Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Γεώργιος Α’

Το λάθος του Γεωργίου Α’ ήταν που δεν ήθελε να αλλάξει συνήθειες. Ήθελε να ζει όπως και στην Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη, όμως, δεν ήταν Αθήνα. Δεν ήταν μόνο η πολεμική ατμόσφαιρα, ήταν και το διεθνές κλίμα του εμπορικού κέντρου, με την πλειοψηφία των αλλοεθνών και την πανσπερμία Λεβαντίνων, κατασκόπων, πρακτόρων…

Κάθε μέρα που έκανε τον περίπατό του, πόσα δεν σκεφτόταν για τη νέα κατάσταση! Όταν από καμιά φορά περνούσε μπροστά από το μέγαρο-φυλακή όπου οι Νεότουρκοι είχαν κλείσει τον Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ θα σκεφτόταν:
«Πώς αλλάζουν οι καιροί! Ο τρομερός και φοβερός Σουλτάνος, που τον έτρεμαν οι Έλληνες και ακόμα και οι Ευρωπαίοι, είναι τώρα ακίνδυνος και μάλιστα δυστυχισμένος. Κλεισμένος σ’ ένα μεγάλο σπίτι…».

Εκείνο όμως που δεν σκέφτηκε ο Γεώργιος ήταν η δική του τύχη. Πέρασε πολλές μπόρες και τάβγαλε πέρα. Το 1897 παραλίγο να χάσει το θρόνο του. Το 1909 αναγκάστηκε να ταπεινωθεί και λίγο έλειψε να πάρει το δρόμο της εξορίας μαζί με το διάδοχο και τους πρίγκιπες. Τώρα ήταν ευτυχισμένος. Και κατά τον Βεντήρη:

«…ολίγας ημέρας προ της δολοφονίας, του έλεγον ότι ημπορούσε να απομακρυνθεί [από τη Θεσσαλονίκη] προσωρινώς. Και ο Βασιλεύς απήντα: “Η αναχώρησίς μου ίσως εκληφθεί ως εξασθένισις της αποφάσεώς μας όπως μείνωμεν. Όταν η Θεσσαλονίκη προσαρτηθεί οριστικώς εις την Ελλάδα, θα έχω το δικαίωμα να φύγω. Έως τότε θα μείνω εδώ”».

Μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης της πόλης πολλά πράγματα άλλαξαν. Κανένα από τα βαλκανικά κράτη, ούτε οι Μεγάλες Δυνάμεις, δεν ήθελαν τη Θεσσαλονίκη στα χέρια των Ελλήνων. Η απόκτηση της Θεσσαλονίκης ήταν η μεγάλη πολεμική λεία γιατί ο κάτοχός της ρύθμιζε τα πράγματα σ’ ολόκληρη την περιοχή.

Αυτό το γνώριζε πολύ καλά η πολιτική ηγεσία και ο βασιλιάς, έτσι δείχνει και η εγκατάστασή του στην πόλη.
Το ενδιαφέρον του για την ανάπτυξη της πόλης και η μετεξέλιξή της σε διεθνές εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο ενόχλησε πολύ τους διεθνείς κύκλους. Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων αποτέλεσε το θρίαμβο της Ελλάδας μετά την ταπεινωτική ήττα 1897, έκανε την χώρα υπολογίσιμη δύναμη και την έβαζε σε ένα χώρο όπου μπορούσε να διεκδικεί ό,τι της ανήκε.

Οι άνθρωποι, όμως, του γερμανικού και του αυστριακού επιτελείου σκεφτόταν διαφορετικά. Σαν όργανα του γερμανικού και του αυστριακού ιμπεριαλισμού οι στρατοκράτες της Βιέννης και του Βερολίνου προετοιμάζονταν για πόλεμο. Η Ανατολή ήταν από καιρό ο αντικειμενικός σκοπός τους. Ο βαλκανικός πόλεμος και οι νίκες Βουλγάρων, Σέρβων και Ελλήνων τους χάλασαν τα σχέδια. Δεν απελπίστηκαν όμως. Άρχισαν να ραδιουργούν για να φέρουν νέα αναστάτωση στα Βαλκάνια. Για να πετύχουν τα σχέδιά τους, έπρεπε να βγάλουν από τη μέση τον βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Α’, που θεωρείτο πιστός φίλος της Αγγλίας. Όσο κι αν έκανε το φίλο του Γερμανού αυτοκράτορα, η Αυλή της Γερμανίας ήξερε πολύ καλά – και είχε και αποδείξεις – ότι ο Γεώργιος μισούσε τον Κάιζερ και την κλίκα του.

Ερώτημα: οι Γερμανοί αυλικοί λοιπόν αποφάσισαν να δολοφονήσουν τον Γεώργιο γιατί είχαν λόγους να πιστεύουν ότι ο Κωνσταντίνος θα ήταν όργανο του Κάιζερ και έτσι στον ευρωπαϊκό πόλεμο που σχεδίαζαν, θα ακολουθούσε γερμανόφιλη πολιτική;
Ο Γεώργιος Α’ συνέχιζε τους καθημερινούς περιπάτους με έναν μόνο συνοδό, τον υπασπιστή του αντισυνταγματάρχη Ι. Φραγκούδη. Έτσι είναι εύκολο το σημάδεμα του καθημερινού δρομολογίου του περιπάτου. Ως βασιλική κατοικία στη Θεσσαλονίκη χρησιμοποιούσε στην έπαυλη Χατζηλαζάρου, στη συμβολή των σημερινών οδών Π. Συνδίκα και Βασ. Όλγας.

Το μεσημέρι της 5ης Μαρτίου 1913, ο Γεώργιος, συνοδευόμενος από τον υπασπιστή του κατέβηκε από το μέγαρο Χατζηλαζάρου στην αποβάθρα του Λευκού Πύργου για να πραγματοποιήσει εθιμοτυπική επίσκεψη στον Γερμανό ναύαρχο Γκόπφεν επί του πολεμικού πλοίου Γκέμπεν, που βρισκόταν στο λιμάνι της πόλης.

Στο ρεπορτάζ της εφημερίδας «Εμπρός» της 7ης Μαρτίου 1913 διαβάζουμε:
«… Η Α. Μεγαλειότης, ομιλών εις τον υπασπιστήν του, εξέφραζε την μεγάλην του χαράν δια την πτώσιν των Ιωαννίνων (σ.σ.: στις 22 Φεβρουαρίου 1913), πλειστάκις τονίσας των νέον θρίαμβον των Ελληνικών όπλων. Η αυτή ευδιαθεσία του Βασιλέως εξηκολούθησε και μετά μίαν ώραν όταν η Α. Μ. ήρχισε να επιστρέφη εις το Ανάκτορον. Όταν διήρχετο προ του Λευκού Πύργου, εγγύτατα του πλήθους το οποίον περιεστοίχιζε την κατ’ εκείνην την ώραν παιανίζουσαν μουσικήν, επλησίασεν, ανεμίχθη μετά των πολιτών, ήκουσε μουσικήν και κατά την δημοκρατικήν του συνήθειαν, συνωμίλησε μετά των ανθρώπων του λαού οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί. Μετά τούτο, εισήλθεν εις την λεωφόρον της Αγίας Τριάδας …».

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>