Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Γεώργιος Α’

Το δεύτερο, «αυστηρώς απόρρητον», απεστάλη λίγο καιρό αργότερα, την 21η Απριλίου 1913:
«Αφορά δολοφονίαν βασιλέως Γεωργίου της Ελλάδος:
Μανθάνω εκ καλής πηγής, ότι η ελληνική κυβέρνησις κατέχει πλέον απόδειξιν εις χείρας της, ότι η εν λόγω δολοφονία οφείλεται εις το βουλγαρικόν κομιτάτον, εν τούτοις προς το παρόν παρασιωπά τούτο δι’ ανωτέρους πολιτικούς λόγους».
Η κυβέρνηση, λοιπόν, γνώριζε την αλήθεια αλλά σιωπούσε σκόπιμα, υπηρετώντας το εθνικό συμφέρον, αφού πιθανές αποκαλύψεις θα έβαζαν, εκείνη την εποχή, σε άμεσες και ολέθριες περιπέτειες τη χώρα;

Η δολοφονία του συνετού και ψύχραιμου βασιλιά Γεωργίου Α’, χωρίς αμφιβολία, δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός και μια πράξη ενός παράφρονα αναρχικού, όπως έγινε προσπάθεια να εμφανιστεί. Ήταν πράξη που στρεφόταν κατά των ελληνικών συμφερόντων και είχε καλά οργανωθεί, ώστε να μην υπάρξουν αποκαλύψεις.

Η δολοφονία υπήρξε εθνική συμφορά για την Ελλάδα. Σε βιβλιαράκι, που κυκλοφόρησε με την ανοχή της Αυλής, αναφέρεται:
«Ο βίαιος θάνατος του Γεωργίου Α’ δεν ήταν αδικία μόνο για τον ίδιον. Ήταν και ατυχία για την Ελλάδα. Γιατί αν ζούσε ο συνετός και ενάρετος Βασιλεύς, ίσως να απέτρεπε τις συγκρούσεις των ισχυρών και τον εθνικό διχασμό, ο οποίος τόσα δεινά επεσώρευσε εις την Ελλάδα».

Μετά την απώλεια του Γεωργίου Α’ η αντιπολίτευση θα προσπαθήσει με κάθε μέσο να φέρει σε σύγκρουση τους δύο πολιτειακούς άνδρες, βασιλιά και πρωθυπουργό. Κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, την ώρα που εξελίσσεται η ελληνική επίθεση σε Κιλκίς-Λαχανά την 21.06.1913, τα αντιβενιζελικά κόμματα εξαπολύουν μεγάλη επίθεση στη Βουλή κατά του Βενιζέλου. Θεωρούν ότι είναι αποτυχημένη πολιτική η συνέχιση του πολέμου εναντίον της Τουρκίας. Οι παλαιοί πολιτικοί συνεχίζουν να ακολουθούν το αγγλικό δόγμα για την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα του κοινοβουλευτικού διαλόγου εκείνης της ημέρας:

Δ. Ράλλης: «Ευτυχώς επήλθε ήδη το τέρμα της τοιαύτης πολιτείας του κ. Πρωθυπουργού. Εάν είχε συνείδησιν των ζημιών ας επήνεγγεν εις τον Ελληνισμόν με τον πόλεμο του 1912 και των ευθυνών ας υπέχει απέναντι αυτού, ήθελεν ανέλθει εδώ με το μέτωπον κάτω και ήθελεν ζητήσει συγγνώμην από τον Ελληνισμόν, διότι τοιαύτα κατ’ αυτού διεπράξατο. Αλλά μεγαλαυχεί. Όταν έλθει η ώρα θα ζητήσω απολογίαν. Δυνατόν να ζητήσω και την παραπομπήν σας ενώπιον ειδικού δικαστηρίου. Διότι ως αναξίαν χαρακτηρίζω την πολιτείαν σας…».

Ελ. Βενιζέλος: «Τον πόλεμο θα τον άρχιζαν οπωσδήποτε οι άλλοι. Εις την Ελλάδα δεν έμεινε παρά ή συμμαχία με την Τουρκία ή ουδετερότης. Αλλά αυτή θα ήταν όλεθρος. Η περί “μονώσεως” θεωρία αποτελεί μωρίαν. Αυτήν την πολιτικήν θέλει ο κ. Ράλλης (…) Δεν ζητούμεν να εγκαθιδρύσωμεν εν τη Ελληνική Χερσονήσω ηγεμονίαν Ελληνικήν, Το ελληνικόν Έθνος ζητεί και αξιοί μετά των συμμάχων, όπως εν τη Ελληνική Χερσονήσω αποκατασταθή αληθής ισορροπία επί τη βάσει των αρχών της εθνογραφίας συνδυαζομένη αναγκαίως προς τας περιστάσεις τας γεωγραφικάς».

Για τις Μεγάλες Δυνάμεις, ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ εθεωρείτο ο πλέον αξιόπιστος Έλληνας συνομιλητής τους και κατά την έκφραση του Βρετανού βασιλιά Γεωργίου Ε΄ ο θάνατός του ήταν μεγάλη απώλεια για την Ελλάδα. Γεγονός όμως είναι πως ουδέποτε κατάφερε να φανατίσει τον ελληνικό λαό υπέρ ή εναντίον του, επί των ημερών του το πρόσωπο του Βασιλιά δεν είχε ένθερμους οπαδούς, ούτε εχθρούς, εν αντιθέσει βέβαια προς τον γιο του Κωνσταντίνο. Η ικανότητά του απεδείχθη πολύ σύντομα, με τις διενέξεις του διαδόχου του Κωνσταντίνου με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, που θα αποκορυφωθεί στον εθνικό διχασμό του 1916-17.

Πολλοί Έλληνες και ξένοι ιστορικοί αλλά και περισσότεροι Έλληνες πολίτες διερωτήθηκαν τότε και διερωτώνται ίσως ακόμη για το ποια θα ήταν η εξέλιξη που θα είχαν τα πράγματα στην Ελλάδα, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, αν δεν είχε μεσολαβήσει η δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α’.

Υποθέτουμε σήμερα ότι, αν δεν είχε συμβεί η δολοφονία, η ελληνική ιστορία δεν θα είχε καταγράψει τον Εθνικό Διχασμό, αλλά η Ελλάδα θα έβγαινε από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο πλουσιότερη εδαφικά, πολιτικά και εθνικά.

Ο ευλύγιστος και διπλωματικός χαρακτήρας του βασιλιά Γεώργιου Α’ ήταν αποτέλεσμα πείρας ενός μονάρχη που, κατά τη πολυετή βασιλεία του, έπαθε πολλά. Ένας βασιλιάς με τέτοιο χαρακτήρα ήταν ο πλέον ενδεδειγμένος για συνεργασία με έναν πρωθυπουργό σαν τον Ελ. Βενιζέλο επίσης διπλωματικό, που είδε και έπαθε πολλά. Ακόμη και η θρυλούμενη αδυναμία του χαρακτήρα του Γεώργιου ταίριαζε θαυμάσια με το δυναμισμό του Βενιζέλου. Ο Γεώργιος γνώριζε τις αδύνατες πλευρές του, αλλά γνώριζε καλά πόσοι και πόσο φαύλοι άνθρωποι τον περιέβαλαν. Καλύτερα, όμως, γνώριζε τον ελληνικό λαό.

Και ο Γεώργιος έπαιζε συχνά το ρόλο του αυτοτιμωρούμενου και του αυτοταπεινόμενου γιατί γνώριζε ότι αυτό πρώτα απ’ όλα θα ωφελούσε το λαό του. Και ακόμη: η ισχυρή προσωπικότητα του Ελ. Βενιζέλου δεν χρειαζόταν, για ιστορικούς και ψυχογραφικούς λόγους, «άλλην ισχυράν βασιλικήν πυγμήν». Ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ και ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος ήταν οι κατάλληλοι άνθρωποι, τοποθετημένοι από την ιστορία στις κατάλληλες θέσεις, την κατάλληλη ιστορική στιγμή.

Και όταν αυτή η ισορροπία διαταράχτηκε με τη δολοφονία του Γεωργίου, χτυπήθηκε στη βάση του το όλο σύστημα. Οι επιπτώσεις ήταν αναμενόμενες: ήταν θέμα χρόνου ο νέος βασιλιάς Κωνσταντίνος να έρθει σε ρήξη με τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο, που οδήγησε τη χώρα στο Διχασμό, που τόσο κόστισε στο έθνος. Ο Διχασμός υπήρξε η έκφραση των καταστροφικών παραγόντων που ζητούσαν διέξοδο μέσα από τα χαλάσματα. Κι αν οι παράγοντες δεν υπήρχαν, θα έπρεπε να εφευρεθούν για να ικανοποιηθούν τα αίτια. Θα υπήρχαν, ακόμη, κι αν ζούσε ο βασιλιάς Γεώργιος Α’, αλλά ο Διχασμός θα είχε αποφευχθεί.

Ας θυμηθούμε τις εκτιμήσεις του Θ. Πάγκαλου τις δυσάρεστες συνέπειες για την Ελλάδα, που προέκυψαν από τη δολοφονία του Γεωργίου Α’:
«…Εάν συνεπώς έζη, ουδέποτε θα εδημιουργείτο ο απαίσος διχασμός του Ελληνικού Λαού, ο οποίος είχεν ως αποτέλεσμα την εθνικήν συμφοράν της Μ. Ασίας».

Οι Κεντρικές Δυνάμεις είχαν εγκαίρως πληροφορηθεί από τους πρεσβευτές τους στην Αθήνα, ότι κάτι δεν πάει καλά ανάμεσα στον βασιλιά Κωνσταντίνο και τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο. Χαρακτηριστική είναι η έκθεση της 22 Μαΐου 1913 του βαρώνου Μπράουν στον υπουργό Εξωτερικών της Αυστρίας:

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>