Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Οι “Βαρκάρηδες” της Θεσσαλονίκης

ΤΕΤΑΡΤΗ 6 ΜΑΪΟΥ (ν.η). Σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο είναι 23 Απριλίου, ημέρα της εορτής του Αγίου Γεωργίου. Στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου τελέσθηκε δοξολογία για την ονομαστική εορτή του Έλληνα βασιλιά. Ο Ευγενιάδης γράφει:

«Μολονότι ο λαός εξακολουθεί επτοημένος, εφοβείτο δε ότι Βούλγαροι θα προέβαινον αναρχικόν κίνημα εν εκκλησία, εν τούτοις δοξολογία υπέρ Α.Μ. Βασιλέως ετελέσθη εν μέσω πυκνού πλήθους υπηκόων και ομογενών, ενθουσιωδώς ζητωκραυγασάντων, προσελθόντων δ’ είτα Γενικόν Προξενείον. Εξουσία φοβουμένη τοιούτον κίνημα έλαβε πάντα τα προφυλακτικά μέτρα. Συλλήψεις και κατ’ οίκον έρευναι εξακολουθούσι».

Ο Shatev, που είχε μείνει έξι μέρες στο υπόγειο του Διοικητηρίου χωρίς να ανακριθεί, οδηγήθηκε στο στρατοδικείο. Η δίκη άρχισε με την ανάγνωση του κατηγορητηρίου:

«… Με σκοπό την αλλαγή του καθεστώτος διακυβέρνησης των Ρουμελιώτικων βιλαετίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα μέλη του ανατρεπτικού κομιτάτου με έδρα τη Σόφια αποφάσισαν να διαπράξουν σειρά κακουργημάτων στην πόλη της Θεσσαλονίκης…».
Ο πρώτος κατηγορούμενος Shatev αρνήθηκε το πραγματικό του όνομα, προσκομίζοντας βουλγαρικό διαβατήριο με το όνομα Gheorghi Manassov, για να μη θεωρηθεί Οθωμανός υπήκοος. Παραδέχτηκε τη συμμετοχή του στην ανατίναξη του Guadalquivir, αλλά επέμενε ότι η έκρηξη έγινε όταν το πλοίο βρισκόταν έξω από τα χωρικά ύδατα, για να δικαστεί από γαλλικό δικαστήριο, πράγμα που εξόργισε τον πρόεδρο.

Ο Γάλλος πρόξενος Steeg σημειώνει:
«Η δίκη διεξάγεται με αμεροληψία και χαρακτηρίζεται από την ευστροφία των δικαστών. Οι διαδικασίες είναι απείρως ανώτερες από αυτές που ισχύουν στα συνηθισμένα τουρκικά δικαστήρια».

ΔΕΥΤΕΡΑ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ (ν.η.). Το πρωί, στις φυλακές του Λευκού Πύργου, ένας φύλακας, μάλλον από παρεξήγηση, τραυμάτισε σοβαρά στο στήθος με τη ξιφολόγχη του τον Bogdanov. Ο τελευταίος, μετά τις πρώτες βοήθειες που του παρασχέθηκαν επί τόπου, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.

Ολοκληρώθηκε στο στρατοδικείο η ακροαματική διαδικασία. Κατά τη διάρκειά της -ένας σχεδόν μήνας- εκτός από τους τέσσερις Βαρκάρηδες εξετάστηκαν περισσότεροι από 120 μάρτυρες και συνεργοί. Οι Shatev και Boshnakov ήταν φειδωλοί στις καταθέσεις και αποκαλύψεις τους. Αντίθετα οι Bogdanov και Arsov ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικοί για την όλη επιχείρηση. Ο Bogdanov, μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι αρχηγός της επιχείρησης ήταν ο D. Metchev, ενώ όλες οι πηγές δείχνουν τον Ortzeto. Προφανώς ήθελε να προστατεύσει τους πολλούς συγγενείς του τελευταίου, που είχαν συλληφθεί.

ΣΑΒΒΑΤΟ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ (ν.η). Την 10.30’ ώρα άρχισε στο στρατοδικείο πανηγυρική συνεδρίαση για την ανακοίνωση της απόφασης. Παρουσιάζονται οι τρεις κατηγορούμενοι και ο πρόεδρος ενημερώθηκε για την κατάσταση της υγείας του Bogdanov.
Στην αίθουσα βρέθηκαν όλη η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του βιλαετίου καθώς και επιφανείς οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες της πόλης. Η σπουδαιότητα της δίκης τονιζόταν από την παρουσία πέντε ανταποκριτών ευρωπαϊκών εφημερίδων και των διερμηνέων όλων των προξενείων της πόλης.

Ο Γκαρπολάς γράφει στον Φάρο της Θεσσαλονίκης:
«Οι τρεις κακούργοι προ του δικαστηρίου κάτωχροι περιεργάζονται υπούλως τους εν τη αιθούση».

Και ο Shatev περιγράφει:
«Είχε περάσει μια ώρα από τότε που ξύπνησα. Ήταν μέρα Σάββατο. Δεν ήξερα αν ήταν πρωί ή απόγευμα. Ξάφνου ήρθε ο φύλακας, άνοιξε την πόρτα και εγώ σηκώθηκα όρθιος. Ένας αξιωματικός που στεκότανε μπροστά στην πόρτα μου μου είπε να βγω. Φόρεσα γρήγορα το παλτό μου και βγήκα. Στις σιδερένιες εξώπορτες του Μπεγιάζ Κουλέ στέκονταν κάμποσοι χωροφύλακες και δέκα περίπου στρατιώτες με ντουφέκια. Μας έβγαλαν έναν-έναν από τα κελιά, ο φύλακας όμως δεν μας έβαλε τις αλυσίδες όπως συνήθως έκανε.

Μάζεψε τα ρολόγια, τα λεφτά, τα μαντίλια και τις ζώνες μας. Ο ένας πίσω από τον άλλο βγήκαμε από τον πύργο και αμέσως μας έζωσαν από αριστερά και από δεξιά στρατιώτες από το 17ο τάγμα πυροβολικού με εφ’ όπλου λόγχη.

Μπροστά προχωρούσε ένας αξιωματικός, πίσω ήμουν εγώ, μετά ο Boshnakov και πίσω ο Arsov. Ο Bogdanov ήταν ακόμη άρρωστος, και δεν ήρθε μαζί μας. Δίπλα στον καθένα μας στεκόταν ένας χωροφύλακας και μας κρατούσε από το χέρι. Απέναντι, στο γειτονικό κήπο, σ’ ένα καφενείο υπήρχε πολύς κόσμος: άντρες, γυναίκες, παιδιά, όλοι μας κοιτούσαν, ενώ μερικοί γελούσαν.
Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό μου ήταν ότι πάνε να μας εκτελέσουν δημόσια στην αγχόνη.

Υπέθεσα πως οι αγχόνες μάλλον θα βρίσκονταν στημένες στη μικρή πλατεία του Μπεγιάζ Κουλέ. Σε ένα-δύο λεπτά περάσαμε από τη μικρή πλατεία, εκτός όμως από την άμαξα του βαλή δεν πρόσεξα τίποτ’ άλλο -η πλατεία ήταν τελείως άδεια, χωρίς κανένα σημάδι από αγχόνες.

Αντί λοιπόν να μας οδηγήσουν στην αγχόνη, μας πήγαν στο στρατηγείο, στην ίδια αίθουσα που μας δίκαζαν. Οι διάδρομοι του κτιρίου ήταν κατάμεστοι από κόσμο: αξιωματικοί, στρατιώτες και πολίτες. Μπήκαμε στην αίθουσα του στρατοδικείου, όπου εκτός από τους δικαστές υπήρχαν πάνω από διακόσια άτομα με πολιτικά. Μας έστησαν μπροστά σ’ ένα μακρόστενο πράσινο τραπέζι, ενώ πίσω μας στάθηκαν οι χωροφύλακες. Απέναντι, στο βάθος της αίθουσας, είχαν καθίσει σε τρεις μακριούς καναπέδες οι δικαστές.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>