχινά: Στην αρχή παρ’ όλο το ξύλο που έφαγε ο Σχινάς δεν είπε τίποτα. Μια-δυο μέρες αργότερα άρχισε να κάνει διάφορους υπαινιγμούς. Ενοχοποιούσε Γερμανούς πράκτορες και μάλιστα το Γερμανό πρεσβευτή χωρίς να γίνεται πιο συγκεκριμένος, αν και έλεγε ότι υπάρχουν και άλλα πιο σπουδαία πρόσωπα, πιο τρανά και πιο υψηλά πρόσωπα. Μετά από πιέσεις δέχτηκε να αποκαλύψει τα πρόσωπα αυτά στη βασίλισσα Όλγα. Η βασίλισσα τον επισκέφτηκε και έμεινε ώρες μαζί του. Όταν έφυγε η βασίλισσα, ο πρίγκιπας Νικόλαος ζήτησε τη δικογραφία. Και ο Β. Κανταρές κατέληξε:

«Αυτά ξέρω και είμαι βέβαιος ότι ο Σχινάς δεν ήταν μανιακός και ανισόρροπος. Ίσα-ίσα τα είχε τετρακόσια και, όπως διαπιστώθηκε, έκανε ταξίδια σε Γερμανία και Αυστρία. Η δολοφονία οργανώθηκε στο Βερολίνο ή στη Βιέννη. Εξάλλου είμαι βέβαιος ότι ο Σχινάς δεν αυτοκτόνησε. Τον έριξε από το παράθυρο του διοικητηρίου ανώτατος αξιωματικός της χωροφυλακής ύστερα από όσα είπε στη βασίλισσα Όλγα».

Ο γραμματέας του νέου βασιλιά Κωνσταντίνου, Γ. Μελάς, σε ανύποπτο χρόνο, αποκάλυψε τα εξής ενδιαφέροντα σχετικά με την αδιευκρίνιστη δολοφονία της Θεσσαλονίκης:

«Ευρισκόμενος κατά την εποχή εκείνην εις το μέτωπον… ουδέν κατόρθωσα να μάθω το θετικόν επ’ αυτού του ζητήματος και ουδείς άλλως τε έμαθε το παραμικρόν, αφού, αντιθέτως αφ’ ό,τι όλος ο κόσμος επερίμενε, δεν ενεργήθη ούτε καν σοβαρά ανάκρισις δια την δολοφονίαν, ο δε δολοφόνος, ή μάλλον ο εγκάθετος των αληθών δολοφόνων, ηυτοκτόνησε, κατά τα λεχθέντα, ριφθείς από το παράθυρον του τετάρτου πατώματος προτού καν τερματισθή η προανάκρισίς του. Το μόνον που ημπορώ σχετικώς να είπω είναι, όταν υπέδειξα αργότερα την ανάγκην να ριφθή άπλετον φως επί της μυστηριώδους αυτής δολοφονίας – της τόσο μοιραίας, δια πολλούς λόγους, και δια τον Ελληνισμόν και δια την εξέλιξιν του παγκοσμίου πολέμου – ησθάνθην ότι η επέμβασις μου εφάνη εις ορισμένους κύκλους ως εντελώς ανάρμοστος.

…Ωμίλησα περί αυτού εις τον μακαρίτην συναδελφόν μου, τον Συνταγματάρχην Φραγκούδην, τότε υπασπιστήν του Βασιλέως Γεωργίου και έπειτα και του Κωνσταντίνου, ο οποίος ήταν άλλως τε και ο μόνος μάρτυς του δράματος, αφού συνόδευσε τον Βασιλέα κατά την ώρα του εγκλήματος και τον εδέχθη εις την αγκάλην του μόλις εκτυπήθη. Του υπέδειξα να συντάξη λεπτομερή έκθεσιν, αλλά μου απήντησε ότι θα ήτο ανωφελές, δεδομένου ότι όταν παρουσιάσθη αυτόκλητος μετά την δολοφονίαν εις τας δικαστικάς αρχάς της Θεσσαλονίκης, τιθέμενος εις την διάθεσιν της Εισαγγελίας δια την ανάκρισιν, του απήντησαν, προς μεγάλην του έκπληξιν, ότι δεν είχαν καθόλου την ανάγκην του και μάλιστα την επομένην, προς ακόμη μεγαλυτέραν έκπληξίν του έλαβε την διαταγήν να εγκαταλείψη την Θεσσαλονίκην…

Και όταν, εν έτος έπειτα, εγώ εζήτησα έκθεσιν περί της δολοφονίας, αν μη τι άλλο προς διαφωτισμόν της Ιστορίας, ο Συνταγματάρχης Φραγκούδης, καίτοι υπασπιστής του Βασιλέως, εστάλη παρά του στρατηγού Δούσμανη εις αποστολήν εν Αμερική… Τοιουτοτρόπως ο κάσμος δεν κατόρθωσε τίποτε απολύτως να μάθη το θετικόν περί της δολοφονίας του αειμνήστου Βασιλέως».

Η δολοφονία του Γεωργίου Α’ πανικόβαλε τον Ελ. Βενιζέλο. Αισθάνθηκε ότι έχασε ένα πολύτιμο συμπαραστάτη της εθνικής του πολιτικής. Αναγκάστηκε, λοιπόν, λόγω των κρισίμων περιστάσεων, να περιβάλει με καρτερικότητα το νέο βασιλιά, που χάρη στην ανοχή του Έλληνα πρωθυπουργού είχε αναδειχθεί σε στρατηλάτη (παρά την ανικανότητα και την εμπάθειά του). Ο Π. Αραβατινός γράφει:
«Βεβαίως, δεν εφαντάζετο τότε ο Βενιζέλος ότι το Στέμμα, κατά την διανομήν της το Έθνος ανηκούσης και δια του Κοινοβουλίου ασκουμένης διοικήσεως των κοινών, λαβόν την μερίδα της κυριαρχίας του Έθνους, θα ημφισβήτει εις τον πολιτικόν δικτάτορα την κυριαρχίαν των διπλωματικών σχέσεων και της εξωτερικής πολιτικής του Έθνους. Τοιαύτη εκ μέρους του Στέμματος διαμφισβήτησις δεν εγνώσθη επί της βασιλείας του Γεωργίου».

Αξιοσημείωτες είναι και οι επισημάνσεις του Γ. Φιλάρετου.
Ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος, τηρώντας υπεύθυνη στάση τις κρίσιμες για τη χώρα εκείνες στιγμές, απέφυγε να σχολιάσει τη δολοφονία. Ακόμα και όταν, ύστερα από δυο μήνες το θέμα της δολοφονίας του βασιλιά Γεώργιου Α’ ήρθε στη Βουλή, ο Βενιζέλος και οι αρμόδιοι υπουργοί Κων. Ρακτιβάν, Γενικός Διοικητής Μακεδονίας και Εμμ. Ρέπουλης, Εσωτερικών απέφυγαν να απαντήσουν σε ερωτήσεις βουλευτών για το προφίλ, τη δράση και τις διασυνδέσεις του δολοφόνου Αλ. Σχινά.
Η στάση αυτή της κυβέρνησης επιβεβαιώνεται, κατά κάποιο τρόπο, και από δύο τηλεγραφήματα του Αυστριακού πρεσβευτή στην Αθήνα, φον Μπράουν, προς τη Βιέννη.

Το πρώτο απεστάλη την μέρα της δολοφονίας του βασιλιά Γεώργιου Α’:
«Ο κ. Βενιζέλος, τον οποίον μόλις επεσκέφθην την 10ην π.μ. ώραν, πιστοποιεί κατ’ ουσίαν το περιεχόμενον του προηγουμένου μου τηλεγραφήματος ως προς τον δράστην της δολοφονίας και απορρίπτει την τελευταίαν εκδοχήν, την δημοσιευθείσαν εις τας πρωινάς εφημερίδας, καθ’ ην η δολοφονία προϋποθέτει συνωμοσίαν και πολλούς συνωμότας».

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>