Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Νίκος Νικηφορίδης

Η μαρτυρία-αφήγηση του Γ. Δαμιανίδη, συγκατηγορούμενος του Ν. Νικηφορίδη (περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Στ. Κούλογλου) επιβεβαιώνει τα πράγματα: «… Είχε τελειώσει ο Εμφύλιος αλλά το πνεύμα της τρομοκρατίας ειδικά στη Θεσσαλονίκη ήταν έντονο […] Στο Στρατοδικείο δεν ρωτούσαν πολλά, ούτε σ’ άφηναν να πεις και πολλά πράγματα. Επικρατούσε ατμόσφαιρα τρομοκρατίας […] Υπήρξαν διεθνείς αντιδράσεις αλλά οι στρατοδίκες ήθελαν να “ματώσουν” την υπόθεση, ήθελαν θανατικές ποινές. Ο Νικηφορίδης καταδικάστηκε παμψηφεί σε θάνατο. Για τον Δούκα κι εμένα ψήφισαν 3 υπέρ και 2 κατά της εκτέλεσης. Η απόφαση “3-2” δεν εκτελείτο τότε.

Είχαν επηρεαστεί δύο στρατοδίκες οι δικοί μας, μέσω του Ιασονίδη, υπουργού Β. Ελλάδος και κάποιων άλλων παραγόντων και ψήφισαν αρνητικά και έτσι γλιτώσαμε. Ο φόβος της επικείμενης ποινής του θανάτου, έπαιζε μεγάλο ρόλο εκείνη την εποχή […]

Όταν πήγε η μάνα του Νικηφορίδη σ’ ένα συγγενή της, ο οποίος ήταν τότε στρατηγός και του είπε να μεσολαβήσει για να μην εκτελεστεί ο Νίκος, εκείνος γύρισε και της είπε: “Ας κάνει δήλωση να μην εκτελεστεί” …».

Η υπόθεση αυτή, όμως, δεν τελειώνει εδώ, όπως συμβαίνει σε κάθε δίκη έστω και με τέτοια κατάληξη. Μια τραγική σύμπτωση φέρνει τον Λεωνίδα Δούκα, έναν από τους κατηγορουμένους στη δίκη, και τον Δ. Σπυρόπουλο, βασιλικό επίτροπο στη δίκη, που είχε ζητήσει την καταδίκη των κατηγορούμενων, να νοσηλεύονται στο σανατόριο Σωτηρία. Ο Δ. Σπυρόπουλος, μάλιστα, σε άσχημη κατάσταση. Ο Λεωνίδας Δούκας, λοιπόν, περιγράφει:

«…Ο Σπυρόπουλος εξομολογήθηκε πως η καταδίκη ήταν βαρειά και άδικη, κι ούτε μπορούσε στα σοβαρά να στοιχειοθετηθεί κατηγορητήριο τέτοιο που να επισύρει τη θανατική ποινή, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν διόλου στοιχεία. Αλλά όμως δεν ήταν ζήτημα που μπορούσε ο ίδιος να το παλέψει, ούτε καν ο πρόεδρος του στρατοδικείου. Αντίθετα στρατοδίκες και επίτροπος ήταν υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν τις διαταγές από την 87 Στρατιωτική Διοίκηση (87 ΣΔΙ) και το Γ’ Σώμα Στρατού, όπου ιεραρχικά υπαγόντουσαν όλοι τους… Είμαστε όλοι εντεταλμένοι».

Ο Δ. Σπυρόπουλος δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας της δίκης που παραδέχτηκε ότι η απόφαση του δικαστηρίου για τον Νικηφορίδη ήταν στημένη. Και ο Κ. Γκόπης, λίγα χρόνια αργότερα, θα παραδεχτεί την αδικία που είχε γίνει:
«Τζάμπα πήγε ο Νικηφορίδης. Και η υπόθεσή σας έκλεισε με πολύ άδικο τρόπο και το αίμα εκείνου του παλικαριού. Όμως ήταν το κλίμα της εποχής τέτοιο, κι εμείς δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά».

Και αργότερα ο Κ. Γκόπης θα διατυπώσει τις ίδιες σκέψεις: «Είχαμε κάποιοι τις αντιρρήσεις μας για τη σκληρή εκείνη ποινή αλλά τι μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερο; Ή μήπως δεν ξέρεις πως γίνονταν τότε τα πράγματα;».

Τα λόγια του Κ. Γκόπη δεν απέχουν πολύ από εκείνα του συναδέλφου του. Είναι άραγε οι τύψεις ή προσπαθούν να εξηγήσουν τ’ ανεξήγητα εκείνης της περιόδου; Εκείνο που γίνεται φανερό είναι ότι μέσα από λεγόμενα των πρωταγωνιστών σκιαγραφούνται οι δυνάμεις που ήθελαν να ξεμπερδεύουν με τον ενοχλητικό νεαρό.

Αν τα παραπάνω αληθεύουν τότε αυθόρμητα έρχονται κάποια ερωτήματα:
♦ Πόσο ανεξάρτητη ήταν η ελληνική δικαιοσύνη εκείνη την εποχή;
♦ Ποιοι φοβόντουσαν τη δράση του Νικοφορίδη;
♦ Πόσο επικίνδυνο μπορούσε να είναι το νεολαιίστικο φιλειρηνικό κίνημα για το καθεστώς;
♦ Πόση ανατρεπτική δύναμη μπορεί να κρύβει η συμπαράσταση στο θέμα της ειρήνης;
♦ Πόσο εύκολα μπορούσαν να παρέμβουν κυβερνητικοί ή παρακυβερνητικοί κύκλοι στη στρατιωτική δικαιοσύνη;

Φυσικά δεν θα υπάρξουν συγκεκριμένες απαντήσεις. Ίσως όμως από τα παραπάνω αποσπάσματα θα μπορούσαμε να έχουμε κάποιες έμμεσες απαντήσεις στα ερωτήματα. Όλες βρίσκονται στο χώρο των πολιτικών και μη κύκλων που εξουσίαζαν την εποχή του ’50.

Αλλά υπάρχει και η λέξη εντεταλμένοι. Είναι ενδεικτική για τις προσπάθειες που γίνονταν, από συγκεκριμένους πολιτικούς και μη κύκλους, να πάνε τα πολιτικά πράγματα σε συγκεκριμένη κατεύθυνση. Το ίδιο θα επιχειρηθεί και αργότερα με τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967, αλλά δεν θα πετύχει.

Η δίκη του Ν. Νικηφορίδη και των συντρόφων του θα μείνει στην ιστορία σαν μια παγίδα του κράτους απέναντι στην ελεύθερη συνείδηση και τα ιδανικά της ανθρωπότητας.

Μαζί τους δικάστηκε ολόκληρο το φιλειρηνικό κίνημα στην Ελλάδα του ’50, αλλά στην ουσία καταδικάστηκαν και οι κριτές του, που δεν ήταν άλλοι από την κυβέρνηση της εποχής, ακόμα καταδικάστηκε και η ελληνική δικαιοσύνη, που λειτουργούσε μέσα σε μια συγκεκριμένη δικανική αντίληψη. Οι δικαστικοί που συγκρότησαν το δικαστήριο (στρατοδικείο) είχαν όλοι εντολή να βγάλουν απόφαση που εξυπηρετούσε, βραχυπρόθεσμα, την πολιτική ηγεσία της χώρας.

Ήταν μια ποινική υπόθεση με πολιτικές προεκτάσεις. Το επίσημο κράτος οδήγησε στο θάνατο έναν άνθρωπο, κατασκευάζοντας ένα κατηγορητήριο, τέτοιο που να μπορεί να υποστηριχθεί από την υπάρχουσα νομοθεσία.

Όπως αποδείχτηκε, ουσιαστικά, ο Ν. Νικηφορίδης καταδικάστηκε για τις ιδέες του, κάτι που δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς άνωθεν εντολή. Αν εξετάσουμε την υπόθεση απ’ αυτή τη σκοπιά, θα δούμε ότι αποτελεί μια επίσημη πολιτική δολοφονία, που στηρίχτηκε σε μια δικαστική πλάνη. Σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι εξυπηρετούσε πολιτικές σκοπιμότητες. Κανείς, όμως, δεν μπορούσε να επωμισθεί την ευθύνη, γιατί έγινε μέσα σ’ ένα νοσηρό πολιτικό κλίμα που νομιμοποιούσε τις πράξεις της εξουσίας. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που έμεινε στην αφάνεια.

Σίγουρα, σε μια άλλη εποχή με διαφορετικές αντιλήψεις δεν θα είχε συμβεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σε άλλες εποχές τα πράγματα είναι ιδανικά και δεν συμβαίνουν παρόμοια ή και χειρότερα πράγματα.

Κρίνοντας την υπόθεση με τις σημερινές συνθήκες δεν θα μπορούσε να επιβληθεί θανατική καταδίκη με τα δεδομένα ενός τέτοιου κατηγορητηρίου. Άλλωστε, η ποινή του θανάτου έχει καταργηθεί εδώ και πολλά χρόνια

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη