Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Γεώργιος Α’

Ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ επιβεβαιώνει τις βλέψεις της Βουλγαρίας. Σε επιστολή του την 11 Δεκεμβρίου 1912 πληροφορεί τον φίλο του πρεσβευτή Ρωμάνο για τη συζήτηση που είχε με τον Βούλγαρο βασιλιά Φερδινάνδο, που επισκέφτηκε για 24 ώρες τη Θεσσαλονίκη. Ακόμη διατυπώνει σκέψεις σχετικά με τις ελληνορουμανικές σχέσεις, για τον εφοδιασμό της Τουρκίας από τη Γερμανία και για τα νησιά του Αιγαίου και τα Γιάννενα:

«Ο Βασιλιάς Φερδινάνδος, όστις ήτο εδώ δι’ 24 ώρας, μοι είπεν ότι ένεκα της αλαζονείας των Τούρκων δεν επίστευεν ότι η Συνδιάσκεψις της Ειρήνης θα έφθανεν εις ικανοποιητικά αποτελέσματα. Εις τας ομιλίας του εφαίνετο ότι μόνον την Αδριανούπολιν είχεν εις τον νουν του. “Αν δεν μας την παραδώσουν”, έλεγεν, “αρχίζομεν εκ νέου πόλεμον”. Αλλ’ ουδέποτε είπεν “αν δεν σας παραδώσουν τα Ιωάννινα” ή εις τους Μαυροβουνίους “αν δεν σας παραδώσουν το Σκούταρι, αρχίζομεν πάλιν τον πόλεμον!”.

Υπήρξε λίαν φιλόφρονων. Μοι έλεγεν ότι επεβάλλετο μεγάλη προσοχή, επειδή θεωρείται φιλλέλην και η εν Βουλγαρία κοινή γνώμη δεν είναι πάντοτε ευνοϊκή προς αυτόν. Του παρετήρησα τότε ότι και εγώ ώφειλον να λαμβάνω υπ’ όψιν την κοινήν γνώμην της χώρας μου. Εις την μετά του Διαδόχου ομιλίαν του ανέφερεν ότι “η Θεσσαλονίκη είναι δια τους Βουλγάρους, ό,τι η Μέκκα δια τους Τούρκους”.

Του είπα επίσης ότι κατά την γνώμην μου η ανακωχή ήτο μέγα σφάλμα και ότι εάν είχε δεχθή την συνδρομήν των Ελλήνων και των Σέρβων δια την εκπόρθησιν της Τσατάλτζας, ήτις αποτελεί το τελευταίον προπύργιον των Τούρκων, θα είχομεν φθάσει σήμερον εις το τέρμα του πολέμου. Του προσέθεσα ότι ο Τουρκικός στρατός ήτο εξηντλημένος, εδεκατίζετο υπό νόσων και είχεν απολέσει το ηθικόν του. Δεν απητούντο τότε πολλαί θυσίαι δια να τους νικήσωμεν. Τουναντίον σήμερα η νίκη είναι πολύ δυσχερεστέρα, αφού τους αφήσαμεν καιρόν να ενισχυθούν δια νέων εφεδρειών. Και ο οπλισμός των Τούρκων ενισχύθη δια μεγάλου αριθμού πυροβόλων και πυρομαχικών παραληφθέντων εκ Γερμανίας δια του λιμένος της Κωνστάντζας. Εις αυτά μοι απήντησεν “η αιματοχυσία ήτο τρομερά, δεν ηδυνάμην να την υποφέρω”.

Δεν γνωρίζω αν ηδυνήθη να πράξη τι εις την Βιέννην. Ο κ. Στρέιτ θα ηδύνατο να σας πληροφορήση περί τούτου. Δεν έχω άλλας ειδήσεις ειμή όσας αναγιγνώσκω εις τας εφημερίδας της Βιέννης, αίτινες επανειλημμένως ανέγραψαν ότι ο Κόμης Berchtold και αυτός ο Αυτοκράτωρ εξεφράσθησαν μετά πολλών επαίνων περί του βουλγαρικού στρατού. Περί του ημετέρου ουδέν ανέφερον. Ο κ. Γρυπάρης έλαβεν οδηγίας συμφώνως προς όσα μου γράφετε. Πρέπει να προσπαθήση να εύρη τρόπον συνεννοήσεως. Αλλ’ ο κ. Στρέιτ θα δυνηθή πάντως να εργασθή προς την κατεύθυνσιν ταύτην λυσιτελέστερον, επειδή χαίρει πολλών συμπαθειών. Θα τον ίδητε κατά την επιστροφήν του, όταν θα διέλθη εκ Παρισίων.

Είμαι και εγώ της γνώμης σας ότι θα έπρεπε να επιδιώξωμεν οριστικήν μετά της Ρουμανικής Κυβερνήσεως συμφωνίαν. Θα ήτο ενδεδειγμένον η Κυβέρνησις να αποστείλη προς τούτο εις Βουκουρέστιον πρόσωπον εμπιστοσύνης, όπως συχνά το κάμνουν οι Βούλγαροι.

Χαίρω πολύ μανθάνων ότι ο Clemenceau είναι πάντοτε τόσον καλά υπέρ ημών διατεθειμένος. Ας ελπίσωμεν ότι τούτο θα επιδράση εις την Γαλλικήν Κυβέρνησιν. Δεν βλέπω τίποτε όμως επί του παρόντος, το οποίον να μοι ενισχύη την ελπίδα ότι η Γαλλία θα θελήση να μας υποστηρίξη εις τας διεκδικήσεις μας. Μέχρι τούδε επιμένει μόνον εις το ζήτημα της επιστροφής της Αδριανουπόλεως εις την Βουλγαρίαν, επειδή το θέλει η Ρωσία. Ο Βασιλεύς Φερδινάνδος φαίνεται δυσαρεστημένος κατά της Ρωσίας. Αλλ’ η Ρωσία εξακολουθεί να υποστηρίζη τα αιτήματα των Βουλγάρων. Εν τούτοις η Γαλλία και η Αγγλία έχουν μέγα συμφέρον να υποστηρίξουν την Ελλάδα.

Πολύς γίνεται λόγος περί των νήσων. Δια την ανάκτησίν των εχύθη ελληνικόν αίμα και μας ανήκουν. Εις τα Ιωάννινα τα πράγματα δεν πηγαίνουν πολύ καλά. Ας ελπίσουμεν ότι θα δυνηθώμεν να διατηρήσωμεν τας θέσεις μας μέχρι της αφίξεως των ενισχύσεων, αίτινες αποστέλλονται σήμερον εντεύθεν. Μανθάνω ότι και ο αδελφός σας ανεχώρησε δια την Ήπειρον.
Γράψατέ μοι πάλιν, άμα δυνηθήτε, και δεχθήτε την έκφρασιν των εγκαρδίων αισθημάτων μου,
ΓΕΩΡΓΙΟΣ».

Ύστερα από ένα μήνα περίπου (10 Ιανουαρίου 1913), έστειλε άλλο γράμμα στον Ρωμάνο που κι αυτό έχει ενδιαφέρον. Απ’ αυτό μαθαίνουμε ότι οι Εβραίοι δεν ήταν ευχαριστημένοι από την ελληνική διοίκηση και ότι ο Γάλλος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη και κάποιος αξιωματικός του ναυτικού ήταν πράκτορες των Τούρκων. Κι ακόμα μας δίνει πληροφορίες για τις κινήσεις των Βουλγάρων:

«Διαδίδεται ότι η Τουρκία απεδέχθη την διακοίνωσιν των Δυνάμεων και θα υποκύψη εις τας συμβουλάς της Ευρώπης. Υποθέτω λοιπόν ότι παραχωρεί την Αδριανούπολιν άνευ όρων και αφήνει τας Δυνάμεις να αποφασίσουν περί της τύχης των νήσων του Αιγαίου. Δεν αμφιβάλλω ότι αι νήσοι θα μας μείνουν. Μας ανήκουν δικαιώματι κατακτήσεως, υπήρξαν ελληνικαί από αιώνων, υπέφεραν δε τα πάνδεινα από τους Τούρκους κατά τον περί ανεξαρτησίας αγώνα, τέλος είναι ιδικαί μας και δεν θα τας αφήσωμεν, εκτός εάν η Ιταλία τας καταλάβη δια της βίας. Αλλά δεν πιστεύω ότι ο San Giuliano και Giolitti θα προβούν εις τοιαύτην επονείδιστον ενέργειαν, διότι η Ιταλική κοινή γνώμη δεν θα υπεστήριζε μίαν Κυβέρνησιν, ήτις θα ετόλμα να παραβή μέχρι τοιούτου σημείου την αρχήν των εθνικοτήτων, εις την οποίαν η Ιταλία οφείλει την ύπαρξίν της.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>