Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Μάης ’36

Το ΚΚΕ υπέθαλψε, βέβαια, την απεργία και τη χρησιμοποίησε σαν όπλο κατά της ερχόμενης δικτατορίας. Και ο Ριζοσπάστης της 10 Μαΐου 1936 έγραφε:
«…ο λαός να χυθή στους δρόμους, να γίνη κύριος του σπιτιού του και αδελφωμένος με το στρατό, να πάρη την εξουσία…».

Η έκρηξη δεν θα είχε, πάντως, σημειωθεί αν η αθλιότητα του επιπέδου ζωής και η διαφθορά του πολιτικού συστήματος δεν είχαν οδηγήσει το λαό στην απόγνωση. Τα στοιχεία, λοιπόν, της εξέγερσης ήταν:

♦ η εκμετάλλευση και η εξαθλίωση των εργαζομένων,
♦ ο κυνισμός και η εξαχρείωση της κυρίαρχης τάξης,
♦ η επακόλουθη απόγνωση του λαού,
♦ η ειρηνική διαμαρτυρία του κόσμου.

Ο Φορτούνιο γράφει στο Βήμα της 11 Μαΐου:
«Τα γεγονότα του Μάη ’36 οφείλονται στην εγκατάλειψη της Θεσσαλονίκης. Μια εγκατάλειψη που είναι διπλή: η γενική εγκατάλειψις των νέων χωρών και η ειδική των εργατών […] Αναζητούν την εξαφάνιση του προβλήματος δια της χωροφυλακής. Τα αιτήματα για αυξήσεις ημερομισθίων δεν είναι πάντοτε υπερβολικά: πρέπει να γίνουν αντικείμενο μιας σταθερής κοινωνικής πολιτικής».

Και ο Α. Λιάκος επισημαίνει:
«… Αποφασιστικοί παράγοντες της εξέγερσης του ’36 ήταν η αθλιότητα των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων και η ιδιαίτερη αυταρχικότητα του κράτους. Τα επίσημα στοιχεία του Φόρεϊν Όφις καταρρίπτουν το βασικό επιχείρημα του δικτάτορα Μεταξά περί “κομμουνιστικού κινδύνου” για την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου […] Όλοι οι πυροβολισμοί και οι θάνατοι οφείλονται στην δράση της αστυνομίας».

Η απάντηση στην κραυγή απόγνωσης επρόκειτο να είναι νέα κατάσταση καταπίεσης: η δικτατορία.
Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, η δικτατορία δεν αποκτούσε πολιτική δικαίωση. Το καθεστώς δεν κινδύνευε. Η δικτατορία ερχόταν και αυτό υπογράμμιζε την απόλυτη διαφθορά του καθεστώτος, αφού το καθεστώτος της άκρας δεξιάς βρισκόταν σε αμφισβήτηση.

Ο Θεμ. Σοφούλης, αν και απέφυγε να αναφερθεί στη εξαθλίωση του λαού, καταδίκασε με μεγάλη οξύτητα την απάνθρωπον συμπεριφοράν του κράτους και των οργάνων του καθώς και τας τσαρικάς σφαγάς. Καταλόγισε, με βάση τις εκθέσεις που του υπέβαλαν οι βουλευτές των Φιλελευθέρων της Θεσσαλονίκης, όλη την ευθύνη στη Χωροφυλακή και στους επικεφαλής της, που έχασαν την ψυχραιμία τους. Ο δε Γ. Καφαντάρης ζήτησε από τον Ι. Μεταξά να πάρει μέτρα εκκαθάρισης της Χωροφυλακής, γιατί η μονόπλευρη σύνθεση της θα γινόταν αφορμή επανάληψης των θλιβερών σκηνών και στο μέλλον.

Στο μεταξύ, η τύχη είχε χαμογελάσει ακόμα μια φορά στον βασιλιά, όταν την 17 Μαΐου, μετά τον Γ. Κονδύλη και τον Ελ. Βενιζέλο, πέθανε και ο Παν. Τσαλδάρης, το ραμολιμέντο, όπως έλεγε ο Γεώργιος Β’.

Ο Παν. Τσαλδάρης ήταν ένας από τους λίγους πολιτικούς που η μεγάλη μάζα του λαού περιέβαλλε με τη συμπάθειά της. Στο πρόσωπό του αναγνώριζε τον καλοκάγαθο αστό, τον άντρα με την έμφυτη μετριοπάθεια, τον πολιτικό που δεν προκάλεσε ποτέ ρίγη ενθουσιασμού, αλλά και δεν άναψε φωτιές μίσους.

Με αυτό τον χαρακτήρα ο Τσαλδάρης δεν μπόρεσε ποτέ να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στο λαό και τη δημοκρατία. Έτσι, η συνεισφορά του στην ανανέωση του αστικού καθεστώτος ήταν μηδαμινή. Παρ’ όλα αυτά, έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του ένας πολιτικός που δεν πρόδωσε τον κοινοβουλευτισμό.

Ταυτόχρονα, όμως, την επομένη του θανάτου του Παν. Τσαλδάρη (17 Μαΐου 1936) ο Θεμ. Σοφούλης έκανε και νέα παραχώρηση στον Ι. Μεταξά δεχόμενος ως υπουργό Εσωτερικών τον Θ. Σκυλακάκη, γνωστό στυλοβάτη του κινήματος του 1923 και δηλωμένο Χιτλερικό. Παραδόθηκαν έτσι οι νομαρχίες σε παλιούς απότακτους αξιωματικούς, τους πιο ορκισμένους μπράβους του αντιβενιζελισμού. Από την άλλη μεριά, ο φιλοβενιζελικός τύπος κατηγορούσε την κυβέρνηση Μεταξά για άστοχο χειρισμό των απεργών.

Το Κόμμα των Φιλελευθέρων είχε, για πρώτη φορά στην ιστορία του, βρεθεί μπροστά σε τέτοια κρίση. Τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης έδειχναν ότι η πολιτική του απέναντι στον Μεταξά αποδοκιμαζόταν από το λαό και η επιρροή που ασκούσε στους οπαδούς του εξασθενούσε επικίνδυνα προς όφελος της αριστεράς.

Ο Θεμ. Σοφούλης, στη συνέχεια, παζάρευε με τον Ι. Θεοτόκη κυβερνητικό σχήμα για κυβέρνηση ευρέος συνασπισμού. Αυτές οι κινήσεις ενίσχυσαν την άποψη του Μεταξά περί εκρυθμότητος της καταστάσεως και έστρωναν το δρόμο για τη δικτατορία.

Αργότερα, ο Θεμ. Σοφούλης δικαιολογήθηκε ότι περίμενε από τον Μεταξά να επαναφέρει τους απότακτους και μετά να προχωρήσει σε πολιτική κυβέρνηση. Και μάλιστα ο ίδιος προχώρησε σε συμφωνία με τον Ι. Θεοτόκη για σχηματισμό ενιαίας κυβέρνησης που θα έκανε εκλογές με πλειοψηφικό. Την απόφαση αυτή ανακοίνωσε στο βασιλιά την 22 Ιουλίου 1936.

Η πλήρης αναδίπλωση του Σοφούλη ήταν αδύνατη γιατί
♦ ήταν πεποίθησή του ότι ο Μεταξάς αντιπροσώπευε τη μόνη ελπίδα επαναφοράς στο στρατό των απότακτων στρατιωτικών,
♦ η συντηρητική του φύση απέτρεπε συνεργασία με ριζοσπαστικές δυνάμεις,
♦ ο φόβος ότι ένα αντιδικτατορικό μέτωπο θα έφερνε πιο κοντά μια δικτατορία της άκρας δεξιάς.

Το Κόμμα των Φιλελευθέρων αρνήθηκε να κάνει στροφή, πράγμα που σήμαινε ότι η διαρροή των οπαδών του προς τα αριστερά, σαν αναγκαίο τίμημα της πολιτικής του, θα συνεχιζόταν. Επιχείρησε δε να εξισορροπήσει τη ζημιά που πάθαιναν από τα αριστερά με κέρδη από τα δεξιά. Προσπάθησαν να καταλάβουν θέσεις στον κρατικό μηχανισμό σε βάρος της δεξιάς. Ο Μεταξάς είχε αφήσει να φανεί ότι ήταν πρόθυμος να τους βοηθήσει.

Ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ κάλεσε τον Μεταξά, του είπε όλα όσα είχαν συζητήσει με το Θεμ. Σοφούλη και του έλυσε τα χέρια να προχωρήσει σε δικτατορία. Το ίδιο απόγευμα ο Ι. Μεταξάς ανακοίνωσε στους Σκυλακάκη, Παπαδήμα και Διάκο ότι είχε την βασιλική άδεια να προχωρήσει στη κήρυξη της δικτατορίας.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>