Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Νίκος Νικηφορίδης

Παράλληλα προσπάθησε να δημιουργήσει στην πόλη μια φιλειρηνική οργάνωση νέων με την επωνυμία Δημοκρατικό Μέτωπο Νέων. Στόχος της οργάνωσης ήταν, σε πρώτη φάση, η συγκέντρωση υπογραφών υπέρ της Ειρήνης και του Αφοπλισμού. Αλλά η συγκρότηση μιας οποιαδήποτε ομάδας από άτομα που ανήκαν στο χώρο της Αριστεράς καθιστούσε την ομάδα, αυτόχρημα, επικίνδυνη για το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα της χώρας.

Η προσπάθεια του Νικηφορίδη δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από την Ασφάλεια. Η κομματική του ένταξη δημιούργησε αξεπέραστα προβλήματα που συνοδεύονταν από συλλήψεις, εξορίες και φυλακίσεις. Παρ’ όλα αυτά, δεν επείσθη να σταματήσει τις προσπάθειές του για όσα πίστευε.

Η δράση του αυτή τον είχε φέρει αντιμέτωπο με ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό. Γρήγορα η Εθνική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης έμαθε από τους πληροφοριοδότες της για τη συγκέντρωση των υπογράφων και θεώρησε την ενέργεια… δάκτυλο της Μόσχας! Ενημερώθηκε αμέσως ο Αστυνομικός Διευθυντής Θεσσαλονίκης Βαρδουλάκης (θα τον συναντήσουμε στην υπόθεση Λαμπράκη), αυτός με τη σειρά του κατατόισε τον υπουργό Δημόσιας Τάξης Αυγ. Θεολογίτη, που ενημέρωσε για την υπόθεση τον πρωθυπουργό Σοφ. Βενιζέλο.

Η κατάσταση, εκείνη την εποχή, ήταν ιδιαίτερα οξυμένη στη Θεσσαλονίκη. Ένα χρόνο μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, οι διώξεις Αριστερών και προοδευτικών πολιτών αποτελούν καθημερινή υπόθεση για τις διωκτικές αρχές. Έτσι, η Αστυνομία, χωρίς να προηγηθεί καμιά παράνομη πράξη ή ενέργεια, έκρινε τη δραστηριότητα του Νικηφορίδη ανατρεπτική.

Από όλη την κλίμακα της ιεραρχίας δόθηκε τότε ξερά η εντολή «συλλάβατε». Έτσι άρχισε ο Γολγοθάς των νεαρών αγωνιστών της ειρήνης. Από εκείνη την ώρα ξεκίνησε μια προσπάθεια να εντοπισθεί ο Νικηφορίδης και κάθε πρόσωπο που συμμετείχε σ’ αυτή την προσπάθεια, πράγμα ιδιαίτερα εύκολο. Τα υπόλοιπα ήρθαν σαν φυσική συνέπεια στο κτίριο της Ασφάλειας.

Στα τέλη του 1950, συνελήφθησαν ο ιδεολόγος μαχητής της Ειρήνης μαζί με 14 ομοϊδεάτες του και παραπέμπονται στο Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης για ανατρεπτική- αντεθνική δράση. Οι συλλήψεις ανακοινώθηκαν 18 ολόκληρες μέρες μετά την πραγματοποίηση τους, την 17 Ιανουαρίου 1951. Εκτός του Νικηφορίδη και των πέντε μαθητών, συνελήφθησαν άλλα εννέα άτομα με την κατηγορία ότι υπέγραψαν την «Έκκληση της Στοκχόλμης».

Όλοι βασανίστηκαν απάνθρωπα στα μπουντρούμια της Ασφάλειας (εξαιτίας των βασανιστηρίων στην Ασφάλεια πέθανε ένας νέος, ο Μιχ. Βουτυρας, τον οποίο χτυπούσαν, αν και γνώριζαν ότι ήταν παράλυτος από πολιομυελίτιδα) για να ομολογήσουν ότι ενεργούσαν βάσει ενός διεθνούς κομμουνιστικού σχεδίου που τάχα «προέβλεπε με το πρόσχημα της φιλειρηνικής δραστηριότητος την ανασύστασιν των ομάδων της ΟΠΛΑ δια υπογραφών για την ειρήνη, σαμποτάζ και πολιτικός δολοφονίας».

Από τις αρχές του 1951, η κυβέρνηση πήρε σκληρά μέτρα κατά της Αριστεράς, επαναφέροντας σε ισχύ με Βασιλικό Διάταγμα τα άρθρα του Γ’ Ψηφίσματος και τα ΛΑ’ και ΛΒ’ Ψηφίσματα του 1947 κατά ατόμων αλλά και μέσων ενημέρωσης που υπηρετούν την ανταρσίαν.

Η σύλληψη του Νικηφορίδη και των άλλων φιλειρηνιστών προκάλεσε αναστάτωση στον σκληρά δοκιμαζόμενο λαό της Θεσσαλονίκης και ιδιαίτερα στους νέους, αλλά η διαδικασίες του δικαστηρίου δεν ανεστάλησαν.

Τον Ιανουάριο 1951 ξεκινά ο αγώνας για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Η κυβέρνηση θορυβήθηκε τόσο, για την υπόθεση των νεαρών μαθητών και τους κινδύνους που διέτρεχε το κράτος από την ανατρεπτική συλλογή των υπογράφων για την ειρήνη, πέντε μέρες μετά τη σύλληψη τους ήρθε στη Θεσσαλονίκη ο πρωθυπουργός Σοφ. Βενιζέλος, που πραγματοποίησε μεγάλη σύσκεψη στο ξενοδοχείο «Ριτς» με θέμα «Ζητήματα ασφάλειας της Βορείου Ελλάδος», όπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής. Ένα 24ωρο αργότερα, έφτασε στη Θεσσαλονίκη το βασιλικό ζεύγος των Γλύξμπουργκ, που επίσης ζήτησε ενημέρωση «δια την επικρατούσαν από απόψεως δημοσίας τάξεως και ασφαλείας κατάστασιν εις την Βόρειον Ελλάδα».

Είναι φανερό ότι εξετάστηκε το ζήτημα του Δημοκρατικού Φιλειρηνικού Μετώπου. Αυτό φαίνεται από τη δήλωση του υπουργού Δημόσιας Τάξης που αναφέρθηκε σε θέματα ασφαλείας της Βορείου Ελλάδος. Ακολούθησε και δεύτερη σύσκεψη. Όλα θεωρήθηκαν κινήσεις του ΚΚΕ. Η υπόθεση μεταφέρθηκε και στη Βουλή. Η ανάκριση μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα για να βγάλει τις ομολογίες που θα δικαιολογούσαν τις συλλήψεις 14 ατόμων και την παραπομπή τους σε δίκη.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η προσφορά των δικηγόρων να υπερασπιστούν αφιλοκερδώς τους κατηγορούμενους. Η υπεράσπιση αφορούσε άτομα που στην πλειοψηφία τους ήταν άνθρωποι με οράματα και ιδανικά. Οι ιδέες τους αυτές αλλά και η κατηγορία με την οποία παραπέμφθηκαν έδωσε την αφορμή στους δικηγόρους να σταθούν δίπλα τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας από τους υπερασπιστές ήταν ο δικηγόρος Τάκος Μακρής. Έτσι η υπεράσπιση πήρε ένα υπερκομματικό χαρακτήρα, αφού ο συγκεκριμένος δικηγόρος διετέλεσε αργότερα υπουργός σε κυβέρνηση της ΕΡΕ.

Το κατηγορητήριο ήταν μπερδεμένο, τελείως ασαφές, ακατανόητο και χωρίς αποδεικτικά στοιχεία. Αυτό φάνηκε και από την κατάθεση του κυριότερου μάρτυρα κατηγορίας, του μοίραρχου της Υποδιεύθυνσης Εθνικής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης Δημήτριου Λάζαρη.

Η υπόθεση δικάστηκε στο στρατοδικείο. Έτσι το κράτος είχε μεγαλύτερη ευκολία να επέμβει στην επιλογή των δικαστών. Η σύνθεση του δικαστηρίου ήταν:

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>