Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Γιώργος Τσαρουχάς

Με την έκρηξη του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, οι πραξικοπηματίες εφάρμοσαν το σχέδιο Προμηθεύς για να στερεώσουν την εξουσία τους. Το σχέδιο Προμηθεύς προβλεπόταν η σύλληψη προσωπικοτήτων απ’ όλο το πολιτικό φάσμα και ιδιαίτερα από την Αριστερά. Με βάση το σχέδιο αυτό οι αρχές Ασφαλείας και στρατιωτικά τμήματα σάρωσαν κυριολεκτικά την Ελλάδα και πραγματοποίησαν χιλιάδες συλλήψεις. Οι περισσότερες απ’ αυτές κατέληγαν σε φυλακίσεις ή εκτοπίσεις σε νησιά, όπως Γυάρος, Λέρος κ.α.

Στόχος της Χούντας ήταν η διάλυση κάθε κομματικού σχηματισμού και κάθε πολιτικής ή κομματικής οργάνωσης, κυρίως της Αριστεράς, για να μην βρεθούν στο μέλλον μπροστά σε εκλογικό αποτέλεσμα όμοιο με εκείνο των εκλογών του 1958, όταν η ΕΔΑ είχε αναγορεύθηκε αξιωματική αντιπολίτευση με ποσοστό 24,42% κατακτώντας 79 έδρες στη Βουλή. Με αυτό τον τρόπο θεωρούσαν ότι θα εκμηδένιζαν την επιρροή της Αριστεράς στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της χώρας.

Εκτός απ’ αυτά, το δικτατορικό καθεστώς γνώριζε ότι η Αριστερά, με τη δομή και την οργάνωση που είχε, μπορούσε να οργανώσει πολυμέτωπη αντίσταση ενάντια στο καθεστώς. Για το λόγο αυτό η ΕΔΑ αλλά και όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα τέθηκαν από νωρίς εκτός νόμου και όλα σχεδόν τα στελέχη τους συνελήφθησαν.

Το 1968 ήταν κρίσιμος χρόνος για την ενότητα της Αριστεράς στην Ελλάδα. Την περίοδο 5 έως 15 Φεβρουαρίου 1968 συνήλθε στο Βουκουρέστι Ρουμανίας η ευρεία 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Η ηγετική ομάδα του Κ. Κολιγιάννη, επίδοξου διάδοχου του Ν. Ζαχαριάδη, επέλεξε με παραταξιακά κριτήρια τα μέλη που θα συμμετείχαν από την Ευρώπη και τις Ανατολικές χώρες και υποβάθμισε αριθμητικά τη συμμετοχή στελεχών του ΚΚ που προέρχονταν από την Ελλάδα.

Στις συζητήσεις στην Ολομέλεια κυριάρχησε η κριτική στη γραμμή του ΚΚΕ πριν τη δικτατορία στην Ελλάδα επειδή προέκυψαν δεδομένα που αποδείκνυαν λανθασμένους χειρισμούς και άστοχες αποφάσεις. Δεν υπήρξε, όμως, πνεύμα συνεννόησης. Το θέμα πήρε εκρηκτικές διαστάσεις. Ένας αριθμός μελών αποχώρησε καταγγέλλοντας την Ολομέλεια ως παράνομη.

Έτσι επήλθε η ρήξη και το ΚΚΕ διασπάστηκε σε δύο τμήματα: στο ένα βρέθηκαν αυτοί που υποστήριζαν τον Κολιγιάννη και στο άλλο οι εκπρόσωποι του εσωτερικού της Ελλάδας. Το πρώτο ονομάστηκε τότε ΚΚΕ Εξωτερικού και το δεύτερο ΚΚΕ Εσωτερικού, που οι αντίπαλοί του το ονόμαζαν Κόμμα των Αναθεωρητών ή Ρεβιζιονιστών.

Τα όσα συνέβαιναν στη 12η Ολομέλεια του ΚΚΕ αναστάτωσαν τα μέλη και τους φίλους του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Η πρώτη αντίδραση εκδηλώθηκε στις φυλακές της Αίγινας, όπου ήταν φυλακισμένα από τη Χούντα 22 μέλη του Κόμματος. Αυτοί κατόρθωσαν να διατυπώσουν την 1η Απριλίου 1968 μια διακήρυξη με την οποία καταδίκαζαν την ηγεσία του Κόμματος, που ήταν εγκατεστημένη στο εξωτερικό.

Παρά την ένταση, όμως, που προκλήθηκε ανάμεσα στα μέλη του ΚΚΕ, υπήρξαν και φωνές που ζητούσαν από τα στελέχη ενότητα και κοινή δράση ενάντια στη δικτατορία, που θεωρούσαν τον πρώτο και κύριο στόχο του αγώνα τους εκείνη την εποχή. Μία απ’ αυτές ήταν και εκείνη του βουλευτή Καβάλας της ΕΔΑ Γ. Τσαρουχά.

Ο Γιώργος Τσαρουχάς ήταν δικηγόρος και διετέλεσε νομάρχης Καβάλας. Το 1961 εκλέχτηκε βουλευτής Καβάλας με την ΕΔΑ, ενώ ως τότε ήταν εξόριστος για τα πολιτικά του φρονήματα. Ο Γ. Τσαρουχάς τραυματίστηκε σοβαρά από τραμπούκους-παρακρατικούς το βράδυ της 22 Μαΐου 1963, στη Θεσσαλονίκη, στον ίδιο τόπο που τραυματίστηκε θανάσιμα τότε ο βουλευτής Γρ. Λαμπράκης. Μεταφέρθηκε αναίσθητος στο Σταθμό Α’ Βοηθειών και αργότερα στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, όπου είχε διακομιστεί μισοπεθαμένος ο Λαμπράκης. Υπήρξε στη συνέχεια κύριος μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη για τη δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη.

Ο Γ. Τσαρουχάς ήταν, το 1968, γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Θεσσαλονίκης (ΚΟΘ) του ΚΚΕ και ηγετικό στέλεχος του ΠΑΜ Μακεδονίας. Παρά την άσχημη κατάσταση της υγείας του είχε κατορθώσει να αποφύγει τη σύλληψη την 21η Απριλίου 1967 και τον καταζητούσαν αστυνομικές και στρατιωτικές υπηρεσίες της Θεσσαλονίκης.

Το βράδυ της 8ης Μαΐου 1968, αποφασίζει να φύγει στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη, όπου βρισκόταν. Η μετακίνηση γινόταν οδικώς και ο Τσαρουχάς συνοδευόταν από τρία φιλικά του πρόσωπα, που κι αυτά διέφευγαν τη σύλληψη και καταζητούνταν από τη Χούντα. Το αυτοκίνητο ήταν ένα λευκό Φολκσβάγκεν με αριθμό κυκλοφορίας 285303. Οδηγός ήταν ο Κώστας Μελέτης και συνεπιβάτες, εκτός από τον Τσαρουχά, η μνηστή του Σοφία Παγκοπούλου και ο Βασίλης Μάστορας.

Οι Τσαρουχάς και Μάστορας είχαν σοβαρό πρόβλημα με την καρδιά τους. Πήγαιναν, λοιπόν, στην Αθήνα να βρουν γιατρό χωρίς να αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους και προσπαθούσαν να μη γίνουν αντιληπτοί από τις διωκτικές Αρχές.

Ο Τσαρουχάς είχε και ένα ακόμη λόγο: μετέφερε, τυλιγμένη σε σελοφάν για ασφάλεια, την απόφαση της Κομματικής Οργάνωσης Θεσσαλονίκης (ΚΟΘ) του ΚΚΕ, που σαν γραμματέας είχε γράψει ο ίδιος, για τα πεπραγμένα της 12ης Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ στο Βουκουρέστι, που είχε επέλθει η διάσπαση του Κόμματος.

Η απόφαση είχε παρθεί σε μυστική παράνομη συνάντηση, που έγινε σε διαμέρισμα της οδού Κασσάνδρου των μελών της ΚΟΘ και του ΠΑΜ με συντονιστή τον Τσαρουχά. Ήταν ένα ντοκουμέντο μεγάλης σημασίας αφού περιλάμβανε της θέσεις της ΚΟΘ για τις αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας και τις προτάσεις για αντίσταση στη Χούντα. Η απόφαση αυτή, που έφερε τα ονόματα και τις υπογραφές των μελών της ΚΟΘ αναφέρει:

Μετάβαση σε: Επόμενη >>