Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Μάης ’36

Παρόμοιο τηλεγράφημα έστειλαν στις αρχές:
«Παλλαϊκή συγκέντρωσις Θεσσαλονίκης απαιτεί σύλληψιν Ντάκου, ανικατάστασιν Πάλλη, απελευθέρωσιν συλληφθέντων, επίλυσιν αιτημάτων και να επιτραπεί δι’ αύριον παλλαϊκόν μνημόσυνον».
Ο εργάτης Γ. Ταμτάκος, που πήρε μέρος στην εξέγερση, θυμάται:

«Όταν μαθεύτηκε το μακελειό χτυπούσαν οι καμπάνες των εκκλησιών, του Αγ. Δημητρίου κ.ά. και από τις συνοικίες άρχισε να κατεβαίνει ο λαός με άγριες διαθέσεις εναντίον των χωροφυλάκων. Ο βουλευτής του ΚΚΕ Σινάκος μας έλεγε ότι ο Ζέππος έδωσε τον λόγο της τιμής του (ότι θα τιμωρηθούν οι ένοχοι, θα αποζημιωθούν τα θύματα, κλπ) γι’ αυτό να διαλυθείτε.

Κανείς δεν ξέρει τι διαστάσεις θα έπαιρνε η εξέγερση αφού πολλοί εργάτες με υψωμένες γροθιές φώναζαν “Ισπανία, Ισπανία” επηρεασμένοι από το ξέσπασμα της Ισπανικής επανάστασης. Οι συνθήκες ήταν επαναστατικές [...]»
Κυριακή 10 Μαΐου 1936. Η Θεσσαλονίκη ξυπνά μέσα σε βαριά ατμόσφαιρα. Οι καμπάνες των εκκλησιών κτυπούν πένθιμα. Είναι η μέρα της κηδείας των νεκρών απεργών-διαδηλωτών. Και ο περισσότεροι ήταν ηλικίας από 17 μέχρι 22 ετών.

Υπολογίζεται ότι περίπου 150.000 Θεσσαλονικείς παρακολούθησαν την κηδεία των θυμάτων της κρατικής βίας και την ταφή τους που έγινε στο δημοτικό νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας. Ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέθεσαν στεφάνι στους τάφους των νεκρών ήταν και ο ταγματάρχης Μαρινάκης εκ μέρους του στρατεύματος. Το γεγονός εντυπωσίασε και συγκίνησε όλους τους παρευρισκόμενους. Κατά τη διάρκεια της κηδείας επικράτησε απόλυτη τάξη και συναδέλφωση λαού και στρατού.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του βουλευτή του Παλλαϊκού Μετώπου Μιχ. Σινάκου:
«…Όταν ο λοχαγός Μαρινάκης θέλησε να εφαρμόσει την διαταγή (να κατευθυνθεί η διαδήλωση από την Παναγία Χαλκέων μέσω της Πλατείας Δικαστηρίων και της οδού Αγ. Δημητρίου προς το νεκροταφείο της Ευαγγελιστρίας) οι διαδηλωτές δίνουν τον λόγο τους ότι θα τηρήσουν απόλυτη τάξη στην διαδρομή τους, ζητωκραυγάζουν υπέρ του στρατού και σηκώνουν τον λοχαγό Μαρινάκη στα χέρια τους.

Τον τοποθετούν στους ώμους τους ψηλά και τον παίρνουν μαζί τους στην πρωτοπορία της διαδήλωσης και προχωρούν […] Οι γυναίκες και οι κοπέλες από τα μπαλκόνια υποδέχονται τους διαδηλωτές με λουλούδια. Οι εργάτριες στολίζουν τις κάνες των όπλων της στρατιωτικής δύναμης που ακολουθούσε την διαδήλωση με λουλούδια […] Από την στέγη του θυρωρείου του νεκροταφείου μιλούν ρήτορες εκ μέρους της Εργατικής Βοήθειας, του ΕΚΘ, της κοινοβουλευτικής ομάδας του Παλλαϊκού Μετώπου και του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Ο λοχαγός Μαρινάκης τιμώντας τους ήρωες νεκρούς τονίζει ότι ο στρατός σαν κομμάτι του λαού συμμερίζεται τον πόνο και την θλίψη του […]»
Για να δικαιολογήσουν την στάση του Μαρινάκη οι αρχές θα υποστηρίξουν, την επομένη, ότι ο λοχαγός «απήχθη από τον όχλο» και υποχρεώθηκε δια της βίας να δείξει «φιλεργατικά αισθήματα».
Μπροστά στην πύλη του νεκροταφείου, οι εργάτριες έστρωσαν στη γη κουβέρτες για να ρίχνει ο κόσμος χρήματα ή τιμαλφή για την ενίσχυση των οικογενειών των θυμάτων.

Κατά τη διάρκεια της κηδείας των θυμάτων, κυκλοφόρησε η φήμη ότι εκρατείτο στο Φρουραρχείο ένας λοχίας, που κατά τα επεισόδια μπροστά στα Λουτρά Παράδεισος σήκωσε το όπλο του για πυροβολήσει ένα χωροφύλακα, που τραυμάτισε την αδελφή του. Ο ταγματάρχης Μαρινάκης διαβεβαίωσε με το λόγο της στρατιωτικής του τιμής ότι κανένας λοχίας δεν εκρατείτο στο Φρουραρχείο ή αλλού και γίνεται πιστευτός λόγω της καλής του συμπεριφοράς.

Ο λοχίας ονομαζόταν Αλέκος Καλαϊτζίδης κι έκανε κι αυτός ό,τι μπορούσε για να γλιτώσει τους συμπολίτες του από τους μαινόμενους χωροφύλακες. Όταν ο σωματάρχης Ν. Ζέππος αντικατέστησε τις περιπόλους με τους νεοαφιχθέντες στρατιώτες από άλλες πόλεις, ο κόσμος, μη βλέποντας τον Καλαϊτζίδη, έβγαλε το συμπέρασμα ότι είχε συλληφθεί και άρχισε να φωνάζει:
«Δώστε μας το λοχία μας…»

Όταν ο Αλέκος Καλαϊτζίδης απολύθηκε από τον στρατό, άνοιξε βιβλιοπωλείο στην οδό Εθνικής Αμύνης, δίπλα στο Α’ Γυμνάσιο Θηλέων, που το κράτησε μέχρι το θάνατό του, το 1985.
Η ένταση, που δημιουργήθηκε από τα γεγονότα που προηγήθηκαν, άρχισε να εκτονώνεται και να διαφαίνεται ξεπέρασμα της μεγάλης κρίσης. Δυστυχώς, οι προσδοκίες αυτές έμελλε να διαψευστούν, έπειτα από λίγο, με το χειρότερο τρόπο.

Το βράδυ της 10 Μαΐου o Ι. Μεταξάς συναντήθηκε με το βασιλιά Γεώργιο Β’ και εξέτασαν την περίπτωση αναστολής των συνταγματικών ελευθεριών και της λειτουργίας του Κοινοβουλίου. Ο βασιλιάς έδειξε κατανόηση στην άποψη αντιμετώπισης των εξαιρετικών συνθηκών που δημιουργήθηκαν με έκτακτα μέτρα. Αλλά και η αυξανόμενη ένταση στις διεθνείς σχέσεις βάρυνε στην απόφαση του βασιλιά για την επιβολή δικτατορίας. Απλά τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης αποτέλεσαν την αφορμή.

Στα σχέδια της κυβέρνησης Ι. Μεταξά δεν ήταν η εκτόνωση της κατάστασης. Προτιμούσε οι διαμαρτυρίες να πάρουν τις διαστάσεις εξέγερσης, ενώ θα μπορούσε να υπάρξει συνδιαλλαγή και συμβιβασμός χωρίς οδυνηρές συνέπειες και επακόλουθα. Και το σχέδιο ξετυλίχτηκε σε δύο φάσεις:

Στην πρώτη φάση, ο Ι. Μεταξάς έδωσε οδηγίες στον διοικητή Χωροφυλακής Γ. Ντάκο να αντιμετωπίσει βίαια τους απεργούς, ώστε να επέλθει αναπόφευκτα σύγκρουση με αιματηρά αποτελέσματα. Έτσι η νεοδιορισμένη από τα ανάκτορα κυβέρνηση θα είχε την ευκαιρία να επέμβει δυναμικά κατά των απεργών και στη συνέχεια να κηρύξει δικτατορία, επικαλούμενη απειλή για κατάλυση του κράτους.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>