Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Μάης ’36

Ο Ριζοσπάστης γράφει:
«Η αστυνομία έδειξε σήμερα καθαρά πως παίζει ρόλο του υπηρέτη του καπνεργατικού και του άλλου κεφαλαίου. Με αγριότητα και βανδαλισμούς επετέθηκε κατά των αόπλων καπνεργατών και καπνεργατριών, των υφαντουργών, των μικρών κοριτσιών (12 έως 15 χρονών) και τους αιματοκύλησε. Επί 3,5 ώρες η Θεσσαλονίκη βρισκότανε σε κατάσταση μάχης, μεταξύ των δυνάμεων της αστυνομίας και ενός μέρους της εργατικής τάξης. Η στάση της αστυνομίας έχει εξεγείρει τον λαό».

Σάββατο 9 Μαΐου 1936. Η επομένη κρίσιμη μέρα. Στη Θεσσαλονίκη επικρατεί αναστάτωση και έντονη αγωνία πλανάται στην ατμόσφαιρα. Τα καταστήματα στην αγορά είναι κλειστά και οι καμπάνες των εκκλησιών κτυπούν πένθιμα. Περίπου 25.000 απεργοί περιφέρονται στους δρόμους της πόλης. Η χωροφυλακή με θωρακισμένα οχήματα και η έφιππη χωροφυλακή με επελάσεις προσπαθούν να διαλύσουν τις ομάδες των απεργών.

Δημιουργούνται μικροσυμπλοκές σε πολλά σημεία της πόλης. Μπροστά στα γραφεία του Ενωτικού Εργατικού Κέντρου βρίσκονται συγκεντρωμένοι χιλιάδες απεργοί προκειμένου να πραγματοποιήσουν πορεία προς το Διοικητήριο για να διαμαρτυρηθούν για τις βιαιότητες της προηγούμενης μέρας. Περί ώρα 10.00, περνά από το χώρο της συγκέντρωσης το αυτοκίνητο της αστυνομίας, που μετέφερε τους συλληφθέντες την προηγούμενη μέρα απεργούς.

Οι συγκεντρωμένοι απεργοί σταματούν το όχημα και απαιτούν την άμεση απελευθέρωση των κρατούμενων απεργών. Η απελευθέρωση των απεργών επιτυγχάνεται χωρίς να δημιουργηθούν σοβαρά επεισόδια.
Ο διοικητής της Χωροφυλακής Γ. Ντάκος, μαθαίνοντας το περιστατικό, έγινε έξαλλος. Διατάζει γενική επίθεση κατά των διαδηλωτών, που κινούνται στην οδό Εγνατία κατευθυνόμενοι στο Διοικητήριο.

Στη συμβολή των οδών Εγνατία και Βενιζέλου, όπου διαμορφώνεται μια μικρή πλατεία, αλλά και λίγο πιο πέρα, στην πλατεία Κολόμβου, πραγματοποιούνται συμπλοκές ανάμεσα σε χωροφύλακες και διαδηλωτές, που προσπαθούν να αντισταθούν με πέτρες και τούβλα από τα γύρω γιαπιά. Έστησαν και πρόχειρα οδοφράγματα από υλικά οικοδομών.
Οι έφιπποι χωροφύλακες, με τις σπάθες στα χέρια, ορμούν με μανία κατά των διαδηλωτών. Οι διαδηλωτές δέχονται και πυροβολισμούς από τα θωρακισμένα οχήματα της χωροφυλακής και από ασφαλίτες που είχαν ακροβολιστεί σε ταράτσες των γύρω κτιρίων και ξενοδοχείων της Εγνατία.

Στήνονται οδοφράγματα στην Εγνατία, από την πλατεία Κολόμβου μέχρι την οδό Συγγρού, ενώ μπροστά στο Αλκαζάρ διεξάγεται πραγματική μάχη, με τους χωροφύλακες να πυροβολούν στο ψαχνό. Ασφαλίτες από τα παράθυρα των μεγάρων Αίγλη και Παλλάδιον, καθώς και από το μισοχτισμένο Καραβάν Σεράι πυροβολούν το πλήθος. Στη διασταύρωση των οδών Συγγρού και Πτολεμαίων, μπροστά στο ξενοδοχείο Μητρόπολις, πέφτει νεκρός ο 27χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης.

Είναι το πρώτο θύμα των γεγονότων. Μια πόρτα από παρακείμενη οικοδομή γίνεται αυτοσχέδιο φορείο για το σώμα του Τούση και κρατώντας το ψηλά οι απεργοί κατευθύνονται στην ευρισκόμενη κοντά κλινική Ανδρεάδη, όπου διαπιστώνεται ο θάνατός του.

Οι διαδηλωτές συνταράσσονται από το γεγονός, αλλά δεν πτοούνται. Κρατώντας πάλι το νεκρό ψηλά επιχειρούν να κινηθούν προς το Διοικητήριο. Οι χωροφύλακες όμως εφορμούν και τους διαλύουν με βίαιο τρόπο, μη σεβόμενοι ούτε το νεκρό. Οι διαδηλωτές αποθέτουν το νεκρό σώμα, όπως ήταν τοποθετημένο πάνω στην πόρτα, στο οδόστρωμα της Εγνατία, δίπλα στο ναό της Παναγίας των Χαλκέων.

Εκεί τον βρήκε η μητέρα του, Κατίνα Τούση, που ειδοποιήθηκε, στο σπίτι της πίσω από τις Νέες Φυλακές Θεσσαλονίκης, από γείτονες για το τραγικό γεγονός. Η γνωστή φωτογραφία της χαροκαμένης μάνας να μοιρολογεί πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της στη μέση του δρόμου έγινε σύμβολο του αγώνα και των θυσιών των απεργών εργατών του Μάη του ’36 στη Θεσσαλονίκη. Γι’ αυτόν έγραψε και ο Γιάννης Ρίτσος τον Επιτάφιο που μελοποίησε αργότερα ο Μίκης Θεοδωράκης.

Αυτόπτες μάρτυρες, που έζησαν τις δραματικές εκείνες ώρες, τις χαρακτηρίζουν ως ώρες φρίκης και αλλοφροσύνης. Συγχρόνως, περιγράφουν εικόνες ηρωισμού, αγωνιστικότητας και αλληλεγγύης μεταξύ των διαδηλωτών απεργών. Ένας νεαρός Ισραηλίτης, ο Σαλβαδόρ Ματαράσσο, ξηλώνει τη φόδρα από το σακάκι του, τη βάφει στο αίμα του Τούση και την κάνει σημαία. Με το λάβαρο αυτό μπαίνει μπροστά από ένα πλήθος απεργών και προχωρά αδιαφορώντας για τον κίνδυνο.

Στη γωνία των οδών Εγνατία και Ι. Δραγούμη, ο θαρραλέος αγωνιστής δέχεται μια σφαίρα από ακροβολισμένο ασφαλίτη και πέφτει νεκρός. Την ίδια ώρα, στην πλατεία Κολόμβου, σκοτώνεται με τον ίδιο τρόπο η 23χρονη καπνεργάτρια και μητέρα ενός παιδιού Αναστασία Καρανικόλα, ενώ στην οδό Ι. Δραγούμη χάνει τη ζωή του ο 23χρονος Σταύρος Διαμαντόπουλος.

Ενώ αυτά συμβαίνουν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, οι ειδήσεις μεταφέρονται γρήγορα στις γειτονιές και τις περιφερειακές συνοικίες. Πυκνές ομάδες πολιτών από κάθε κατεύθυνση και γειτονιά αρχίζουν να πορεύονται προς το κέντρο της πόλης με άγριες διαθέσεις κατά των χωροφυλάκων. Οι ομάδες αυτές των πολιτών ενώνονται με τους απεργούς-διαδηλωτές στην οδό Εγνατία. Η όλη κατάσταση παίρνει διαστάσεις παλλαϊκής εξέγερσης.

Οι χωροφύλακες, με διαταγή του διοικητή Ντάκου, πυροβολούν αδιακρίτως, με μανία και φανατισμό, τους απεργούς-διαδηλωτές και τους διαμαρτυρόμενους πολίτες, σαν να επρόκειτο για πολεμική σύγκρουση με ξένους εισβολείς. Το μεγάλο αιματοκύλισμα έγινε στη γωνία των οδών Εγνατία και Βενιζέλου. Αποτέλεσμα: 13 νεκροί (ο «Ριζοσπάστης» της 10ης Μαΐου 1936 τους ανεβάζει σε 30), 32 βαριά τραυματισμένοι και 200 ελαφρότερα, όλοι πολίτες και διαδηλωτές.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>