Political Pedia  >   Υπουργεία

Υπουργεία, Εισαγωγή

Την 18 Ιανουαρίου 1833 έφτασε στο Ναύπλιο, πρωτεύουσα τότε του νέου ελληνικού κράτους, ο νεαρός Βαυαρός πρίγκιπας Όθων των Βίττελσμπαχ ως «ελέω Θεού βασιλεύς της Ελλάδος».
Την 25 Ιανουαρίου 1833 διορίσθηκε το πρώτο (άτυπο) Υπουργικό Συμβούλιο με πρόεδρο τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Οι νομομαθείς που συνόδευαν τον Όθωνα άρχισαν να οργανώνουν τη διοίκηση του ελληνικού κράτους. Συνέταξαν σειρά διαταγμάτων για το σχηματισμό των Γραμματειών, όπως ονομάστηκαν τότε τα Υπουργεία. Οι επικεφαλής Υπουργοί ονομάζονταν Γραμματείς της Επικρατείας. Το πρώτο διάταγμα «Περί σχηματισμού των Γραμματειών» εκδόθηκε την 3 Απριλίου 1833 και δημοσιεύθηκε στη δίγλωσση (ελληνικά και γερμανικά), τότε, Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 13/10.04.1833). Το διάταγμα, στο πρώτο του άρθρο, προέβλεπε:
«Θέλουν υπάρχει επτά Γραμματείαι:

α’. Η επί του Βασιλικού Οίκου και επί των Εξωτερικών,
β’. Η επί της Δικαιοσύνης,
γ’. Η επί των Εσωτερικών,
δ’. Η επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως,
ε’. Η επί των Οικονομικών,
ς’. Η επί των Στρατιωτικών,
ζ’. Η επί των Ναυτικών».

Το επόμενο άρθρο του όριζε ότι «Πάσης Γραμματείας προΐσταται είς Γραμματεύς Επικρατείας» και προέβλεπε ακόμη ότι κάποιος Γραμματεύς μπορεί «να διευθύνει συγχρόνως και πλείονας Γραμματείας».
Το Διάταγμα αναφερόταν και στο Υπουργικό Συμβούλιο και καθόριζε τις αρμοδιότητές του:
«Η Ολομέλεια των Γραμματέων της Επικρατείας σχηματίζει το Υπουργικόν Συμβούλιον, του οποίου ο Πρόεδρος ονομάζεται ιδιαιτέρως από τον Βασιλέα» (Άρθρο 5).
«Εις το Υπουργικόν Συμβούλιον θέλουν υποβάλλεσθαι και συζητείσθαι:

α’. Όλαι αι περί Κυβερνητικού συστήματος υποθέσεις,
β’. Όλοι οι εκδοθησόμενοι ορισμοί περί του διοργανισμού των διαφόρων Αρχών και περί της διαιρέσεως της Επικρατείας,
γ’. Όλα τα αντικείμενα της νομοθεσίας και όλα τα εκδοθησόμενα περί της εκτελέσεως των νόμων και της τακτοποιήσεως της Διοικήσεως του Κράτους γενικά διατάγματα, κατ’ εξοχήν δε όλοι οι νέοι ορισμοί περί της σχέσεως της εκκλησίας προς την Επικράτειαν και των κατά μέρος των εκκλησιών προς αλλήλας, και όσαι ήθελον συμπέσει απορίαι περί της εξηγήσεως των νόμων και διαταγμάτων,
δ’. Αι με άλλας Επικρατείας συνθήκαι και επ’ αυτώ τούτω εκδοθησόμεναι οδηγίαι, καθ’ όσον η ιδιαιτέρα φύσις των σχέσεων δεν ήθελεν απαιτήσει εξαίρεσιν,
ε’. Όλα τα υπαγόμενα εις την αρμοδιότητα διαφόρων Γραμματειών αντικείμενα, καθ’ όσον οι Γραμματείς, εις τους οποίους ανήκει η αυτή υπόθεσις, δεν δύνανται να συμβιβαστούν περί αυτής,
ς’. Αι περί αρμοδιότητος των διαφόρων Γραμματειών αμφισβητήσεις,
ζ. Ο κατ’ έτος εκδοθησόμενος οικονομικός νόμος και ο υποβληθησόμενος περί της δημοσίου οικονομίας καθ’ έκαστον έτος λογαριασμός,
η’. Όλα τα αντικείμενα, την περί των οποίων σύσκεψιν ο Βασιλεύς ήθελεν αναθέσει ιδιαιτέρως εις το Υπουργικόν Συμβούλιον ή ήθελον προσδιορίσει ειδικώς οι διάφοροι νόμοι ή διατάγματα. Η περί τούτων έκθεσις γίνεται από τον ερμόδιον Γραμματέα της Επικρατείας και εγχειρίζεται κατά τάξιν εγγράφως εις τον Πρόεδρον του Συμβουλίου προ της συνεδριάσεως» (Άρθρο 6).
Αμέσως μετά δημοσιεύτηκαν τα διατάγματα για τις αρμοδιότητες κάθε μιας από τις επτά Γραμματείες Επικρατείας, που θα δούμε αναλυτικά στις σχετικές με κάθε υπουργείο ενότητες.

Ας δούμε την ιστορική διαδρομή του θεσμού των Υπουργών (και των Κυβερνήσεων) και της σχέσης τους με τη Βουλή μέσα από τα Συνταγματικά κείμενα, που κατά καιρούς ίσχυσαν στο ελληνικό κράτος.
Το Σύνταγμα του 1844, που ψηφίστηκε μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, καθιέρωσε τον τίτλο «Υπουργός» αντί του μέχρι τότε χρησιμοποιούμενου «Γραμματεύς της Επικρατείας» και προέβλεπε:

«Η εκτελεστική εξουσία ανήκει εις τον Βασιλέα, ενεργείται δε δια των παρ’ αυτού διοριζομένων υπευθύνων Υπουργών» (άρθρο 20).
«Ουδεμία πράξις του Βασιλέως ισχύει, ουδ’ εκτελείται, αν δεν ήναι προσυπογεγραμμένη παρά του αρμοδίου Υπουργού, όστις δια μόνης της υπογραφής του καθίσταται υπεύθυνος.
Εν περιπτώσει δε αλλαγής ολοκλήρου το Υπουργείου, αν ουδείς των παυσάντων Υπουργών συγκατατεθή εις το να προσυπογράψη το της απολύσεως του παλαιού και του διορισμού του νέου Υπουργείου Διάταγμα, υπογράφονται ταύτα παρά του Προέδρου του νέου Υπουργείου, αφού ούτος, διορισθείς υπό του Βασιλέως, δώσει τον όρκον» (άρθρο 23).
«Ο Βασιλεύς διορίζει και παύει τους Υπουργούς αυτού» (άρθρο 24).
«Ουδείς εκ της Βασιλικής οικογενείας δύναται να διορισθή Υπουργός» (άρθρο 80).
«Οι Υπουργοί ψηφοφορούν εις την Βουλήν και την Γερουσίαν τότε μόνον, όταν ήναι μέλη αυτών. Έχουσι δε είσοδον ελευθέραν εις τας συνεδριάσεις των και ακούονται, οσάκις ζητήσωσι τον λόγον. Η Βουλή και η Γερουσία δύνανται ν’ απαιτήσωσι την παρουσίαν των Υπουργών» (άρθρο 81).

«Ποτέ διαταγή του Βασιλέως έγγραφος ή προφορική δεν απαλλάττει της ευθύνης τους Υπουργούς» (άρθρο 82).
«Η Βουλή έχει το δικαίωμα να κατηγορή τους Υπουργούς ενώπιον της Γερουσίας, ήτις δικάζει αυτούς εις δημοσίαν συνεδρίασιν. Δεν λαμβάνουσιν δε μέρος εις την δίκην οι Γερουσιασταί, οίτινες διωρίσθησαν τυχόν, αφού επροτάθη η εις δίκην εισαγωγή.
Ειδικός Νόμος θέλει ορίσει ορίσει τα περί ευθύνης των Υπουργών, τας επιβλητέας ποινάς και την διαδικασίαν» (άρθρο 83).
«Μέχρι της εκδόσεως του ειδικού περί ευθύνης Υπουργών Νόμου, η Βουλή δύναται να κατηγορή αυτούς και η Γερουσία να τους δικάζη ένεκεν εσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, παρανόμου εισπράξεως και πάσης παραβάσεως των όρων του Συντάγματος» (άρθρο 84).
«Ο Βασιλεύς δύναται ν’ απονείμη χάριν εις Υπουργόν καταδικασθέντα υπό της Γερουσίας, μόνον επί τη αιτήσει αυτής ή της Βουλής» (άρθρο 85).
Με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος του 1844 καθιερώνονταν το ανεύθυνο του Ανώτατου Άρχοντα, που οι Υπουργοί με την υπογραφή τους κάλυπταν τις πράξεις του και το δικαίωμα του Ανώτατου Άρχοντα να διορίζει και να παύει κατά την κρίση του τους Υπουργούς.

Μετάβαση σε: Επόμενη >>