Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Γεώργιος Α’

«Ο αείμνηστος βασιλεύς Γεώργιος δεν ήτο, ως γνωστόν, ένας “σθεναρός” ηγεμών, και έρρεπε πάντοτε προς την διαλλακτικότητα. Η υποχωρητικότης του απέναντι των εκάστοτε κυβερνήσεών του είναι πάντως δυνατόν να εξηγηθή και να δικαιωθή κατά μέγα μέρος δια του εδώ κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Υπήρξαν εν τούτοις, ιδίως κατά τα τελευταία έτη, στιγμαί – υπενθυμίζω απλώς την επαναστατικήν περίοδον 1909/10 – καθ’ ας θα ανέμενε κανείς βεβαίως μιαν ενεργητικωτέραν ανάμιξιν του βασιλέως.

Η στάσις αύτη του βασιλέως, ήτις και αν δεν ήτο παθητική, απέφευγε πάντως κατά το δυνατόν κάθε είδους σύγκρουσιν, ωδήγησεν επανειλημμένως εις ωρισμένας αντιθέσεις προς τον ενεργητικώτερον Διάδοχον και ειδικώς την σύζυγόν του. Ούτως εξηγείται ότι ο νέος βασιλεύς Κωνσταντίνος αμέσως μετά την ανάρρησίν του εις τον Θρόνον, έδωσε από ωρισμένης απόψεως, άλλον τόνον εις τα πράγματα από τον βασιλικόν του πατέρα. Σχετικώς θα ήθελα να υπενθυμίσω μεταξύ άλλων την εκφρασθείσαν υπό του νέου βασιλέως γνώμην, ότι “γνωρίζει ως ηγεμών τα καθήκοντά του αλλά και τα δικαιώματά του”.

Επομένως ο βασιλεύς δεικνύει ως Μονάρχης μίαν ισχυροτέραν προσωπικότητα από τον βασιλέα Γεώργιον. Εις αυτά πρέπει να προστεθή και ο πολύ ουσιώδης παράγων, ότι ο νέος βασιλεύς δεν είναι απλώς ονόματι αλλά πράγματι ο ανώτατος διοικητής του στρατού, διευθύνει τώρα, έστω και εξ Αθηνών, αυτοπροσώπως τας πολεμικάς επιχειρήσεις, αι οποίαι ωδήγησαν εσχάτως τα ελληνικά όπλα και επί των δύο πολεμικών πεδίων εις την νίκην.

Δεν πρέπει ουδ’ επί στιγμήν να λησμονήται, ότι ο βασιλεύς Κωνσταντίνος εκυρίευσεν ως Διάδοχος του Θρόνου την Θεσσαλονίκην και τα Ιωάννινα και, δια να παρασιωπήσωμεν τας μακεδονικάς περιοχάς, είναι εκείνος ο οποίος κατέκτησε την Ήπειρον ή Νοτιοαλβανίαν, μέχρι της γραμμής εφ’ ης η Ελλάς εγείρει αξιώσεις εις το γνωστόν υπόμνημα του Λονδίνου. Ότι το στρατοκρατικόν κόμμα είναι αποφασισμένον να κρατήση τα υπό του στρατού κατεχόμενα εδάφη – αυτό είναι φυσικόν, και ότι η Α. Μ., ως νικηφόρος αρχιστράτηγος δεν θα είναι απορριπτικός των τοιούτων τάσεων των αξιωματικών του – τούτο κατανοείται ψυχολογικώς πλήρως.

Ούτως ευρίσκεταί τις προ του γεγονότος, ότι ο βασιλεύς και στρατός φαίνονται ηνωμέ-νοι και ότι Α. Μεγαλειότης ούτε ως φορεύς του στέμματος ούτε και ως κεφαλή του στρατού θα πρέπει να δεικνύη διάθεσιν προς ανταλλακτικάς διαπραγματεύσεις επί του διπλωματικού ή στρατιωτικού τομέως, εάν, εννοείται, η Α. Μεγαλειότης “ανθέξη”, όπερ προς το παρόν δεν τίθεται ως θέμα.
Η κυβέρνησις του κ. Βενιζέλου εις την οποίαν ο βασιλεύς Γεώργιος είχε πλήρως υποταχθή, δύναται να χαρακτηρισθή ωσαύτως ως μια “ισχυρά” και ειδικώς ως μια κυβέρνησις έχουσα συνείδησιν αυτού το οποίον επιδιώκει.

Τούτο θα συνεπέρανε και η υμετέρα Εξοχότης εκ των κατά καιρούς εκθέσεών μου. Εάν όμως θα συνεχίση ούτως η κυβέρνησις Βενιζέλου και θα επιμείνη εις ορισμένα αιτήματα, όπως, τουλάχιστον επί του παρόντος, ο βασιλεύς Κωνσταντίνος και ο στρατός, ο οποίος είναι τώρα απέναντι της Βουλγαρίας ρητώς φιλοπόλεμος και φαίνεται να είναι και εις το Αλβανικόν και το Νησιωτικόν αρκετά αδιάλλακτος – περί αυτού θα αμφέβαλλα. Ο κ. Βενιζέλος έχει – και τούτο δεν ημπορεί να αμφισβητηθή υπ’ ουδενός – υψηλάς πολιτικάς αρετάς και επί τη βάσει αυτών, τουλάχιστον μέχρις ενός βαθμού, μιαν ορθήν πολιτικήν κρίσιν δια τα μέλλοντα. Αι ιδιότητες αυταί θα τον συμβουλεύσουν να προϋπολογίση όλα τα υπέρ και τα κατά και να χειρισθή τα θέματα ως διπλωμάτης και εν ανάγκη να υποχωρήση, εάν τούτο δεν θα συνεπήγετο βαρείας ζημίας δια την χώραν.

Προ παντός όμως πρέπει ο κ. Βενιζέλος να ασκήση επί του βασιλικού του αυθέντου την επ’ αυτού επιρροήν του. Και, εάν είμαι ορθώς πληροφορημένος, δεν παρέλειψεν ο κ. Βενιζέλος να κάμη χρήσιν της εν λόγω επιρροής του, ώστε θα πρέπει να αναμείνωμεν κατά πόσον αι προσπάθειαί του εστέφθησαν υπό επιτυχίας. Πρέπει όμως να υποθέσωμεν ότι θα προκύψουν αργά ή γρήγορα διαφοραί ένεκα των εκατέρωθεν απόψεων, διαφοραί περί των οποίων κυκλοφορούν ήδη ψίθυροι.

Προς το παρόν δεν γνωρίζω την έκτασίν των, κλίνω όμως να πιστεύω, ότι μολονότι εις το περιβάλλον της Α. Μεγαλειότητος υπάρχουν πλείονες της μιάς προσωπικότητες εχθρικαί προς τον κ. Βενιζέλον, και ότι τα “παλαιά κόμματα” εξακολουθούν να υποσκάπτουν την θέσιν του κ. Βενιζέλου παρά τω βασιλεί και εν τη χώρα, η θέσις αύτη εντούτοις δεν δύναται προς το παρόν να θεωρηθή ως κλονισθείσα και ότι ο βασιλεύς γνωρίζει να εκτιμά ως και πρότερον τας μεγάλας υπηρεσίας του κ. Βενιζέλου. Ο ίδιος ο κ. Βενιζέλος όμως λέγεται, ότι είπεν εσχάτως να παραιτηθή και να αποσυρθή πάλιν εις την Κρήτην, προσθέσας ότι είναι πεπεισμένος, ότι εις εν η εις δύο έτη θα εκαλείτο και πάλιν εις Αθήνας.

Όταν σκέπτεται κανείς ότι τα μέλη της κυβερνήσεως Βενιζέλου ανέπτυξαν, ένεκα της υπερόχου προσωπικότητος του πρωθυπουργού, μικράν μόνον αυτόνομον δραστηριότητα, και ακόμη το γεγονός ότι ο κ. Κορομηλάς ήτο πάντοτε δριμύτερος εις τας απόψεις του και επανειλημμένως περισσότερον χειραφετημένος εις τα αιτήματά του, η επιρροή του τώρα επί του βασιλέως ανοίγει, εννοείται, ωρισμένας προοπτικάς, αι οποίαι δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν ως πολύ επιθυμηταί».

Αν συνδυάσουμε όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι πίσω από τη δολοφονία του Γεωργίου Α’ κρύβεται ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων και ιδιαίτερα η πολιτική της Γερμανίας. Οι Γερμανοαυστριακοί, που προετοιμάζονταν για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καταλάβαιναν ότι ο Γεώργιος Α’ είχε προσκολληθεί στην εξωτερική πολιτική του Ελ. Βενιζέλου, που βρισκόταν στην πλευρά της Αντάντ, δηλαδή η Ελλάδα θα ήταν αντιμέτωπή τους. Η εκπλήρωση όμως των σχεδίων τους απαιτούσε τη στήριξή τους από την Ελλάδα. Τα ερείσματα τους ήταν ο Κωνσταντίνος και τα γερμανόφιλα στελέχη Ι. Μεταξάς, Βίκτ. Δούσμανης κ.ά.

Ο Κωνσταντίνος ήταν γερμανόφιλος και θαυμαστής του καϊζερισμού. Η γυναίκα του ήταν αδελφή του Κάιζερ. Πολύ εύκολα θα τον έβαζαν υπό τον έλεγχό τους. Εκτός από το καθαρά προσωπικό και οικογενειακό στοιχείο, ήταν σχεδόν σίγουρο ότι ο Κωνσταντίνος θα ερχόταν σε σύγκρουση με τον Βενιζέλο από την ίδια τη φύση των πραγμάτων.

Η δολοφονία του Γεωργίου Α’ θα ανέβαζε στον θρόνο τον εκλεκτό των Γερμανών. Η οργάνωση της δολοφονίας εντάσσεται στην προετοιμασία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι οργανωτές της πίστευαν ότι η δολοφονία του βασιλιά θα αποδιδόταν στους Βούλγαρους και έτσι θα επιταχυνόταν η ρήξη των δύο βαλκάνιων συμμάχων και θα δινόταν η δυνατότητα να περισωθεί η Τουρκία και να δημιουργηθεί μέτωπο Βουλγαρίας-Τουρκίας.

Το πως προχωρούσε η ανάκριση, η άκρα μυστικότητα, η εκπαραθύρωση του Σχινά μετά την εξομολόγησή του στην βασίλισσα Όλγα, καταλήγουμε στην υπόθεση ότι το διαδοχικό ζεύγος της Ελλάδας είχε (βασικό;) ρόλο στη μεθόδευση της δολοφονίας του Γεωργίου Α’ για λογαριασμό των Γερμανών. Το στοιχειωμένο παλάτι των Γλύξμπουργκ φαντάζει πιο αιματοβαμμένο κι απ’ αυτό των Ατρειδών.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη