Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Οι “Βαρκάρηδες” της Θεσσαλονίκης

Οι Metchev και Trutchkov μέσα στο σκοτάδι έτρεξαν προς το σπίτι τους.
Για τη συνέχεια ο δημοσιογράφος Fr. Moore καταγράφει την περιγραφή της συζύγου ενός Αμερικανού ιεραπόστολου:
«Μισή ώρα μετά την ανατίναξη της τράπεζας βόμβες άρχισαν να πέφτουν δίπλα στην ιεραποστολή. Από το μπαλκόνι του σπιτιού, ακριβώς απέναντι από τη Γερμανική Σχολή, οι αντάρτες πετούσαν τις βόμβες προς το κτίριο. Οι ζημιές ήταν ασήμαντες. Δύο ομάδες στρατιωτών έφθασαν συγχρόνως από αντίθετες διευθύνσεις. Μέσα στο σκοτάδι, η μια ομάδα μπέρδεψε την άλλη με τους αντάρτες και άρχισε να τους πυροβολεί. Η μάχη συνεχίστηκε για περισσότερο από δύο ώρες.

Περίπου σαράντα βόμβες και εκατοντάδες τουφεκιές αντήχησαν στον αέρα. Η Αμερικανίδα έβλεπε τους δυο Βουλγάρους να ανάβουν τα φιτίλια μέσα στο δωμάτιο, να τρέχουν στο μπαλκόνι και να πετούνε τις βόμβες στον δρόμο. Προς το τέλος είδε τον ένα να αιμορραγεί από τραύμα στο πρόσωπο και τον άλλο στο στήθος. Σε λίγο έσυραν τα δύο πτώματα στο δρόμο».

Αστυνομία και στρατός άρχισαν εφόδους και συλλήψεις ιδιαίτερα στον Κιλκίς Μαχαλέ που ζούσαν πολλοί Βούλγαροι.

Και η περιγραφή του Γάλλου προξένου L. Steeg:
«Στις οκτώ το βράδυ βρισκόμουν στο γραφείο μου μαζί με τον κ. Vernazza και τον κ. Choublier, όταν έσβησαν ξαφνικά οι γκαζόλαμπες, βυθίζοντας το σπίτι στο σκοτάδι. Κοιτώντας προς το δρόμο, άρχισα να ακούω πολλές εκρήξεις και μια από αυτές τρομερά βίαιη. Σε λίγο μαζί με τους δύο συναδέλφους και γείτονές μου, τους προξένους της Αγγλίας και της Ιταλίας, φύγαμε για το σπίτι του βαλή. Ο βαλής όμως βρισκόταν ήδη στην τράπεζα.

Πηγαίνοντας προς τα εκεί, είδαμε την άμαξά του να επιστρέφει. Τον ακολουθήσαμε λοιπόν και στον δρόμο συναντήσαμε τον πρόξενο της Αυστροουγγαρίας που ήρθε και αυτός μαζί μας. Η πόλη ήταν απροστάτευτη. Οι μονάδες που υπήρχαν για τη Μεγάλη Εβδομάδα των ορθοδόξων είχαν φύγει για την Αλβανία. Η στρατιωτική διοίκηση είχε όλο και όλο στη διάθεσή της δύο τάγματα κληρωτών (νιζάμηδες), λίγους ιππείς και μισό τάγμα εφέδρων (ρεντίφηδες).

Ο βαλής μας πληροφόρησε ότι τα δύο τάγματα των εφέδρων που έφτασαν απόψε από τη Σμύρνη θα αποβιβάζονταν αμέσως και μας διαβεβαίωσε πως θα γινόταν όλες οι απαραίτητες ενέργειες για την ασφάλεια των ομοεθνών μας. Επίσης, ύστερα από υπόδειξή μας, μας διαβεβαίωσε ότι δεν θα ανακατευτεί ο όχλος στην καταστολή των ταραχών».

Ο Leon Sciaky στο βιβλίο του Farewell to Salonica αφηγείται:
«Ήταν νύχτα τρόμου. Κάθε ώρα φαινόταν ατελείωτη τονίζοντας την απέραντη φρίκη και το φόβο: ποδοβολητά των πεζικάριων που πήγαιναν επιτροχάδην, άμαξες που περνούσαν βιαστικά με εκκωφαντικό κρότο, ενώ οι αμαξάδες χτυπούσαν το καμτσίκι και παρότρυναν τα άλογα, διαταγές, φωνές και βρισιές, ντουφεκιές που αντηχούσαν πότε μακριά, πότε κοντά -ένας εφιάλτης που δεν σ’ άφηνε ούτε να ξυπνήσεις. Επιτέλους φάνηκε η αμυδρή ανταύγεια της αυγής και σηκώθηκα από το κρεβάτι μου».

ΠΕΜΠΤΗ 30 ΑΠΡΙΛΙΟΥ (ν.η.). Οι αρχές κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης και απαγόρευσαν την κυκλοφορία μία ώρα μετά τη δύση του ήλιου. Διπλασιάσθηκαν και οι φρουρές στα δημόσια κτίρια.

Τα γεγονότα των δύο τελευταίων ημερών ίσως ήταν η απαρχή γενικής εξέγερσης. Γι’ αυτό εντάθηκαν οι συλλήψεις Βουλγάρων και άλλων υπόπτων. Στον Κιλκίς Μαχαλέ, συνοικία που έμεναν κυρίως Βούλγαροι, αστυνομία και στρατός ήταν ανελέητοι. Οποιοσδήποτε αντιστεκόταν, σκοτωνόταν επί τόπου.

Συνεχίζουμε με τη διήγηση του, φυλακισμένου πια, Shatev:
«Άρχισε να ξημερώνει. Δεν είχε φέξει για τα καλά όταν άρχισαν να καταφθάνουν ομάδες-ομάδες οι συλληφθέντες Βούλγαροι. Ένας από τους αστυφύλακες έγραφε τα ονόματά τους και άλλοι δύο έκαναν ερωτήσεις. Πολλοί Βούλγαροι ξυλοκοπήθηκαν άγρια, ορισμένοι τραυματίστηκαν στο κεφάλι και στο πρόσωπο. Ένας απ’ αυτούς, ο Dinov, από το πολύ ξύλο που του έδωσε ο αστυνόμος Σουλεϊμάν, ξεψύχησε.

Μετά λίγες ώρες οδηγήθηκα στο βαλή Χασάν Φεχμί πασά. Μόλις μπήκα, με κοίταξε προσεκτικά από πάνω ως κάτω, με ρώτησε πώς ονομάζομαι, ζήτησε το διαβατήριό μου, το είδε και έδωσε διαταγή στον αστυφύλακα να με πάρει. Με οδήγησαν σ’ ένα θεοσκότεινο κελί στο υπόγειο του Διοικητηρίου».

Την 13.30 ώρα η πόλη αναστατώνεται και πάλι. Ο Ortzeto με τρεις συντρόφους του άρχισαν να πετούν βόμβες και πυροβολούν από το σπίτι του. Περικυκλώθηκαν αμέσως από στρατιώτες και μετά από σύντομη μάχη ο Ortzeto αυτοκτόνησε για να μη συλληφθεί αιχμάλωτος (κατά τους Βούλγαρους σκοτώθηκε από ριπή, αφού είχε πετάξει την τελευταία του βόμβα). Ένας από τους συντρόφους του σκοτώθηκε στη μάχη, ο άλλος κατάφερε να ξεφύγει, αλλά τον καταδίωξαν οι στρατιώτες και τον σκότωσαν.

Η αφήγηση του Δέλιου, για τα γεγονότα της ημέρας, είναι χαρακτηριστική:
«Πεισμάτωσαν και φανατίστηκαν οι Τούρκοι. Και τουρκικός φανατισμός σημαίνει πάθος και μίσος που θεριεύει και ξεσπάζει αλόγιστο και άγριο. Έξαλλοι, στρατός και χωροφυλακή, ξεχύθηκαν στους δρόμους, κ’ έζωσαν τη μια και την άλλη περιοχή και σκότωναν χωρίς καμιά διάκριση, Βουλγάρους και Ρωμιούς, αν τύχαινε να βρεθούν μπροστά τους».

Ο Έλληνας πρόξενος Ευγενιάδης περιγράφει τα γεγονότα:
«Περί την δευτέραν μεσημβρινήν ώραν της παρελθούσης Πέμπτης περί την συνοικίαν Βαρδαρίου πεντηκοντάς Τουρκαλβανών στρατιωτών εκ του ενταύθα την προτεραίαν εκ Πριζρένης αφιχθέντος Τάγματος διεμοιράσθησαν εις πέντε ή έξ ομάδας και, υπό το πρόσχημα ότι ήρχοντο εις βοήθειαν του καταδιώκοντος τους Βουλγάρους στρατού, ήρξαντο διαρπάζοντες παν το προστυχόν.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>