Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Οι “Βαρκάρηδες” της Θεσσαλονίκης

Ο πρόεδρος Εντίπ πασάς είχε καταθέσει μόνος του στον ένα καναπέ. Η υπόλοιπη αίθουσα ήταν γεμάτη από ανθρώπους με πολιτικά: διευθυντές πιστωτικών και εμπορικών οίκων, ανώτατους υπαλλήλους, αξιωματικούς και άλλους, ενώ αριστερά μας ήταν οι δημοσιογράφοι. Μόλις σηκωθήκαμε όρθιοι όλοι έστρεψαν τα βλέμματά τους επάνω μας -μερικοί χαμογελούσαν ειρωνικά και κάποιοι δημοσιογράφοι κρατούσαν σημειώσεις».

Στην αρχή της διαδικασίας ο γραμματέας του στρατοδικείου διάβασε την ιατρική έκθεση για την υγεία του Bogdanov. Στη συνέχεια διάβασε το μακρύ ιστορικό των γεγονότων και τα αποτελέσματα των ανακρίσεων. Τέλος διάβασε το κατηγορητήριο, χωριστά για κάθε κατηγορούμενο, που κατέληγε:

«… Άπαντες οι τέσσερες ένοχοι εγκληματικών πράξεων, αίτινες έτεινον εις την σφαγήν των κατοίκων, εις την καταστροφήν της πόλεως, δια ταύτα κηρύσσονται παμψηφεί ένοχοι των προρρηθέντων εγκλημάτων».

Μετά την ανάγνωση της απόφασης ο πρόεδρος του στρατοδικείου απάγγειλε την ποινή:
«Ηκούσατε την απόφασιν ήτις σας κηρύσσει ενόχους των εγκλημάτων άτινα επράξατε [...] Συμφώνως τοις τρισίν άρθροις των οποίων εγένετο η ανάγνωσις, οι κατηγορούμενοι: Πέτρε Γ. Μπογδάνωφ, Παύλε Πότστεφ (ή Σάτεφ), Μάρκο Στόγιαν Μποσνάκωφ και Μίλαν Άρσο καταδικάζονται εις θάνατον».

Το μεσημέρι οι Βαρκάρηδες οδηγήθηκαν στις φυλακές του Επταπυργίου.
Στις φυλακές Επταπυργίου έμειναν μέχρι την 23 Απριλίου 1906. Εκείνες τις μέρες είχε εκδοθεί σουλτανικό φιρμάνι που μετέτρεπε όλες τις θανατικές καταδίκες σε εξορία. Τις τελευταίες ώρες περιγράφει ο Shatev:

«Ήμασταν μια σειρά από 156 άτομα, όλοι αλυσοδεμένοι, αλλά χαρούμενοι και χαρωποί, καθώς διασχίζαμε τους δρόμους της Θεσσαλονίκης προς το λιμάνι. Οι συγγενείς μας δεν μπορούσαν να μας πλησιάσουν φοβούμενοι τις γυμνές λόγχες που μας περιέβαλαν, ενώ οι αξιωματικοί έδειχναν σκληρόκαρδοι και ψυχροί. Αφού ανεβήκαμε στο πλοίο ήρθε κοντά μας ένα άτομο, συνοδεία χωροφυλάκων, και έδωσε στον καθένα από μας ένα σεμνό χρηματικό ποσό, βοήθεια από την προτεσταντική εκκλησία της πόλης».

Το πλοίο έφτασε στην Σμύρνη την 27 Απριλίου 1906. Εκεί χώρισαν τους κρατούμενους: όσους είχαν δέκα χρόνια φυλακή τους έστειλαν στις φυλακές του Μποντρούμ, εκείνους που είχαν δεκαπέντε χρόνια στις φυλακές της Ρόδου και τους ισοβίτες στη Λιβύη.
Στις φυλακές της Τρίπολης έμειναν ένα περίπου μήνα και την 23 Ιουνίου ξεκίνησαν για το Μουρτζούκ, 900 χιλιόμετρα στη Σαχάρα. Η περιγραφή της πορείας από τον Shatev είναι συγκλονιστική:

«Μερικοί από εμάς δεν είχαν παπούτσια, άλλοι ήταν άρρωστοι και οι περισσότεροι εξουθενωμένοι. Όταν μας φόρτωσαν δυο-δυο σε καμήλες, ο ένας κοιμόταν και ο άλλος τον στήριζε με τα δυο του χέρια. Πολλές φορές όμως αποκοιμούνταν και οι δύο και έπεφταν καταγής για να δεχθούν τα καμουτσίκια των φρουρών. Όταν περπατούσαμε σκόνταφτε συνεχώς ο ένας πάνω στον άλλο. Τι γινόταν; Ούτε εμείς στην αρχή το καταλάβαμε! Ήταν όμως φανερό πως περπατούσαν και κοιμούνταν. Πώς ήταν δυνατό; Κοιμούνταν για τέσσερα-πέντε λεπτά και έπεφταν».

Οι συνθήκες διαβίωσης στο Μουρτζούκ ήταν χειρότερες από εκείνες τις πορείας. Η βασική τροφή ήταν ψωμί κακής ποιότητας και αλμυρό νερό. Τα κελιά έβραζαν από τη ζέστη. Γιατρός δεν υπήρχε. Ο Boshnakov αρρώστησε από ελονοσία και πέθανε την 14 Φεβρουαρίου 1908. Ο Arsov πέθανε από εξάντληση την 8 Ιουνίου 1908.

Το κίνημα των Νεοτούρκων το 1908 έδωσε γενική αμνηστία. Shatev και Bogdanov δεν ήθελαν να φύγουν αφήνοντας πίσω τα πτώματα των συντρόφων τους. Να τι λέει ο Shatev:
«Ένα βράδυ έξι άτομα πήγαμε εντελώς μυστικά στους τάφους. Αφήσαμε τους δύο να κρατάνε τσίλιες και οι υπόλοιποι, με τα χέρια και κάτι σανίδες, σκάβαμε την άμμο και ανοίγαμε τους τάφους ψάχνοντας για τα λείψανα των πεθαμένων. Η νύχτα ήταν φεγγαρόλουστη. Σε λίγη ώρα φάνηκαν τα πτώματα, ήταν ακόμη ολόκληρα. Η μυρωδιά όλο και δυνάμωνε -ζαλιστήκαμε και ο ιδρώτας έλουζε τα πρόσωπά μας.

Ήταν αδύνατο να τα βγάλουμε ολόκληρα, ούτε μπορούσαμε να μαζέψουμε τα κόκαλα γιατί ήταν καλυμμένα με σάρκες. Βγάλαμε τα μαχαίρια, κόψαμε τα κεφάλια και τα βάλαμε σε κάτι σακιά. Σκεπάσαμε τα πτώματα με άμμο και φύγαμε. Το πρωί, αφού βουτήξαμε τα κεφάλια σε ιωδοφόρμιο, τα βάλαμε σε δύο ερμητικά κλεισμένα τενεκέδες. Όλα ήταν έτοιμα για το ταξίδι της επιστροφής».

Έφτασαν στους τόπους τους στα τέλη Οκτωβρίου και λίγες μέρες μετά παρέδωσαν τους τενεκέδες στους οικείους των Boshnakov και Arsov. Ο Bogdanov πέθανε στη Βουλγαρία το 1939. Ο Shatev δολοφονήθηκε το 1951 από Σκοπιανούς του Τίτο.

Η κοσμοπολίτικη κοινωνία της Θεσσαλονίκης πολύ γρήγορα ξεπέρασε τον απόηχο των γεγονότων και ο ρυθμός της πόλης γρήγορα αποκαταστάθηκε. Ακόμα και τα ερείπια της Τράπεζας εξαφανίστηκαν και μέσα σε δεκατέσσερις μήνες ένα νέο λαμπρό κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Vitaliano Poselli, εγκαινιάστηκε καθώς και το καινούργιο ξενοδοχείο Colombo.
Το σημαντικότερο ίσως αποτέλεσμα υπήρξε η αφύπνιση της ελληνικής κυβέρνησης και των ελληνικών κομμάτων μπροστά στον κίνδυνο που απειλούσε την Μακεδονία.

(Τα ντοκουμέντα περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Γιάννη Μέγα “ΟΙ «ΒΑΡΚΑΡΗΔΕΣ» ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ η αναρχική βουλγαρική ομάδα και οι βομβιστικές ενέργειες του 1903”).

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη