Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Μάης ’36

Η δεύτερη φάση του σκοτεινού σχεδίου εκδηλώνεται το βράδυ της κηδείας των θυμάτων. Μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις από τη Θεσσαλία και αγήματα από τα πολεμικά πλοία Σπέτσαι, Ύδρα, Ψαρά και Κουντουριώτης ενισχύουν εκείνες του Γ’ Σώματος Στρατού. Ο σωματάρχης Ν. Ζέππος αντικατέστησε όλες τις φιλολαϊκές στρατιωτικές φρουρές και περιπόλους, αθέτησε όλες τις υποσχέσεις που είχε δώσει στους απεργούς και άρχισε αθρόες συλλήψεις. Επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος.

Συνελήφθησαν περισσότερα από 1000 άτομα. Στα αστυνομικά τμήματα, όπου προσήχθησαν, υπέστησαν άγριους βασανισμούς και κακοποιήσεις και στη συνέχεια φυλακίζονται ή εκτοπίζονται. Θα παρέμεναν στις φυλακές ή υπό περιορισμό μέχρι την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα το 1941 και παραδόθηκαν σ’ αυτούς από το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου ως επικίνδυνοι κομμουνιστές.

Το κλίμα μέσα στο οποίο ζούσε η Θεσσαλονίκη αυτές τις μέρες περιγράφονται στους τίτλους της εφημερίδας Μακεδονία την Τρίτη 12 Μαΐου 1936:
«Το αγωνιώδες τριήμερο της πόλεώς μας – Τ’ακατονόμαστα αίσχη των χωροφυλάκων μετέτρεψαν την ήσυχον Θεσσαλονίκη εις μίαν επαναστατημένην Βαρκελώνην».

Στην Εφημερίδα των Βαλκανίων της ίδιας μέρας διαβάζουμε:
«Εζήσαμεν ημέρας φρικιαστικάς, είδομεν γεγονότα γραμμένα με αίμα. Εθρηνήσαμεν θύματα δολοφονηθέντα από τα δήθεν όργανα της τάξεως. Ο λαός της Θεσσαλονίκης όλος ο εργαζόμενος λαός και προπαντός η απεργούσα μερίς αυτού, έδειξεν ανώτερον πολιτισμόν, την ημέρα που η αστυνομία περιορίσθηκε εις τα τμήματα και εφρουρείτο από τον στρατόν, τηρήσας παραδιεγματικήν τάξιν και ανωτερότητα ήθους […]

Η κυβέρνησις ώφειλε να έχει επιληφθή ήδη σοβαρώτερον των αιτημάτων των καπνεργατών και να δώσει τας πρέπουσας λύσεις […] Έχει την δικαίαν αξίωσιν ο λαός της Θεσσαλονίκης, το κράτος να έλθει αμέσως αρωγόν εις τας οικογενείας των τραγικών θυμάτων που εσκοτώθησαν, αγωνιζόμενα δια το ψωμίν των, καθορίζον ισόβιον σύνταξιν δι’ αυτούς».

Και στο Βήμα της 12 Μαΐου:
«… Τα αποσπάσματα στρατού και αστυνομίας ενήργησαν πολλάς συλλήψεις εργατών.
Την πρωίαν σμήνος αεροπλάνων περιίπτατο υπέρ την πόλιν και έρριπτε τας προκηρύξεις του Γ’Σ.Σ. δια των οποίων ανεκοινούτο η απαγόρευσις των συγκεντρώσεων […]

Συγκρούσεις εγένοντο εις το Ντεπώ μεταξύ τροχιοδρομικών, χωροφυλάκων και στρατού με αρκετούς τραυματίας.
Την 10ην πρωινήν μεγάλη όμως ομάς απεργών μετέβησαν εν Λευκώ Πύργω όπου ανήρτησαν επί των τηλεγραφικών στηλών μαύρας σημαίας ακολούθως δε ανελθόντες δια της λεωφόρου Εθνικής Αμύνης απεπειράθησαν να πυρπολήσουν το 4ο Αστ. Τμήμα εμποδισθέντες υπό ισχυράς δυνάμεως στρατού […]

Κατόπιν επεισοδίων προ της εκκλησίας του Αγίου Θεράποντος ο συνοικισμός της Τούμπας απεκλείσθη πανταχόθεν υπό του στρατού και της αστυνομίας και απηγορεύθη η είσοδος και η έξοδος των πολιτών προς την πόλιν […]»
Κάτω από την καταλυτική επίδραση των αιματηρών γεγονότων αλλά και την πίεση της κοινής γνώμης της Θεσσαλονίκης, καπνεργάτες και καπνέμποροι βρίσκουν μια συμβιβαστική λύση για την ικανοποίηση μερικών από τα αιτήματά τους. Οι ελπίδες των εργαζομένων αναπτερώνονται ιδιαίτερα και με τις υποσχέσεις του Μεταξά ότι
«…ευνοϊκά θα εξετασθούν και θα λυθούν τα αιτήματά των».

Η απεργία λύνεται. Η κυβέρνηση, όμως, αρνείται να ελευθερώσει τους συλληφθέντες συνδικαλιστές, οι συλλήψεις συνεχίζονται και ο διοικητής του Γ’ Σώματος Στρατού Ν. Ζέππος καταλαμβάνει με στρατιώτες το Εργατικό κέντρο Θεσσαλονίκης, που το θεωρεί πηγή ανατρεπτικής δράσης.

Ο Αλ. Παπαναστασίου με δήλωσή του στο Βήμα καυτηριάζει την κυβερνητική στάση:
«… Πληροφορούμαι ότι αι αρχαί της Θεσσαλονίκης προβαίνουν εις συλλήψεις προσώπων ουδεμίαν σχέσιν εχόντων με τας ταραχάς και τας απεργίας. Επί παραδείγματι συνελήφθησαν τα μέλη της επιτροπής Τούμπας δια το μνημόσηνον του αειμνήστου Ελ. Βενιζέλου ως και πολλοί άλλοι δημοκρατικοί αναιτιολογήτως […]

Λυπούμαι διότι ο κ. πρόεδρος της κυβερνήσεως δεν ηθέλησε να ακούσει τις συστάσεις μου δια την διευθέτησιν των ζητημάτων της δημοσίας ασφαλείας Θεσσαλονίκης μη επιδείξας την ιδίαν προθυμίαν ην επέδειξεν εις την σύστασίν μου δια την ικανοποίησιν των δικαίων οικονομικών απαιτήσεων των καπνεργατών.

Κατόπιν όμως του αιματοκυλίσματος που ακολούθησε είναι ανάγκη επιτέλους να το εννοήσωμεν όλοι ότι το κράτος από της κεφαλής μέχρι των κατωτάτων οργάνων της εξουσίας και η κοινωνία ότι την ανωτέραν αξίαν αποτελεί η ανθρώπινη ύπαρξις και δια τον λόγον αυτόν δεν είναι ανεκτόν να φονεύονται με τόσην ευκολίαν οι άνθρωποι […]

Το ολιγότερον που ημπορεί κανείς να είπη δια τα αιματηρά γεγονότα της Θεσσαλονίκης είναι ότι τα όργανα της εξουσίας δεν επέδειξαν καθόλου την απαιτούμενην ψυχραιμίαν και μεταχειρίσθηκαν απέναντι ανθρώπων, ασυγχώρητον βιαιότητα και ωμότητα […] Δεν είναι δυνατόν να ησυχάσει ο τόπος αν δεν επέλθουν μεταβολαί εις την ευρυτάτην κλίμακα τόσον εις την χωροφυλακήν όσον και εις την διοίκησιν εν γένει…».

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>