Political Pedia  >   Πολιτική Ιστορία

Νομοθετικά Σώματα, σημείωμα

Kατά την εξεταζόμενη περίοδο [1828 - 2011], παρατηρούμε δύο ειδών νομοθετικά σώματα: Βουλή και Γερουσία. Εκτός από τις δύο αυτές κατηγορίες, την περίοδο από 20 Ιανουαρίου 1828 μέχρι 10 Ιουλίου 1829, λειτουργεί το Πανελλήνιον.
Το Πανελλήνιον είναι γνωμοδοτικό, επικουρικό του Κυβερνήτη, όργανο από 31 μέλη. Χωρίζεται σε τρία τμήματα: Τμήμα Οικονομικών, Τμήμα Εσωτερικών και Τμήμα Πολεμικών.

ΑΙΡΕΤΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ

Αιρετά νομοθετικά όργανα λειτούργησαν και πριν από την ψήφιση του Συντάγματος.
Έτσι έχουμε:

ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ
α’) Περίοδος 11 Ιουλίου 1829 μέχρι 6 Αυγούστου 1829 (Δ’ Εθνική Συνέλευση)
β’) Περίοδος 5 Δεκεμβρίου 1831 μέχρι 17 Μαρτίου 1832 (Ε’ Εθνική Συνέλευση)
γ’) Περίοδος 8 Νοεμβρίου 1843 μέχρι 18 Μαρτίου 1844 (Α’ Εθνική Συνέλευση)
δ’) Περίοδος 10 Δεκεμβρίου 1862 μέχρι 16 Νοεμβρίου 1864 (Β’ Εθνική Συνέλευση)
ε’) Περίοδος 1 Ιουλίου 1935 μέχρι 17 Δεκεμβρίου 1935 (Ε’ Εθνική Συνέλευση)

Αυτό το χρονικό διάστημα, την περίοδο 11 Ιουνίου 1832 μέχρι 20 Αυγούστου 1832, λειτούργησε και παράλληλη Εθνική Συνέλευση («Δ’ κατά συνέχειαν Εθνική Συνέλευσις») από τους «Συνταγματικούς».

Η ΓΕΡΟΥΣΙΑ λειτούργησε συνολικά 19 χρόνια 9 μήνες 16 μέρες, σε τρεις περιόδους:
α’ περίοδος: 14 Οκτωβρίου 1829 μέχρι 25 Ιανουαρίου 1833,
β’ περίοδος: 26 Σεπτεμβρίου 1844 μέχρι 11 Αυγούστου 1861 και
γ’ περίοδος: 16 Μαΐου 1929 μέχρι 11 Σεπτεμβρίου 1936.

Τις δύο πρώτες περιόδους τα μέλη της Γερουσίας είναι διορισμένα, την πρώτη από τον Κυβερνήτη και την δεύτερη από το βασιλιά. Την τρίτη περίοδο τα μέλη της Γερουσίας εκλέγονται, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο όλα. Το μεγαλύτερο μέρος (9/12) εκλέγονται απευθείας από το λαό, τα 2/12 από επαγγελματικές οργανώσεις και το 1/12 από τη Βουλή και τη Γερουσία.

Η ΒΟΥΛΗ είναι αιρετό όργανο, που λειτουργεί αμέσως μετά την ψήφιση του Συντάγματος του 1844 μέχρι σήμερα.
Ανάλογα με το ειδικό έργο, που πρέπει να επιτελέσει, χαρακτηρίζεται η Βουλή ή μεταβάλει την σύνθεσή της. Έχουμε, λοιπόν:

Διπλή Αναθεωρητική Βουλή
α’) Περίοδος 1 Σεπτεμβρίου 1910 μέχρι 12 Οκτωβρίου 1910
β’) Περίοδος 8 Ιανουαρίου 1911 μέχρι 31 Μαΐου 1911

Συντακτική Συνέλευση
α’) Περίοδος 23 Δεκεμβρίου 1920 μέχρι 15 Σεπτεμβρίου 1922
β’) Περίοδος 2 Ιανουαρίου 1924 μέχρι 29 Σεπτεμβρίου 1925

Αναθεωρητική Βουλή
α’) Περίοδος 2 Μαρτίου 1936 μέχρι 3 Αυγούστου 1936
β’) Περίοδος 13 Μαϊου 1946 μέχρι 8 Ιανουαρίου 1950
γ’) Περίοδος 9 Δεκεμβρίου 1974 μέχρι 25 Ιουνίου 1977
δ’) Περίοδος 17 Ιουνίου 1985 μέχρι 12 Μαΐου 1989

Κατά τη διάρκεια τριών ανώμαλων πολιτικά, περιόδων (δικτατορίες, πόλεμοι κ. ά.), με συνολική χρονική διάρκεια 18 χρόνια, 4 μήνες, 2 μέρες, η Βουλή δεν λειτούργησε. Αυτές είναι:
α) Περίοδος 29 Σεπτεμβρίου 1925 μέχρι 6 Νοεμβρίου 1926 (Δικτατορία Θ. Πάγκαλου, κίνημα Γ. Κονδύλη)
β) Περίοδος 4 Αυγούστου 1936 μέχρι 30 Μαρτίου 1946 (Δικτατορία Ι. Μεταξά, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, γερμανική κατοχή)
γ) Περίοδος 21 Απριλίου 1967 μέχρι 16 Νοεμβρίου 1974 (Δικτατορία συνταγματαρχών)

Το Σύνταγμα του 1827 ορίζει για την νομοθετική εξουσία:
«Η νομοθετική εξουσία ανήκει ιδιαιτέρως εις το σώμα των αντιπροσώπων του λαού, το οποίον ονομάζεται Βουλή» (άρθρο 40),
«Η Βουλή σύγκειται από τους αντιπροσώπους των επαρχιών της Ελλάδος» (άρθρο 43),
«Οι αντιπρόσωποι εκλέγονται από τον λαόν, κατά τον περί εκλογής νόμον» (άρθρο 45).
Παρ’ όλα αυτά, στο άρθρο 73, δίδεται δικαίωμα αρνησικυρίας στον Κυβερνήτη κάνοντάς τον έτσι συμμέτοχο στην νομοθετική εργασία:

«Παν προβούλευμα παρουσιάζεται εις τον Κυβερνήτην, και ει μεν ούτος το εγκρίνει, το επικυρώνει εντός δέκα πέντε ημερών από την ημέρα της παρουσιάσεώς του, το δημοσιεύει και τότε πλέον τούτο είναι νόμος.
Εάν όμως δεν το εγκρίνη, το επιστρέφει εντός δέκα πέντε ημερών εις την Βουλήν με τας προσθαφαιρέσεις και παρατηρήσεις του. Η δε Βουλή αντιγράφει αυτολεξεί ταύτας, τας παραπέμπει εις την ανήκουσαν διαρκή επιτροπήν της, δια να τας σκεφθή και να τας υποβάλη εις αναθεώρησιν της. Κ’ εάν αυτή δεν εγκρίνη το ούτως έχον προβούλευμα, το πέμπει και δεύτερον εις τον Κυβερνήτην.

Εάν πάλιν ούτος αρνηθή την επικύρωσιν, το επιστρέφει εντός δέκα πέντε ημερών, αιτιολογών την άρνησίν του εις την Βουλήν. Αύτη δε, κατά χρέος, το αναθεωρεί και αύθις. Κ’ εάν δια των πλειόνων ψήφων επιμείνη εις το προβούλευμα, καθώς παρ’ αυτής ενεκρίθη, το πέμπει και τρίτον εις τον Κυβερνήτην, όστις χρεωστεί αμέσως να το επικυρώση και να το δημοσιεύση, και τότε τούτο γίνεται νόμος.»

Μετάβαση σε: Επόμενη >>