Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Γεώργιος Α’

Η διαλλακτικότητα και η ψυχραιμία του, του επέτρεψε να διατηρεί ανοιχτές γραμμές με το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού κόσμου και χωρίς να είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, να παραμένει η εξουσία του πάντοτε σεβαστή. Σε όλους αυτούς τους παράγοντες μπορεί να αποδοθεί η ιδιαιτέρως μακροχρόνια βασιλεία του και όχι στην ακλόνητη αφοσίωσή του σε κάποια συνταγματική φιλοσοφία, αλλά και η ωρίμανση του ελληνικού πολιτικού κόσμου, που επί των ημερών του εξευρωπαΐστηκε σε μεγάλο βαθμό.

Η σύνδεση του Γεωργίου Α’ με τα ξένα συμφέροντα είναι εμφανής από πολλά στοιχεία: ο Γεώργιος
«…είχεν εν Δανία πολλάς ιδιοκτησίας και διετήρει ιδιαίτερον ανοικτόν Ανάκτορον εν Κοπεγχάγη, όπου εφιλοξένει συχνά συγγενείς του. Αυτές οι συγκεντρώσεις ελάμβαναν συχνά την διάσταση πολιτικών μηχανορραφιών με αντιπρωσικό και αντιμπισμαρκικό χαρακτήρα».

Οι φιλόδοξες ηγεμονίες των Μεγάλων Δυνάμεων, εξυπηρετώντας κρυφά ή φανερά σκοτεινούς κύκλους, όξυναν τις σοβινιστικές τάσεις των βαλκανικών λαών. Το αποτέλεσμα, όμως, του Α’ Βαλκανικού Πόλεμου, που δημιούργησε στα Βαλκάνια αυθύπαρκτα και ανεξάρτητα κράτη, ανησύχησε τις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης. Ο Κων. Ρακτιβάν, υπουργός Δικαιοσύνης και αντιπρόσωπος της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, γράφει στο ημερολόγιό του:

«Η ραγδαία εξέλιξις των γεγονότων, μηδόλως ούτω προσδοκώμενων, εκράτησεν επί στιγμήν τους ιθύνοντας τα των Μεγάλων Δυνάμεων (αίτινες αξιούσιν εγωιστικώς να διέπωσι τα του κόσμου υπέρ εαυτών) οιονεί εν καταπλήξει, μη δοθέντος αυτοίς επαρκούς προς συνασπισμόν χρόνου».

Ο πρώτος στόχος των Δυνάμεων, που ήταν η εκδίωξη της Τουρκίας από την Ευρώπη, πραγματοποιήθηκε με τους πολέμους που διεξήγαγαν οι βαλκανικοί λαοί. Τώρα μπαίνει το θέμα της εξάρτησης των κρατών που δημιουργήθηκαν, ώστε να υλοποιηθεί και η συνέχεια του σκοτεινού τους σχεδιασμού.

Διπλωματικός πυρετός και φανερές επεμβάσεις στα εσωτερικά των βαλκανικών κρατών ακολούθησαν την εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων. Φανεροί ή κρυφοί πράκτορες των ευρωπαϊκών κρατών εγκαθίστανται στις πρωτεύουσες και στα μεγάλα αστικά κέντρα με σκοπό να προωθήσουν τα συμφέροντα των κυβερνήσεών τους. Έτσι, οι αντιθέσεις των Δυνάμεων μεταφέρονται στα Βαλκάνια, θρυμματίζοντας το όνειρο του Ρήγα Φεραίου για μια Βαλκανική Ομοσπονδία.

Μήλον της Έριδος αποτελούσε αυτή την περίοδο για τα βαλκανικά κράτη η Θεσσαλονίκη, είτε δρούσαν για ίδιο συμφέρον, είτε ως εντολοδόχοι των Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτό φαίνεται από την παρουσία στην πόλη περισσοτέρων από είκοσι γενικών προξενείων, στελεχωμένων πλήρως, με πρόσωπα, συχνά, αδίστακτα και επιρρεπή σε προκλήσεις. Οι ευρωπαϊκές Αυλές ασκούσαν στις βαλκανικές πρωτεύουσες πολιτική άλλοτε υπέρ των Αγγλογάλλων και άλλοτε υπέρ των Γερμανοαυστριακών.

Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι μάλλον ξεκάθαρα: ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ προσέγγιζε θέσεις και συμφέροντα των Αγγλογάλλων, ενώ ο διάδοχος Κωνσταντίνος ήταν φιλικός και ενδοτικός στα σχέδια των Γερμανοαυστριακών. Στον τελευταίο, μάλιστα, ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β’ της Γερμανίας είχε απονείμει, τιμητικά, τη ράβδο του Γερμανού στρατάρχη.

Η κατάσταση στη Θεσσαλονίκη, τους πρώτους μήνες μετά την απελευθέρωση, δεν είχε ομαλοποιηθεί. Στην πόλη υπήρχε μια διάχυτη ρευστότητα, παρά την έντονη παρουσία των Ελλήνων. Στη Διάσκεψη του Λονδίνου, που ακολούθησε το τέλος του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, έγιναν δεκτά τα αιτήματα του Ελ. Βενιζέλου.

Ο Ελ. Βενιζέλος, όμως, πίεσε το βασιλιά Γεώργιο Α’ να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη για να εδραιωθεί η ελληνική κατοχή της πόλης. Όταν πάρθηκαν τα μέτρα που έπρεπε, την 29 Οκτωβρίου 1912, ήρθε και ο βασιλιάς Γεώργιος στη Θεσσαλονίκη και του έγινε, φυσικά, θριαμβευτική υποδοχή.

Ποτέ του δεν είχε σκεφτεί πως θα έμπαινε στη μακεδονική πρωτεύουσα, που ως τώρα διεκδικούσαν οι Αυστριακοί. Η καθημαγμένη Ελλάδα του 1864 και του 1897 είχε γίνει μεγάλη δύναμη των Βαλκανίων.

Στο μεταβατικό αυτό στάδιο η Αυστροουγγαρία υποστήριζε ανοιχτά τις βουλγαρικές βλέψεις στη Θεσσαλονίκη, σε αντίθεση με τον Κάιζερ της Γερμανίας, που εκτιμούσε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δηλαδή βουλγαρική κατοχή της Θεσσαλονίκης, θα αποτελούσε καταστροφή για την ελληνική βασιλική οικογένεια. Στη φάση αυτή το στέμμα, επωφελούμενο από τη σπασμωδικότητα της ελληνικής κυβέρνησης, επέβαλε ως υπουργό Εξωτερικών τον γερμανόφιλο Γ. Στρέιτ. Και οι Βούλγαροι αντιπρόσωποι στη Διάσκεψη του Λονδίνου, εμφανίζοντας ως τεκμήριο την προσωρινή παρουσία τμημάτων του βουλγαρικού στρατού στην πόλη, έθεσαν στη Διάσκεψη με επιμονή το θέμα της Θεσσαλονίκης με τη φράση: «Τη Θεσσαλονίκη ή τον πόλεμο». Η απαίτηση των Βουλγάρων δεν έγινε δεκτή, αλλά οι προθέσεις τους ήταν σαφείς και αμετάβλητες στην πορεία των γεγονότων.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>