Political Pedia  >   Πολιτικές δολοφονίες

Στυλιανός Βολάνης

Η επίκληση πολιτικών και πολιτειακών αρχών και οι αναφορές στον εθνικό διχασμό έδιναν την απαραίτητη ιδεολογική υπόσταση στον αγώνα της ολοκληρωτικής επικράτησης. Η ηγεσία αυτή προτιμούσε να παραμένει δέσμια ενός ιδεολογικού επιφαινόμενου, το οποίο δεν ανταποκρινόταν στις πολιτικοκοινωνικές τομές και τα προβλήματα της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αναζωπύρωση του διχασμού συμπίπτει χρονικά με την πρώτη, ύστερα από δέκα χρόνια μονοκομματικής βενιζελικής διακυβέρνησης, αποτελεσματική πρόκληση εκ μέρους της αντιπολίτευσης.

Οι αναφορές στους κινδύνους που απειλούσαν την αβασίλευτη δημοκρατία άρχισαν να πληθαίνουν και να εντείνονται από τότε που το Λαϊκό Κόμμα αναγνώρισε το πολίτευμα και ανέλαβε να το σεβαστεί, είτε ως κυβέρνηση είτε ως αντιπολίτευση.

Οι Κινηματίες της 1ης Μαρτίου 1935 απέβλεπαν στην κατάληψη του στόλου, ο οποίος, σύμφωνα με τα σχέδιά τους, θα έπαιξε βασικό ρόλο στην επιτυχία του κινήματος. Στόχος τους ήταν ακόμη οι στρατιωτικές δυνάμεις που έδρευαν στη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα, και τις οποίες θα έθεταν κάτω από τον έλεγχό τους. Με τον έλεγχο του στόλου, των φρουρών Θεσσαλονίκης και Καβάλας και την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου στη διάθεσή τους, οι κινηματίες θα σχημάτιζαν προσωρινή κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη, αν στο μεταξύ δεν υπέβαλλε παραίτηση η κυβέρνηση στην Αθήνα, όπου οι μυημένοι αξιωματικοί θα προσπαθούσαν να θέσουν κάτω από τον έλεγχό τους τις φρουρές της πρωτεύουσας για τη δημιουργία αντιπερισπασμού.

Το κίνημα απέτυχε στην πρώτη και κρίσιμη φάση του, όταν ο στόλος, αντί για τη Θεσσαλονίκη, κατευθύνθηκε προς την Κρήτη, όπου ο Βενιζέλος ανέλαβε την ηγεσία του κινήματος, όχι όμως χωρίς ενδοιασμούς. Οι φρουρές στη Βόρεια Ελλάδα επαναστάτησαν με μεγάλη καθυστέρηση, και της πρωτεύουσας τέθηκαν και πάλι κάτω από κυβερνητικό έλεγχο, ευθύς μετά την εκδήλωση του κινήματος. Στο μεταξύ η κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη αντέδρασε δυναμικά, αναθέτοντας την καταστολή του κινήματος στον Υπουργό Στρατιωτικών Γεώργιο Κονδύλη και προσλαμβάνοντας τον Ιωάννη Μεταξά ως Υπουργό Άνευ Χαρτοφυλακίου.

Ο Κονδύλης, με έδρα του τη Θεσσαλονίκη, κατέπνιξε γρήγορα το κίνημα στη Μακεδονία μετά από μια σειρά συγκρούσεων και ο ηγέτης των επαναστατών στην περιοχή υποστράτηγος Καμμένος, διοικητής του Δ΄ Σώματος Στρατού στην Καβάλα, αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο στις 11 Μαρτίου στη Βουλγαρία. Τελικά παραδόθηκε και ο στόλος, ενώ ο Βενιζέλος κατέφυγε στην Κάσο των ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων και εζήτησε πολιτικό άσυλο.

Ουσιαστικά, το κίνημα κατέρρευσε, γεγονός που οφειλόταν στην έλλειψη γενικά αποδεκτού στρατιωτικού αρχηγού, στον ελαττωματικό σχεδιασμό και την κακή εκτέλεση των σχεδίων, στις αντιζηλίες των διαφόρων ομάδων και στην έλλειψη συντονισμού. Τέλος, το κίνημα δεν είχε παρά ελάχιστη απήχηση στο λαό, ο οποίος ένιωθε δυσφορία και κόπωση από τις αυθαίρετες επεμβάσεις των στρατιωτικών στην πολιτική.Το κίνημα αποτυγχάνει, καταστέλλεται και κηρύσσεται στρατιωτικός νόμος.

Οι συνέπειες του κινήματος ήταν σοβαρές τόσο για την βενιζελική παράταξη όσο και για τη χώρα γενικά. Ο μεγάλος εθνικός ηγέτης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα ως κινηματίας, για να πεθάνει ένα χρόνο αργότερα αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Οι πολιτικοί ηγέτες της βενιζελικής παράταξης, συμπεριλαμβανομένων του Βενιζέλου και του Πλαστήρα, που καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε διάφορες βαριές ή ελαφριές ποινές, σε μια επίδειξη εκδικητικών διαθέσεων εκ μέρους των κρατούντων.

Η στρατιωτική ηγεσία του κινήματος, μεταξύ των οποίων ανώτεροι αξιωματικοί, όπως ο Στέφανος Σαράφης και αδελφοί Τσιγάντε, δικάστηκαν από έκτακτα στρατοδικεία, καταδικάστηκαν, ταπεινώθηκαν δημόσια και αποτάχθηκαν από το στράτευμα. Αποφεύχθηκαν οι αθρόες εκτελέσεις – εκτελέστηκαν τρεις αξιωματικοί μόνο, ο επίλαρχος Στ. Βολάνης και οι στρατηγοί Αν. Παπούλας και Μιλ. Κοιμήσης, όχι αναγκαστικά οι περισσότεροι υπεύθυνοι – όταν υπερίσχυσαν προς στιγμή μετριοπαθή στοιχεία της κυβέρνησης και της αντιβενιζελικής παράταξης γενικά.

Το σπουδαιότερο όμως, από την άποψη των μακροπρόθεσμων συνεπειών, ήταν ότι αποτάχθηκε ένα μεγάλο και ασφαλώς το σπουδαιότερο μέρος των βενιζελικών – δημοκρατικών αξιωματικών του στρατού και του ναυτικού. Η απόταξη των βενιζελικών αξιωματικών, περισσότερο από κάθε άλλη ενέργεια ή μέτρο της νικήτριας παράταξης, εξουδετέρωσε τα ερείσματα της βενιζελικής παράταξης στο στράτευμα και διευκόλυνε όχι μόνο την παραμονή της αντιβενιζελικής παράταξης στη εξουσία, αλλά και τη σταδιακή δημιουργία μονοκομματικού κράτους.

Οι αντιβενιζελικοί βρίσκουν την ευκαιρία να εξαπολύσουν ένα χωρίς προηγούμενο πογκρόμ κατά των βενιζελικών. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά δημοσιεύματα:
Ο Κρανιωτάκης, σε άρθρο του στον Τύπο, γράφει για τον Ελ. Βενιζέλο:
«… υιό του Διαβόλου, εγγονό του Βεελζεβούλ, δισέγγονο του Εωσφόρου, τρισέγγονο του Σατανά, όστις αφ’ ετέρου ενυμφεύθη και μίαν έχιδναν…»

Ο Γ. Α. Βλάχος της Καθημερινής ζητά να επικηρυχθεί ο Ελ. Βενιζέλος ως δημόσιος κίνδυνος και γράφει:
«… πας άνθρωπος ο οποίος τον συναντήσει έχει δικαίωμα και καθήκον να τον φονεύσει. Αταξικός, παράφρων, θύμα συφλίδος, ενσυνείδητος εγκληματίας ή όχι; Αδιάφορον. Ο Ελ. Βενιζέλος πρέπει να επικηρυχθεί».
Στην πρώτη σελίδα της Καθημερινής της 6 Μαρτίου 1935 δημοσιεύεται μέσα σε πλαίσιο το εύγλωττο τηλεγράφημα:

«Πολιτικόν Γραφείον Αθήνας
Σύλλογος Εκδοροσφαγέων Πατρών εκφράζει αφοσίωσίν του και παρακαλούμεν, πατάσσοντες αμειλίκτως, αναθέσητε ημίν εκδοροσφαγήν προδοτών.
Πρόεδρος Αετάτος,
Γραμματεύς Παρασκευόπουλος».

Την θεομηνία των αποστρατειών και των δυσμενών μεταθέσεων στο στρατό, ακολούθησε σειρά δικών στα έκτακτα στρατοδικεία. Η πρώτη δίκη άρχισε στη Σχολή Χωροφυλακής με κατηγορούμενους τους Στέφ. Σαράφη, Χρ. Τσιγάντε, Ι. Τσιγάντε, Λεων. Σπαή, Ι. Στεφανάκο, Μαρσέλλο, Τριανταφυλλίδη, Μαλαγάρη. Η δίκη κράτησε δεκατρείς μέρες και την 30 Μαρτίου 1935 το Έκτακτο Στρατοδικείο, με πρόεδρο τον υποστράτηγο Μπακόπουλο, εκδίδει την απόφασή του με την οποία οι Σαράφης, Σπαής, Χρ. Τσιγάντες και Ι. Τσιγάντες καταδικάζονται σε ισόβια δεσμά και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι σε μικρότερες ποινές.

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>