Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Οι “Βαρκάρηδες” της Θεσσαλονίκης

Την 24 Ιανουαρίου 1903 έγινε μυστική συνάντηση στο εργαστήριο χημείας του βουλγαρικού γυμνασίου και αποφασίστηκε η ένταση της τρομοκρατικής δραστηριότητας και εξέγερση σε όλη τη Μακεδονία την άνοιξη. Στη Σόφια, για να πεισθούν Τουρκία και Μεγάλες Δυνάμεις ότι η Βουλγαρία δεν εγκρίνει αυτές τις ενέργειες, συνέλαβαν (εικονικά) στελέχη της ΕΜΕΟ και έκλεισαν τα γραφεία των Βερχοβιστών.

Ας παρακολουθήσουμε ημερολογιακά τα γεγονότα:

ΤΡΙΤΗ 28 ΑΠΡΙΛΙΟΥ (ν.η.). Το ατμόπλοιο Guadalquivir της γαλλικής εταιρείας Messageries Maritimes βρισκόταν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης περιμένοντας τους επιβάτες για Κωνσταντινούπολη. Ο Shatev αφηγείται:

«Νωρίς το πρωί, μόνο με μια βαλίτσα, βγήκα από το σπίτι και πήρα μια άμαξα για το λιμάνι. Στη βαλίτσα είχα μερικά πουκάμισα, εσώρουχα, κάλτσες και δύο μικρούς τόμους των “Αθλίων” του Βικτ. Ουγκό. Ο δυναμίτης, γύρω στα 10 με 12 κιλά, κομμένος σε μικρές τετράγωνες πλάκες τυλιγμένες σε χασέ, ήταν κρυμμένος στις δύο εσωτερικές πλευρές της βαλίτσας. Περνώντας με την άμαξα από την παραλία είδα όλους τους συντρόφους μου -εκτός από τον Ortzeto που ήταν στην υπόγεια σήραγγα- να κάθονται σ’ ένα καφενείο περιμένοντας να δουν το πλοίο να βυθίζεται ή να καίγεται και να πιουν ένα-δύο ποτηράκια ρακί για το “Θεός σχωρέσ’ το”.

Πρώτα πέρασα από τον έλεγχο των διαβατηρίων και ύστερα από έναν τελωνειακό υπάλληλο που αδιάφορα σήκωσε μερικά ρούχα από τα αριστερά και τα δεξιά και έτσι τελείωσε τον έλεγχο. Τακτοποίησα προσεκτικά τα ρούχα, κλείδωσα τη βαλίτσα και τη σήκωσα, χωρίς ν’ αφήσω κάποιον από τους χαμάληδες να την κουβαλήσει. Μπήκα στη βάρκα και σε δέκα λεπτά φτάσαμε στη σκάλα του πλοίου, όπου ένας αστυφύλακας, σε ειδική βάρκα δίπλα στη σκάλα, ξαναεξέτασε το διαβατήριο και μου επέτρεψε να ανέβω στο πλοίο. Την ίδια στιγμή το πλοίο σφύριξε και άρχισαν να σηκώνουν την άγκυρα. Η ώρα ήταν περασμένες δέκα.

Ταξίδευα με εισιτήριο β’ θέσης. Μου έδειξαν την καμπίνα 51. Μπήκα μέσα, ακούμπησα τη βαλίτσα, κλείδωσα την πόρτα, έβγαλα τον δυναμίτη, έκανα ένα μεγάλο πακέτο και το τύλιξα σε μια ωραία, λινή μαντίλα. Βγήκα από την καμπίνα και άρχισα να περπατώ στο σαλόνι της β’ θέσης. Οι περισσότεροι επιβάτες βρίσκονταν στο κατάστρωμα γιατί εκείνη ακριβώς τη στιγμή το πλοίο άρχισε αργά-αργά να κινείται.

Κάθισα στο μεγάλο στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού και παρόλο που κρατούσα εφημερίδα, από την ταραχή μου δεν έβλεπα τίποτα μπροστά μου. Εκείνη την ώρα ήρθε και κάθισε δίπλα μου μια νεαρή Γαλλίδα και μου έπιασε κουβέντα. Πρόσεξε την αμηχανία μου και άρχισε να φλυαρεί διορθώνοντας πότε τα μαλλιά της και πότε τη μπλούζα της. Εγώ απαντούσα απλά μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι. Αυτή η φλυαρία της με εξόργισε και άρχισα να διαμαρτύρομαι μέσα μου λέγοντας: “Να η γυναίκα, ο διάβολος, που και στην ύστατη αυτή στιγμή έρχεται να με δελεάσει και να με αποπλανήσει”. Μην υποφέροντας πλέον την παρέα της σηκώθηκα νευρικά και έφυγα.

Στο διάδρομο πιο κάτω βρήκα μια κόγχη, προς την έξω πλευρά του πλοίου, όπου θα μπορούσα να αφήσω το πακέτο. Τη στιγμή εκείνη ένας θαλαμηπόλος άρχισε να διασχίζει το διάδρομο. Προς στιγμή φοβήθηκα αλλά, όταν ο υπάλληλος έφτασε στο τέλος του διαδρόμου, άναψα γρήγορα το φιτίλι με το τσιγάρο και το έβαλα στα πόδια. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός. Η πίεση του αέρα με πέταξε στον τοίχο.

Ένιωσα ένα τρομακτικό τράνταγμα και ώσπου να συνέλθω όλος ο χώρος είχε γεμίσει με πυκνό καπνό. Η έκρηξη άνοιξε μια τρύπα όσο ένα μεγάλο παράθυρο στα πλευρά του πλοίου και τίναξε το πάτωμα προς το μηχανοστάσιο. Πανικός κατέλαβε τους επιβάτες. Όλοι άρχισαν να τρέχουν πέρα δώθε και να αναρωτιούνται τι συνέβη. Ο τρόμος ήταν απερίγραπτος. Την ίδια στιγμή άρχισε να σφυρίζει η σειρήνα του πλοίου, δυνατά και ασταμάτητα».

Η έκρηξη έγινε ακριβώς την 11.20’ ώρα. Η φωτιά απλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα. Το πλήρωμα κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες για να συγκεντρωθούν στο κατάστρωμα επιβάτες, αποσκευές και ταχυδρομείο και να μεταφερθούν στις βάρκες. Ταυτόχρονα κατέφθασαν δύο βάρκες με στρατιώτες και παρέλαβαν τους περισσότερους επιβάτες. Στη βάρκα που μπήκε ο Shatev βρισκόταν ένας καθολικός μοναχός, μια γυναίκα και ο επιθεωρητής της αστυνομίας. Το βοηθητικό σκάφος Σουέζ έσπευσε ρυμουλκώντας μια ειδική βάρκα-δεξαμενή και με μια μικρή αντλία άρχισε να καταβρέχει το φλεγόμενο τμήμα του πλοίου.

Η προσπάθεια δάσωσης του πλοίου κράτησε πολλές ώρες χωρίς αποτέλεσμα. Ο πλοίαρχός του το εγκατέλειψε τελευταίος. Αρνητική, όμως, εντύπωση προκάλεσε η στάση του αυστριακού πλοίου Electra που, ενώ βρέθηκε πολύ κοντά στο φλεγόμενο, δεν πλησίασε να βοηθήσει ναυαγούς και πλοίο. Τελικά το Guadalquivir ρυμουλκήθηκε από το ολλανδικό Penelopes, που είχε σπεύσει σε βοήθεια, μακρυά από τη στεριά, λίγο πιο πέρα από τον Λευκό Πύργο.
Ο Shatev, για να μη δημιουργήσει υποψίες, πήγε μαζί με δύο άλλους στο ξενοδοχείο Παρθενών που ήταν κοντά στο λιμάνι.

Είχε αποφασιστεί ότι ο δεύτερος στόχος να ήταν η αμαξοστοιχία που θα ερχόταν από την Αλεξανδρούπολη. Την επιχείρηση είχαν αναλάβει οι Metchev, Arsov και Trutchkov. Βαρελότα και τρία κιλά μελανίτης είχαν τοποθετηθεί στη σιδηροδρομική γραμμή στη στροφή μεταξύ του κεντρικού και του μικρού σταθμού. Περί ώρα 21.00’ η τροχοί της μηχανής πέρασαν πάνω από τα εκρηκτικά.

Από την έκρηξη έπαθε μικρές ζημιές η μηχανή και έσπασαν τα παράθυρα των μπροστινών βαγονιών. Η ψυχραιμία του μηχανοδηγού έσωσε το τρένο από εκτροχιασμό. Τραυματίες δεν υπήρξαν. Αποδείχθηκε αργότερα ότι τα βαρελότα ήταν από αυτά που χρησιμοποιούσαν οι σιδηροδρομικοί για σήματα κινδύνου και oi δύο αυτοσχέδιες βόμβες δεν εξερράγησαν.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>