Ανώτατοι άρχοντες

Στην Πολιτική Ιστορία του Ελληνικού Κράτους διακρίνουμε δύο κατηγορίες Ανωτάτων Αρχόντων: τους κληρονομικούς και τους αιρετούς.

Το Πολιτικόν Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 προβλέπει αιρετό ανώτατο άρχοντα, Κυβερνήτη:
«Η νομοτελεστική εξουσία ανήκει εις ένα μόνον, ονομαζόμενον Κυβερνήτην, έχοντα διαφόρους υπ’ αυτόν Γραμματείς της Επικρατείας» (άρθρο 41)

Ειδικότερα για τον Κυβερνήτη, προβλέπει:
«Εις τον Κυβερνήτην εμπιστεύεται η νομοτελεστική εξουσία» (άρθρο 102)
«Ο Κυβερνήτης είναι απαραβίαστος» (άρθρο 103)
«Οι Γραμματείς της Επικρατείας είναι υπεύθυνοι δια τας δημοσίας πράξεις του» (άρθρο 104)
«Ενεργεί τους νόμους δια των Γραμματέων της Επικρατείας καθ’ όλην την επικράτειαν» (άρθρο 105)

Μόλις ο Ι. Καποδίστριας έρχεται στην Ελλάδα ως Κυβερνήτης συνειδητοποιεί ότι οι φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές του Συντάγματος της Τροιζήνας ίσχυαν θεωρητικά και ελάχιστα είχαν εφαρμοστεί στην πράξη. Γι’ αυτό προχωρά στην προσωρινή, σε προσωπικό επίπεδο, αποδέσμευση από τους λειτουργικούς φραγμούς του Συντάγματος του 1827.

Μετά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια η Γερουσία αναθέτει την προσωρινή διακυβέρνηση της χώρας, μέχρι τη σύγκλιση της νέας Εθνοσυνέλευσης σε τριμελή Διοικητική Επιτροπή, που αποτελείται από τους Αυγ. Καποδίστρια (πρόεδρο), Θ. Κολοκοτρώνη και Ι. Κωλέττη.

Η Ε’ Εθνική Συνέλευση στο Ναύπλιο, όπου είχαν μεταφερθεί οι εργασίες της λόγω της δια-μάχης «κυβερνητικών» με τους «συνταγματικούς», με ψήφισμά της, την 8 Δεκεμβρίου 1831, παύει από τα κυβερνητικά τους καθήκοντα τους Θ. Κολοκοτρώνη και Ι. Κωλέττη και αφήνει τη νομοτελεστική εξουσία «εις μόνον τον Πρόεδρον αυτής, τον κ.κ. Αυγ. Καποδίστριαν, υπό το όνομα Πρόεδρος της ελληνικής κυβερνήσεως» για να κυβερνήσει «μέχρις ότου το Σύνταγμα κανονίσῃ τη δύναμιν της Νομο-τελεστικής εξουσίας».

Οι «συνταγματικοί» συγκροτούν παράλληλη Εθνοσυνέλευση, την «Δ’ κατά συνέχειαν Εθνικήν Συνέλευσιν», που σε ψήφισμά της καταδικάζεται «ο νεοψηφισθείς Πρόεδρος της ελληνικής Κυβερνήσεως ως παρανόμως διορισμένος» και διευκρινίζεται ότι «το έν μέλος της Διοικητικής Επιτροπής, ο κ. Ιωάννης Κωλέττης, δεν έλαβε μέρος εις την παράνομον πράξιν του Προέδρου εις την ποίαν εστάθη σύμφωνος μόνον το άλλο μέλος, ο κ. Θ. Κολοκοτρώνης, και επομένως οι τελευταίοι δύο είναι υπεύθυνοι ως διαλύσαντες την εξουσίαν του κράτους».

Τελικά, η «Δ’ κατά συνέχειαν Εθνική Συνέλευσις» εκλέγει μέλη παράλληλης Διοικητικής Επιτροπής τους Γ. Κουντουριώτη, Ανδρ. Ζαΐμη και Ι. Κωλέττη. Την 28 Μαρτίου 1832 ο Αυγ. Καποδίστριας παραιτείται. Η Γερουσία, σε συνεννόηση με τους αντιπρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων, διορίζει νέα πενταμελή Διοικητική Επιτροπή αποτελούμενη από τους Θ. Κολοκοτρώνη, Ανδρ. Ζαΐμη, Ι. Κωλέττη, Ανδρ. Μεταξά και Β. Βουδούρη.

Οι «συνταγματικοί» αρνούνται να αναγνωρίσουν και τη νέα Διοικητική Επιτροπή. Μπροστά στα νέα αδιέξοδα, η Γερουσία, με το υπ’ αριθ. 330 ψήφισμα της 2 Απριλίου 1832, διορίζει νέα επτα-μελή Διοικητική Επιτροπή, αποτελούμενη από τους Γ. Κουντουριώτη, Δ. Υψηλάντη, Ι. Κωλέττη, Σπ. Τρικούπη, Ανδρ. Ζαΐμη, Ανδρ. Μεταξά και Δ. Πλαπούτα, που αναγνωρίζεται αμέσως από τους αντι-πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων.

Το Σύνταγμα του 1844 προβλέπει κληρονομικό ανώτατο άρχοντα, Βασιλιά:
«Ο Βασιλιάς είναι ο ανώτατος Άρχων του Κράτους» (άρθρο 25, εδ. α’)
«Το πρόσωπον του Βασιλέως είναι ιερόν και απαραβίαστον, οι δε Υπουργοί αυτού είναι υπεύθυνοι» (άρθρο 22)
«Ουδεμία πράξις του Βασιλέως ισχύει, ουδ’ εκτελείται, αν δεν ᾖναι προσυπογεγραμμένη παρά του αρμοδίου Υπουργού, ὅστις δια μόνης της υπογραφής του καθίσταται υπεύθυνος» (άρθρο 23, § α’)
«Ο Βασιλεύς διορίζει και παύει τους Υπουργούς αυτού» (άρθρο 24)

Κατά την περίοδο της Μεσοβασιλείας (12 Οκτωβρίου 1862 – Έξωση του Όθωνα μέχρι την 17 Οκτωβρίου 1863 – Άφιξη του βασιλιά Γεωργίου Α’) η ανώτατη εξουσία ασκείται από συλλογική ηγεσία την «Επαναστατική Τριανδρία» αποτελούμενη από τους Δ. Βούλγαρη, Κ. Κανάρη και Μπ. Ρούφο.

Το Σύνταγμα του 1864 προβλέπει κληρονομικό ανώτατο άρχοντα, Βασιλιά:
«Το πρόσωπον του Βασιλέως είναι ανεύθυνον και απαραβίαστον, οι δε Υπουργοί αυτού είναι υπεύθυνοι» (άρθρο 29)
«Ουδεμία πράξις του Βασιλέως ισχύει, ουδ’ εκτελείται, αν δεν ᾖναι προσυπογεγραμμένη παρά του αρμοδίου Υπουργού, ὅστις διά μόνης της υπογραφῆς του καθίσταται υπεύθυνος» (άρθρο 30 εδ. α’)
«Ο Βασιλεύς διορίζει και παύει τους Υπουργούς αυτού» (άρθρο 31)
«Ο Βασιλεύς είναι ο ανώτατος άρχων του Κράτους, άρχει των κατά ξηράν και θάλασσαν δυνάμεων, κηρύττει πόλεμον, συνομολογεί συνθήκας ειρήνης, συμμαχίας και εμπορίας, α-νακοινώνει δ’ αυτάς εις την Βουλήν μετά των αναγκαίων διασαφήσεων, άμα το συμφέρον και η ασφάλεια του Κράτους το επιτρέψωσιν» (άρθρο 32 εδ.α’)