Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Στυλιανός Βολάνης

To 1935 ήταν ένα έτος ραγδαίων εξελίξεων. Οι πολιτικές εξελίξεις του έτους αυτού, καθώς και των επόμενων προπολεμικών ετών, σημαδεύτηκαν από το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, με πρωταγωνιστές από τη μια τους κινηματίες βενιζελικούς αξιωματικούς και από την άλλη την αντιβενιζελική κυβέρνηση (Κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη), και ιδιαίτερα ορισμένα στοιχεία που απεργάστηκαν την πολιτειακή αλλαγή λίγους μήνες αργότερα.

Την 26 Φεβρουαρίου 1935, στην εφημερίδα του Κ.Κ.Ε. Ριζοσπάστης δημοσιεύτηκε πλήρες ρεπορτάζ, στο οποίο υπήρχαν όλα τα διαρρεύσαντα στοιχεία ενός κινήματος, που επρόκειτο να εκδηλωθεί, παρέχοντας πολύτιμο υλικό στην κυβέρνηση Παν. Τσαλδάρη και τους σφόδρα αντιβενιζελικούς υπουργούς Στρατιωτικών Γ. Κονδύλη και Ναυτικών Α. Χατζηκυριάκο. Αργότερα η διαρροή της είδησης αποδόθηκε σε βενιζελικούς αξιωματικούς, μεταξύ των οποίων οι Μπακιρτζής, Αθηνέλης, Ζούλας, Μακρίδης.

Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση καταλήφθηκε εξ απροόπτου όταν την 1 Μαρτίου 1935 ξέσπασε στασιαστικό κίνημα με πρωταγωνιστές βενιζελικούς αξιωματικούς υπό την ηγεσία του Ν. Πλαστήρα και την καθοδήγηση ή ανοχή του Ελ. Βενιζέλου, που κινήθηκαν από το φόβο πραξικοπηματικής κατάλυσης της δημοκρατίας και επαναφοράς του Γεωργίου Β’ στην εξουσία. Αρχικά, εκδηλώθηκε στο Ναύσταθμο του Πειραιά με επικεφαλής τους αξιωματικούς Ι. Δεμέστιχα και Αν. Κολιαλέξη, που κατόρθωσαν να ελέγξουν το μεγαλύτερο μέρος του στόλου.

Το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 ήταν η συνισταμένη των συνωμοτικών ενεργειών διάφορων κύκλων και οργανώσεων της βενιζελικής παράταξης, που απέβλεπαν στην αποτροπή της παλινόρθωσης της βασιλευόμενης δημοκρατίας. Πίσω από το στόχο αυτό βρισκόταν η επιθυμία των απότακτων βενιζελικών αξιωματικών να ξαναγυρίσουν στο στράτευμα και να προχωρήσουν σε ριζικές εκκαθαρίσεις των αντιφρονούντων, καθώς και η επιδίωξη των πολιτικών της ίδιας παράταξης να επανέλθουν στην εξουσία.

Οι ανησυχίες των βενιζελικών για το μέλλον της αβασίλευτης δημοκρατίας δεν ήταν ίσως απόλυτα δικαιολογημένες, επειδή, παρ΄ όλες τις προκλήσεις των φανατικών βασιλικών, το πολίτευμα δεν κινδύνευε σοβαρά, πολύ λιγότερο μάλιστα από τους φανατισμένους εχθρούς του, που αποτελούσαν μια ανίσχυρη μειοψηφία.

Το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο στέγαζε τη μεγάλη πλειοψηφία των παλιών βασιλοφρόνων, είχε αναγνωρίσει το 1932 την αβασίλευτη δημοκρατία και είχε αναλάβει να εργαστεί στα πλαίσια αυτού του πολιτεύματος. Μολονότι η ηγεσία και ο συμπολιτευόμενος τύπος αρνούνταν να αποκηρύξουν τη βασιλευόμενη δημοκρατία, η άρνησή τους αυτή είχε σχέση μάλλον με την εύλογη επιθυμία να μην προκαλέσουν μια μερίδα των ψηφοφόρων τους και όχι τόσο με τη φανατική τους προσήλωση στο βασιλικό θεσμό.

Από τα αίτια του κινήματος ξεχωρίζουν δύο:
η απόπειρα του Ιουνίου 1933 κατά της ζωής του Βενιζέλου και τον αντίκτυπό της στη νοοτροπία και τις ενέργειες του γηραιού πολιτικού.

στη σταδιακή αποστέρηση των ερεισμάτων της βενιζελικής – δημοκρατικής παράταξης στο στράτευμα, ιδιαίτερα με αφορμή το Κίνημα Πλαστήρα 6ης Μαρτίου 1933.

Η απόπειρα του 1933 έπεισε το Βενιζέλο ότι οι πολιτικοί του αντίπαλοί του δε θα δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο προκειμένου να τον εξοντώσουν και η πεποίθησή του αυτή, καθώς και η πίστη του ότι η παράταξή του και η χώρα γενικά χρειάζονταν τις υπηρεσίες του, ασφαλώς συνέλαβαν στη λήψη αποφάσεων που μόνο ατυχείς μπορούν να χαρακτηριστούν. Η από μέρους του ενθάρρυνση και υπόθαλψη συνωμοτικών οργανώσεων στο στρατό, με ανομολόγητο αλλά πραγματικό σκοπό την προάσπιση της βενιζελικής σύνθεσης του στρατεύματος, πρόδιδαν έλλειψη αυτοκυριαρχίας. Τέτοιες οργανώσεις ήταν η Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωση (ΕΣΟ) και η Δημοκρατική Άμυνα.

Η πρώτη συγκροτήθηκε από αξιωματικούς που υπηρετούσαν στο στρατό και από τα ηγετικά στελέχη της ήταν ο αντισυνταγματάρχης Χριστόδουλος Τσιγάντες, ο αδελφός του λοχαγός Ιωάννης Τσιγάντες, ο συνταγματάρχης Στέφανος Σαράφης και άλλοι. Σκοπός της οργάνωσης ήταν να εμποδίσει τον Γεώργιο Κονδύλη να επιβάλει με δικό του κίνημα δικτατορία, αλλά και να ετοιμάσει αντίστοιχα στρατιωτικό κίνημα, για να αποτρέψει ενδεχόμενη μεταβολή του πολιτεύματος.

Η δεύτερη οργάνωση, η Δημοκρατική Άμυνα, συγκροτήθηκε από αποστρατευμένους κυρίως βενιζελικούς αξιωματικούς. Ηγέτες της ήταν οι στρατηγοί Άν. Παπούλας και Στυλιανός Γονατάς αλλά πραγματικός αρχηγός ο Νικόλαος Πλαστήρας, αυτοεξόριστος στη Γαλλία μετά την αποτυχία του κινήματος που είχει οργανώσει το 1933.

Τους φόβους του Βενιζέλου, και γενικότερα της ηγεσίας της βενιζελικής παράταξης, ενίσχυαν οι κατά καιρούς αποτάξεις βενιζελικών αξιωματικών και εμφανείς στόχοι των κρατούντων μετά το 1932 να απομακρύνουν τους αντιπάλους τους από το στράτευμα και τον κρατικό μηχανισμό γενικά και να τους υποκαταστήσουν σε κάθε τομέα και με κάθε μέσο. Γενικότερα, επρόκειτο για την αντίδραση μιας πολιτικής ηγεσίας που είχε ταυτιστεί με την εξουσία και το κράτος, ύστερα από μακροχρόνια και μονοκομματική διακυβέρνηση, και αρνιόταν να εγκαταλείψει την εξουσία και να αφήσει το πεδίο ελεύθερο στους αντιπάλους της για την εγκαθίδρυση ανάλογου μακροχρόνιου και μονοκομματικού καθεστώτος.

Μετάβαση σε: Επόμενη >>