Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Οι “Βαρκάρηδες” της Θεσσαλονίκης

Ο Γάλλος πρόξενος γράφει στην αναφορά του (7 Μαΐου):
«Όλη η δουλειά έμοιαζε να έχει στηθεί από άπειρα χέρια».

Στην εφημερίδα Εμπρός της 18 Απριλίου (π.η.) διαβάζουμε:
«Βεβαίως, αι εκρήξεις αυταί των βομβών, αποτέλεσμα ενός συνωμοτικού πραξικοπήματος, δεν δύνανται να επιδράσωσιν εις την κατάστασιν και το πνεύμα της όλης χώρας. Η Θεσσαλονίκη διήλθεν απλώς μίαν νύκτα μεγάλης ανησυχίας. Αλλά πέραν τούτου ουδέν το μάλλον επίφοβον. Δεν νομίζομεν όμως ότι κατόπιν των νέων ατιμιών δύναται να παρακωλυθή η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπό της Ευρώπης εις πλήρη και τελέσφορον ενέργειαν, είτε κατά των κομιτάτων είτε και κατ’ αυτής της Βουλγαρίας εν ανάγκη. Αυτή δε ίσως να είναι η μόνη σοβαρά πολιτική συνέπεια του αναρχικού έργου των Βουλγάρων».

ΤΕΤΑΡΤΗ 29 ΑΠΡΙΛΙΟΥ (ν.η.). Ο διευθυντής της Οθωμανικής Τράπεζας αντιλήφθηκε ζωηρή κίνηση Βουλγάρων σε καταστήματα και ξενοδοχεία γύρω από τη Τράπεζα και ειδοποίησε τον αστυνομικό διευθυντή της περιοχής. Εκείνος του απάντησε ότι η πόλη είναι ήσυχη και δεν χρειάζεται να γίνει καμιά έρευνα από την αστυνομία.

Πριν από το μεσημέρι πέρασαν από τα γραφεία της Messageries Maritimes οι επιβάτες του Guadalquivir. Εμφανίστηκαν όλοι εκτός από τον Shatev που είχε φύγει σιδηροδρομικώς για τα Σκόπια. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία και ο Shatev συνελήφθη στο σταθμό των Σκοπίων και οδηγήθηκε κρατούμενος στη Θεσσαλονίκη.

Οι Βαρκάρηδες κρύβονταν όλη την ημέρα στις προκαθορισμένες θέσεις τους. Ο Ortzeto βρισκόταν στο υπόγειο του μπακάλικου περιμένοντας το σινιάλο. Ήταν υπεύθυνος για την ανατίναξη της Τράπεζας.

Περί ώρα 20.00’ ο Kirkov τοποθέτησε δύο κιλά μελανίτη στους κεντρικούς αγωγούς φωταερίου, άναψε το φιτίλι με το τσιγάρο του και απομακρύνθηκε. Με την έκρηξη έσβησαν τα φώτα σε τμήματα της πόλης και κόπηκε η παροχή νερού. Ήταν το σύνθημα για τον Ortzeto και τους άλλους.
Μόλις έσβησαν τα φώτα οι Metchev και Trutchkov προσπάθησαν να διεισδύσουν στις εγκαταστάσεις του φωταερίου. Το σχέδιο προέβλεπε ανατίναξη της δεξαμενής φωταερίου που θα κατέστρεφε και τις διπλανές εγκαταστάσεις του σιδηροδρομικού σταθμού Μοναστηρίου. Τους αντιλήφθηκαν, όμως, οι φύλακες και τους κυνήγησαν με πιστολιές. Πρόλαβαν να πετάξουν μια βόμβα που προκάλεσε ζημιές σε μια μικρή αποθήκη και μικρή πυρκαγιά που δεν ξαπλώθηκε.

Ο Shatev διηγείται:
«Στο κουπέ ήμασταν τρεις μόνο: ο αστυνομικός, εγώ και ένας Εβραίος. Αργά τη νύχτα φθάσαμε στο σταθμό Τόπσιν. Ο καιρός ήταν πολύ καλός, αλλά από τα παράθυρα του τρένου δεν διακρίνονταν τα φώτα της πόλης. Μπήκαμε στο σταθμό της Θεσσαλονίκης και όλα ήταν σκοτεινά. Ο μόνος που ήξερε τι συμβαίνει ήμουν εγώ. Στην πλατφόρμα υπήρχαν μόνο τέσσερα πέντε φανάρια και πολλοί στρατιώτες, αξιωματικοί και αστυνομία. Όλη η πόλη είχε βυθιστεί στο σκοτάδι. Από τον σταθμό όμως φαίνονταν οι φλόγες και οι καπνοί της τράπεζας και ακούγονταν εκρήξεις από βόμβες.

Περιμέναμε αρκετά στον σταθμό και μια δυο ώρες πριν ξημερώσει, εγώ και ορισμένοι άλλοι κρατούμενοι οδηγηθήκαμε με τα πόδια στην πόλη. Στον δρόμο συνεχώς μας φώναζαν “Τις ει;” και απαντούσε ο φρουρός μας “Ασκέρ ντεβριεσί”. Περάσαμε το Τοπ Χανέ και το ξενοδοχείο Salonique, όπου παραδίπλα μια ομάδα στρατιωτών έριχνε νερό με τενεκέδες για καθαρίσουν τα αίματα από το δρόμο. Σ’ αυτήν εδώ τη γωνιά ήταν το σπίτι των Metchev και Trutchkov. Φθάσαμε στην Εγνατία και σε λίγο στρίψαμε για το Διοικητήριο. Εκεί μας έβαλαν στο υπόγειο ως το πρωί».

Κι ενώ συνέβαιναν αυτά, ο Δέλιος περιγράφει την καθημερινότητα στο βιβλίο του Δοκιμασία:
«Λιγοστοί οι περιπατητές -ράθυμοι φεσοφόροι, απλοί κουρασμένοι διαβάτες- στην προκυμαία με τ’ αραγμένα ένα-δυο καΐκια. Στο “Αλάμπρα”, λίγο δώθε από τον Όμιλο Φιλομούσων, κοντά στο Λευκό Πύργο, το καφενείο με τα μαρμάρινα τραπέζια και τις μεγάλες στην είσοδο και στις γωνιές γλάστρες ταφλάνι, οι μικροί θορυβούσαν και παίζαν κρυφτούλι. [...] Στο καφενείο “Αλάμπρα” δε σύχναζαν παρά Έλληνες, ραγιάδες κατά πλειονότητα».

Στο Αλάμπρα βρισκόταν ο Arsov. Μόλις έσβησαν τα φώτα άφησε μια βόμβα σ’ ένα τραπέζι και άναψε το φιτίλι. Οι θαμώνες έντρομοι έτρεξαν στην έξοδο. Ανάμεσά τους και ο Arsov. Από την έκρηξη σκοτώθηκε ο 25χρονος σερβιτόρος Νικ. Σιάτρας και τραυματίσθηκαν ελαφρά ένας άλλος σερβιτόρος και μερικοί πελάτες. Οι υλικές ζημιές στο κατάστημα ήταν μικρές. Άλλωστε με κυνικό τρόπο περιγράφει το συμβάν ο Αμερικανός δημοσιογράφος Fr. Moore στο βιβλίο του The Balkan Trail:

«Ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του “Αλάμπρα” μας έδειξε τις τρύπες που άνοιξαν στο παλκοσένικο και τις κουρτίνες και μας έδωσε θραύσματα από τις βόμβας που μάζεψε ο ίδιος. Δύο τραπέζια, τρία φλιτζανάκια του καφέ και ένας άντρας ήταν το σύνολο των καταστροφών στο μαγαζί του».

Ακολούθησε βομβιστική επίθεση στο Ζυθοπωλείον του Νιόνιου, στο ισόγειο του ξενοδοχείου Grand Hotel d’ Angleterre, από τον Bogdanov. Οι βόμβες εξοστρακίστηκαν στην εξώπορτα και έσκασαν στο πεζοδρόμιο. Οι ζημιές ήταν σπασμένα τζάμια άλλα δεν υπήρξαν τραυματισμοί. Ο Bogdanov έφυγε τρέχοντας προς το δωμάτιο που νοίκιαζε κοντά στην εκκλησία της Νέας Παναγίας.

Το Εμπρός γράφει για το γεγονός:
«Το ζυθοπωλείον (του Νιόνιου) ήτο κατάμεστον εξ ανδρών και γυναικών καταληφθέντων υπό πανικού φύρδην μίγδην εξερχομένων και τρεπομένων εις φυγήν».

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>