Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Το λεωφορείο της Αεροπορίας

Το 1947 ο ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν σε κρίσιμη καμπή. Η διεθνοποίηση του ελληνικού προβλήματος από το ΚΚΕ, η εξάπλωση του εμφύλιου σε ολόκληρη την Ελλάδα και η διαφαινόμενη ενίσχυση του Δημοκρατικού Στρατού από τη Σοβιετική Ένωση και τις χώρες του Ανατολικού μπλοκ ανάγκασαν το Γενικό Επιτελείου Στρατού και τους αρχηγούς της Βρετανικής και της Αμερικανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα να εκπονήσουν βιαστικά ειδικό σχέδιο στρατιωτικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων σε ολόκληρο τον (χερσαίο) ελλαδικό χώρο.

Το σχέδιο είχε τη γενική κωδική ονομασία Τέρμινους (Terminus). Η πρώτη φάση του, με το κωδικό όνομα Αετός, άρχισε να εφαρμόζεται από τις αρχές Απριλίου 1947 και είχε στόχο την κατάληψη του οροπεδίου της Νευρόπολης Πίνδου, όπου στη διάρκεια της Κατοχής λειτουργούσε μυστικό αεροδρόμιο του ΕΛΑΣ και ήταν το κέντρο των ανταρτών για τη δράση τους στην κεντρική Θεσσαλία.

Η δεύτερη φάση του, με το κωδικό όνομα Ιέραξ, θα άρχιζε να εφαρμόζεται από τον Μάιο 1947 και στόχευε, με την προώθηση του Εθνικού Στρατού στις περιοχές βόρειας Πίνδου, Χασίων, Αντιχασίων, να εγκλωβίσει τον Δημοκρατικό Στρατό που μετακινιόταν συνεχώς καταλαμβάνοντας τα κενά ακόμα και στα μετόπισθεν.

Στις επιχειρήσεις αυτές χρησιμοποιήθηκε και η Πολεμική Αεροπορία. Η Πολεμική Αεροπορία, κατά τα Δεκεμβριανά αιματηρά γεγονότα της Αθήνας (1944 – 1945), κράτησε ουδέτερη στάση, μετά τις τραυματικές εμπειρίες από τις εμφυλιοπολεμικές συγκρούσεις, κατά την Κατοχή, στη Μέση Ανατολή. Ο Εμμ. Κελαϊδής γράφει στο Αναμνήσεις από τη Αεροπορίαν:

«Δεν υπήρχε δυστυχώς Εθνική πνοή, ούτε σαφής κατεύθυνση, με αποτέλεσμα οι διοικούντες τότε να αποφασίσουν, άνευ προηγουμένης Κυβερνητικής εγκρίσεως, να κρατηθή η Αεροπορία ουδετέρα έναντι των στασιαστών».
Στις αρχές του 1947 άρχισε να οργανώνεται το αεροδρόμιο του Σέδες, ανατολικά της Θεσσαλονίκης, με την εγκατάσταση των νέων καταδιωκτικών αεροπλάνων Spitfires 9. Και το αεροδρόμιο της Λάρισας έγινε βάση για επιχειρήσεις στην περιοχή των Αγράφων. Οι πρώτες επιχειρήσεις των Spitfires δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ο Ηλ. Καρταμαλάκης στο Εφόρμησις Αετών αναφέρει:

«Τα “Σπιτφάιρς” πήγαιναν να χτυπήσουν στόχο σε θέση που ήταν ο εχθρός πριν 5 ή 10 και περισσότερες ώρες! Και το Γ’ Σώμα Στρατού έδινε κατηγορηματικές διαταγές: “Να χτυπήσουν το σημείο “X”, βρούνε δεν βρούνε στόχο!” και “μόνο για να εμψυχώνουνε το Στρατό”».

Οι αντάρτες είχαν βγάλει το συμπέρασμα ότι οι αεροπόροι ήταν μαζί τους, αφού έβλεπαν να ρίχνουν τα πυρά τους σε χαράδρες ή γυμνές κορυφές. Ο Αχ. Παπαϊωάννου, διοικητής της 103ης Ταξιαρχίας του ΔΣΕ, θυμάται:
«Πρέπει να πω ότι οι αεροπόροι ως επί το πλείστον, δεν χτυπούσαν αντάρτες. Δεν ξέρω ποιοι ήσαν αυτοί. Βαδίζαμε ανοιχτά και δεν μας χτυπούσαν […] Το είδα αυτό, το αισθάνθηκα… Τώρα, τι άνθρωποι ήσαν αυτοί; “Μπράβο παιδιά Δημοκράτες… Είστε παιδιά του Λαού”. Έτσι λέγαμε και αυτή είναι η προσωπική μου διαπίστωση…».
Ο Ηλ. Καρταμαλάκης στο Η Αεροπορία στον «Εμφύλιο» σχολιάζει:

«Εκεί που ο Αχιλλέας Παπαϊωάννου είχε δίκιο στην κρίση του, είναι στο βαθμό πάθους και μανίας που χτυπούσαν ορισμένοι αεροπόροι, καθώς και “στο βαθμό κατανόησης του δικαίου της αποστολής τους”. Γι’ αυτό και η προθυμία με την οποία πετούσαν οι χειριστές τα αεροπλάνα τους για τη συντριβή των ανταρτών, άρχισε σιγά-σιγά να μειώνεται για να φτάσει σε επικίνδυνο σημείο».

Ήταν λοιπόν δικαιολογημένος ο αιφνιδιασμός των ανταρτών όταν την 6 Απριλίου 1947 η αεροπορική επίθεση προκάλεσε πανωλεθρία σε τμήματα ανταρτών στο Λιοντάρι Δομοκού. Η εικόνα που είχαν μέχρι τότε για τους αεροπόρους θάμπωσε και αποφάσισαν ένα εκδικητικό χτύπημα εναντίον του προσωπικού της Αεροπορίας.
Διαβάζουμε στην εφημερίδα Νέα Αλήθεια της 30 Απριλίου 1947:

«Το λεωφορείον της Αεροπορίας εξεκίνησε την 7ην πρωϊνήν από το ξενοδοχείον “Αστόρια”, αφού παρέλαβε τους διαμένοντας εις αυτό Αξιωματικούς της Αεροπορίας. […] Την 7.10, ακριβώς, το λεωφορείον εστάθμευσεν εις την στάσιν Μισραχή ίνα παραλάβη τον υποσμηναγόν Ν. Γαλιλαίον, όστις διαμένει παρά το Νοσοκομείον “Χιρς”.

Δεν επέρασαν παρά ολίγα λεπτά, και ενώ οι εν τω λεωφορείω Αξιωματικοί συνεζήτουν αμέριμνοι, είς άγνωστος χαμογελών δια να μην κινήση υποψίας, φαίνεται, έρριψεν εκ των έμπροσθεν και με ορμήν έν δέμα εφημερίδος κατά του οδηγού. Το δέμα περιείχε πέτραν ήτις έθραυσεν τον εμπρόσθιον υαλοπίνακαν. Ευθύς αμέσως έρριψε χειροβομβίδα ήτις εξερράγη παρά τους πόδας του οδηγού σμηνίτου».

Στο βιβλίο του Γ. Αναστασιάδη Η Θεσσαλονίκη στις συμπληγάδες του 20ου αιώνα καταγράφεται η αφήγηση και οι κρίσεις του Γ. Μόδη για το γεγονός:

«…Το μεγάλο κίτρινο λεωφορείο της αεροπορίας ήλθε και στάθηκε στη “Στάση Μισραχή” να παραλάβει αεροπόρους για το αεροδρόμιο κατά τα καθιερωμένα. Η ώρα ήταν 7 και 10 λεπτά […] Ξαφνικά δύο τρομακτικοί κρότοι τράνταξαν τον τόπο και τον γέμισαν καπνό. Δύο χειροβομβίδες ενισχυμένες έπεσαν στο λεωφορείο. Η πρώτη έσπασε το μπροστινό κρύσταλλο και έσκασε στα πόδια του οδηγού που τον έκανε κομμάτια.

Η δεύτερη ρίχθηκε από το πίσω μέρος, όπου ήταν και η έξοδος την στιγμή που αλαφιασμένοι οι Αξιωματικοί επιχείρησαν να πηδήξουν κάτω […] Η Στάση Μισραχή όπου ξετυλίχθηκε με κινηματογραφική γοργότητα η φρικαλέα σκηνή βρίσκεται στην κεντρική λεωφόρο που αρχίζει από τον Λευκό Πύργο και απλώνεται προς την Ανατολική πλευρά της Θεσσαλονίκης προς το Ντεπό.

Τα κοριτσάκια ενός γειτονικού σχολείου είδαν 3 αγριεμένους άνδρες να φεύγουν προς τα πάνω κρατώντας πιστόλια στα χέρια. Δύο μισολαβωμένοι αεροπόροι δοκίμασαν να τους κυνηγήσουν. Αλλ’ ήταν και άοπλοι […] Ένα αόρατο χέρι έβγαινε κάθε τόσο απ’ τη σκιά και σκόρπιζε πένθη και τρόμο. Το κράτος είχε ρεζιλευτεί […] Γνωστοί και φίλοι με σταματούσαν στο δρόμο επειδή αρθρογραφούσα τότε στις εφημερίδες και μου έλεγαν “Τρελλάθηκες; Θα σε σκοτώσουν. Φύγε απ’ εδώ. Τα σκυλιά δεν χωρατεύουν”

Μετάβαση σε: Επόμενη >>