Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Μάης ’36

Οι νεκροί (όσοι έχουν καταγραφεί) είναι:
Τάσος Τούσης, αυτοκινητιστής (27 ετών),
Αναστασία Καρανικόλα, καπνεργάτρια (23 ετών, μητέρα ενός παιδιού),
Ιντογιάκο Σένορ (Σρέντορ), επινικελωτής (22 ετών),
Γιάννης Πανόπουλος (23 ετών),
Δημήτρης Λαϊλάνης (ή Λάινας) υποδηματεργάτης (17 ετών),
Ευθύμιος Αδαμαντίου, υποδηματεργάτης (18 ετών),
Ευάγγελος Χάλης, καπνεργάτης (32 ετών),
Σαλβατόρ Ματαράσο, ιδιωτικός υπάλληλος (25 ετών),
Δημήτριος Αγλαμίδης, σιδηρουργός (25 ετών)
Σταύρος Διαμαντόπουλος, εργάτης (23 ετών),
Ευθύμιος Διαμαντόπουλος,
Ύννο Γιακώβ, 25 χρονών, επινικελωτής
Μανώλης Ζαχαρίου, 26 χρονών, εργάτης

Οι εφημερίδες της εποχής ανεβάζουν τους νεκρούς στους 13, ενώ ο Ριζοσπάστης της 10 Μαΐου 1936, γράφει για 30. Δεν έχει γίνει πλήρης καταγραφή των θυμάτων γιατί τόσο το καθεστώς της δικτατορίας του Ι. Μεταξά όσο και η Γερμανική Κατοχή, που ακολούθησαν, εξαφάνισαν τα στοιχεία. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει επίσημη μελέτη των σημαντικών, για το εργατικό κίνημα, γεγονότων του Μάη του ’36.

Όλα τα θύματα πυροβολήθηκαν από χωροφύλακες και ασφαλίτες, αφού τα στρατιωτικά τμήματα, που στάλθηκαν από τον διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού, Ν. Ζέππο, για να ενισχύσουν τη χωροφυλακή αρνήθηκαν να πυροβολήσουν κατά του πλήθους.

Άλλωστε, οι περισσότεροι από τους στρατιώτες ήταν αγροτόπαιδα ή παιδιά εργατών από την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης και γνώριζαν ότι απέναντι τους βρίσκονταν ίσως γονείς, αδέλφια, συγγενείς ή φίλοι τους. Σημειώθηκαν, μάλιστα, και περιπτώσεις που οι στρατιώτες επενέβησαν για να αναχαιτίσουν μανιασμένους και έξαλλους χωροφύλακες και να αποτρέψουν πιο δυσάρεστες εξελίξεις και γεγονότα.

Ο δημοσιογράφος Ν. Καστρινός γράφει στην εφημερίδα Εφημερίς των Βαλκανίων:
«…Κατέβαινα προς το Βαρδάρι απ’ την οδό Εγνατίας, αλλά μπροστά στο ΤΑΚ (Ταμείο Ασφάλισης Καπνεργατών) οι χωροφύλακες με ημπόδισαν. Ο ανθυπομοίραρχος, μ’ όλο που του εδήλωσα την ταυτότητά μου και την ιδιότητά μου, με διέταξε βιαίως να απομακρυνθώ αμέσως.

Ο ταγματάρχης Ηρακλόπουλος στον οποίο διεμαρτυρήθην, μου είπε με νευρικότητα: “Το καλό που σε θέλω φύγε…”.
Είναι προφανές ότι αι αστυνομικαί αρχαί επεδίωκαν την απομάκρυνσιν του δημοσιογραφικού οφθαλμού…».
Μετά το αιματοκύλισμα, ο διοικητής της Χωροφυλακής Ντάκος διέταξε όλους τους χωροφύλακες (πεζούς, έφιππους και θωρακισμένα) να επιστρέψουν στα αστυνομικά τμήματα.

Για τις επόμενες 36 ώρες οι διαδηλωτές κατέλαβαν πολλά κτίρια όπου τοποθέτησαν λαϊκές φρουρές. Φρόντιζαν για την περιφρούρηση των κτιρίων αυτών, αλλά και για την τήρηση της τάξης στην ανάστατη Θεσσαλονίκη. Εγκαθιδρύεται έτσι στην πόλη, πρόσκαιρα, ένα ιδιότυπο λαϊκό καθεστώς. Η παρέμβαση των βουλευτών της Θεσσαλονίκης αποσόβησε αντεκδικήσεις και ακρότητες.

Άλλωστε οι απεργοί δεν είχαν την πρόθεση να διατηρήσουν την κατάληψη των κτιρίων ή να καταλύσουν το κράτος. Οι κινήσεις τους ήταν αυθόρμητες, χωρίς ηγεσία και σχεδιασμό. Αν υπήρχε ηγεσία θα είχε πραγματοποιηθεί μια μεγάλη κοινωνική αλλαγή. Η απεργία θα μετατρεπόταν σε λαϊκή εξέγερση. Αυτό ήταν που τρόμαζε όλους τους αστούς πολιτικούς. Από την έλλειψη ηγεσίας και σχεδιασμού επωφελήθηκαν οι βενιζελογενείς βουλευτές και πολιτευτές για να παρέμβουν.

Κάτω από την πίεση των εξελίξεων, ο σωματάρχης του Γ’ Σώματος Στρατού, Ν. Ζέππος, παρεμβαίνει για να ελεγχθεί η κατάσταση. Περιορίζει τους χωροφύλακες στα αστυνομικά τμήματα. Μια πολυμελής αντιπροσωπία απεργών-διαδηλωτών συναντιέται με τον σωματάρχη σε δικαιολογημένα φορτισμένη ατμόσφαιρα. Ο στρατηγός εξύβρισε τα μέλη της επιτροπής αλλά, κάτω από την πίεσή τους, χορήγησε άδεια να πραγματοποιήσουν συγκέντρωση το απόγευμα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Το απόγευμα, στις 17.00, πραγματοποιήθηκε στην πλατεία Ελευθερίας η συγκέντρωση. Πήρε μέρος πλήθος κόσμου από τις συνοικίες με μαύρες σημαίες και ψάλλοντας πένθιμα εμβατήρια. Δεν συνέβη το παραμικρό. Οι ομιλητές στη συγκέντρωση αναφέρθηκαν στον θλιβερό απολογισμό σε νεκρούς και τραυματίες και έθεσαν υπόψη των παρευρισκομένων ψήφισμα που εγκρίθηκε δια βοής:
«Άπας ο λαός της Θεσσαλονίκης, συγκεντρωθείς εις παλλαϊκήν συγκέντρωσιν και ακούσας των ρητόρων αποφασίζει:

1) Εκφράζει τον αποτροπιασμόν του και την αγανάκτησίν του δια τας δολοφονίας
2) Διαδηλώνει την συμπάθειά του προς τους αγωνιζομένους απεργούς
και ζητεί
1) Παραίτησιν της κυβερνήσεως
2) Άμεσον σύλληψιν του διευθυντού της Αστυνομίας Ντάκου και την αντικατάστασιν του Γενικού Διοικητού Πάλλη
3) Επίλυσιν όλων των αιτημάτων των απεργών και ακύρωσιν της αποβολής του φοιτητού Καββαδία
4) Απελευθέρωσιν όλων των συλληφθέντων
5) Απόδοσιν των θυμάτων εις τα εργατικά σωματεία προς κήδευσιν
6) Να επιτραπή αύριον η τέλεσις παλλαϊκού μνημοσύνου.

Δηλώνει
ότι θα συνεχίσει την απεργίαν μέχρι της πλήρους επιλύσεως όλων των αιτημάτων και αναθέτει εις τον διοικητήν του Γ’Σ.Σ. την διαβίβασιν του παρόντος ψηφίσματος εις την κυβέρνησιν».
Το ψήφισμα επιδόθηκε στον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας. Η επιτροπή που επέδωσε το ψήφισμα στο Διοικητήριο συνοδευόταν από τους πολιτευτές Θεσσαλονίκης του κόμματος των Φιλελευθέρων, Αλ. Ζάννα και Μικέ Μαυροκορδάτο. Οι πολιτευτές κι αυτοί διατύπωσαν τα ίδια αιτήματα με εκείνα των απεργών.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>