Γρηγόρης Λαμπράκης

Το 1963 θα φέρει δεινά στον τόπο και θα κάνει πάλι τη Θεσσαλονίκη θέατρο μιας πολιτικής δολοφονίας, της δολοφονίας του βουλευτή της ΕΔΑ, Γρηγόρη Λαμπράκη.

Στη δεκαετία του ’60 δόθηκε η ευκαιρία να γίνουν διάφορες εκδηλώσεις υπέρ της ΕΙΡΗΝΗΣ με στόχο να αποκτήσει ο κόσμος μια νέα αντίληψη για τη ζωή και τους εξοπλισμούς των δυο υπερδυνάμεων.

Το 1955 είχε συγκροτηθεί η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη με πρόεδρο τον Α. Ζάκκα, αντιπρόεδρους τους Μιχ. Κύρκο και Κομν. Πυρομάγλου και άλλες γνωστές προσωπικότητες. Αργότερα θα γίνει μέλος της και ο βουλευτής Γρ. Λαμπράκης.

Στις αρχές του 1963, με την καθοδήγηση της ΕΔΑ, συγκροτείται Επιτροπή Πορείας από την Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη, τον Σύνδεσμο Μπέρτραντ Ράσελ και άλλους.

Αλλά και οι παρακρατικές οργανώσεις βρίσκονταν σε πλήρη οργανωτισμό, θα λέγαμε σε πολεμικό συναγερμό. Ο Ξεν. Γιοσμάς, αρχηγός της μεγαλύτερης και πιο επιθετικής παρακρατικής οργάνωσης, απηύθυνε στα μέλη της την ακόλουθη προκήρυξη για το νέο έτος 1963:

«ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΘΥΜΑΤΩΝ
ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΩΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ: ΛΟΦΙΣΚΟΣ ΤΟΥΜΠΑΣ 58
Αριθ. Πρωτ. Β/15 Εν Θεσσαλονίκη τη 31 Δεκεμβρίου 1962
ΠΡΟΚΗΡΥΞΙΣ

Η δύσι του παλαιού έτους 1962 και η ανατολή του νέου 1963, βρίσκει πάλι την πατρίδα μας μπρος στην ίδια πάντοτε απειλή του διεθνούς κομμουνισμού τόσο από το εσωτερικό όσο κι’ από το εξωτερικό. Η διεθνής πολιτική ατμόσφαιρα δεν έχει ξεκαθαρισθή ακόμη επαρκώς, και αφήνει περιθώρεια ύπουλης δράσεως στους πάσης φύσεως εχθρούς του έθνους μας, έδωσε την αφορμή στους παλαιοκομματικούς ηγέτες του λεγομένου Κέντρου (Ε.Κ.), που θάπρεπε προ πολλού να είχαν κλεισθεί στας φυλακάς σαν πραγματικοί δοσίλογοι και εγκληματίες πολέμου, γιατί αυτοί και τα κόμματά τους, υπήρξαν οι καταστροφείς της πατρίδας μας, να φθάνουν και μέχρι πεζοδρόμια, σύμμαχοι με τους κομμουνιστάς, με μόνον αντικειμενικό σκοπό, την κατάληψι της εξουσίας, οπότε ερχόμενοι στην

Αρχή ν’ αποτελειώσουν το έργο της καταστροφής, και ν’ αναδειχθούν οι παραγματικοί νεκροθάπτες της Ελλάδος!
Συνοδοιπόροι, κρυφοί και φανεροί κομμουνισταί, προδότες και σφαγείς, είτε με τις εφημερίδες τους, είτε από του βήματος της Βουλής, σαν δήθεν αντιπρόσωποι του λαού, άλλοι από φιλοδοξία, άλλοι από μίσος και εμπάθεια, άλλοι από δήθεν ιδεολογία και δίψα για εκδίκησι και το έγκλημα, ρίχτηκαν με πρωτοφανή μανία εναντίον του κράτους, ενατίον του Βασιλέως-Συμβόλου του Έθνους, εναντίον της νομίμου κυβερνήσεώς του, κατοχυρούμενοι πίσω από ένα ελλειπές Σύνταγμα κι’ ελλειπέστερους ακόμη νόμους, κορυβαντιώντες σαν τους ανθρωποφάγους της Αφρικής, οι σαδισταί λευκοί καννίβαλοι!

Μπρος στην κρίσιμη αυτή για τον ελληνικό λαό κατάστασι, που έχει δημιουργηθή, και για την γενική τοιαύτη του κράτους που οι παραπάνω είναι οι κυρίως υπαίτιοι και υπεύθυνοι, καλούμε τους αγωνιστάς και τα θύματα της Εθνικής Αντιστάσεως να βρίσκονται άγρυπνοι και σ’ επιφυλακή, για να πατάξουμε τη δεδομένη στιγμή, τους πάσης φύσεως εχθρούς του έθνους, και να σώσουμε και πάλι την αγαπητή μας πατρίδα απ’ τον καινούργιο όλεθρο που της προετοιμάζουν…

ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΓΡΥΠΝΕΙΤΕ!
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ξενοφών Γιοσμάς
Οπλαρχηγός της Εθνικής Αντιστάσεως»

Την 25 Μαρτίου μέλη της παρακρατικής οργάνωσης Σώμα Ελπιδοφόρων Νέων παρελαύνουν μπροστά από το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου. Το υπουργείο Παιδείας είχε περιλάβει, για πρώτη φορά, στο επίσημο πρόγραμμα των εκδηλώσεων της εθνικής εορτής σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις, κάποιες φασιστικές νεολαιίστικες οργανώσεις.

Ένα μήνα αργότερα το υπουργείο Εσωτερικών έβγαλε ανακοίνωση για το Σώμα Ελπιδοφόρων Νέων σύμφωνα με την οποία «…υπεβλήθη εις τας κατά νόμο διατυπώσεις δια το κανονικόν της λειτουργίας του και ήρχισε περιλαμβανόμενον εις τα επίσημα προγράμματα τελετών και παρελάσεων, αρχής γενομένης από της 25ης Μαρτίου, τούτο δε συνεχίζεται και θα συνεχίζεται και εις το μέλλον…».

Στα τέλη Μαρτίου του 1963, 40 Άγγλοι Εργατικοί βουλευτές έκαναν έκκληση στην ελληνική κυβέρνηση να δώσει αμνηστία στους πολιτικούς κρατουμένους.

Την 12 Απριλίου 1963, άρχισε στο Ολντερμάστον της Αγγλίας μεγάλη αντιπυρηνική πορεία που θα καταλήξει μετά τέσσερις μέρες σε μεγάλη συγκέντρωση στο Χάυντ Παρκ του Λονδίνου. Στην πορεία πήραν μέρος και ξένες αντιπροσωπείες. Ανάμεσά τους και η ελληνική με τους Μαν. Γλέζο, Γρ. Λαμπράκη, Λεων. Κύρκο και Μπέττυ Μπάρτλετ-Αμπατιέλου, όπως και πολυμελής από την παροικία του Λονδίνου. Η παρουσία των Γλέζου, Λαμπράκη και Κύρκου στο Λονδίνο θα δώσει την ευκαιρία να γίνει ευρύτερα γνωστή η απαγόρευση της αντιπυρηνικής πορείας στην Ελλάδα και να προκληθούν έγγραφες διαμαρτυρίες και εκκλήσεις προσωπικοτήτων και οδοιπόρων της ειρήνης προς την ελληνική κυβέρνηση.

Την 15 Απριλίου ο αρχηγός της Αντικομμουνιστικής Σταυροφορίας Πειραιώς και γνωστός παρακρατικός Σ. Σαραντάκος στέλνει στον Πασχ. Κόντα το παρακάτω έγγραφο:

«ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Γραφεία ΦΙΛΩΝΟΣ 32 Γ
Εν Πειραιεί 15 Απριλίου 1963
Προς
τον Π. Κόνταν
Γεν. Διευθυντήν Πολ. Γραφείου
κ. Προέδρου Κυβερνήσεως
εις Αθήνας

Κύριε Γενικέ,
Επειδή κατά καιρούς απευθυνόμενοι προς διαφόρους αρμοδίους δεν εισηκούσθημεν, απευθύνομεν και προς υμάς το παρόν, παρακαλούντες όπως τύχη της ιδιαιτέρας προσοχή σας.

Επεισόδια στο ΕΚΘ

Κατά τους εορτασμούς της Πρωτομαγιάς του 1961 και του 1962, που οργάνωσε το Ε.Κ.Θ., η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε και πάλι το επίκεντρο έντασης και επεισοδίων.

Την Πρωτομαγιά του 1961, οι συνδικαλιστές της Αριστεράς, που πήραν μέρος στη συγκέντρωση, φώναξαν συνθήματα που δεν περιλαμβάνονταν στην επίσημη λίστα. Το γεγονός προκάλεσε την αγανάκτηση εθνικοφρόνων μελών, που βρίσκονταν εκεί. Άτομα της ομάδας του Δ. Θεοδώρου επετέθησαν στους αριστερούς συνδικαλιστές.

Ακόμη, διέγραψαν τον βουλευτή της ΕΔΑ, Ευαγγέλου, από το σωματείο των εμποροϋπαλλήλων, που ήταν μέλος, επειδή «…η εν γένει Πολιτεία του είναι αντίθετος προς τας Καταστατικάς Διατάξεις του Ε.Κ.Θ. […] και η όλη ενέργεια και δραστηριότης του είναι αντισυνδικαλιστική. Θέτει τα συμφέροντα του κλάδου υπό τας κομματικάς του επιδιώξεις …»

Κατά τα επεισόδια ξυλοκοπήθηκε άγρια ο βουλευτής της ΕΔΑ Ευαγγέλου και τραυματίστηκαν άλλα 30 άτομα. Οι σχέσεις ανάμεσα στην παράταξη της Αριστεράς και της Δημοκρατικής Λειτουργίας βρίσκονταν σε τέτοια ένταση που δεν μπορούσε να επιτευχθεί ούτε η στοιχειώδης συνύπαρξη και αμοιβαία ανοχή.

Στα τέλη Ιουλίου 1961, το Πανεργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης του Εμμανουηλίδη αποφάσισε να αποχωρήσει από τη Νέα ΓΣΕΕ και να προσχωρήσει στη ΓΣΕΕ. Το γεγονός προκάλεσε αναστάτωση στο Ε.Κ.Θ. γιατί οι ηγέτες του φοβήθηκαν ότι η ενέργεια αυτή μπορούσε δημιουργήσει τάση αποσκιρτήσεων και το Πανεργατικό Κέντρο, με τη στήριξη της ΓΣΕΕ, να γίνει πόλος έλξης πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα για το συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας:
Το πρώτο, 16-20 Οκτωβρίου το 14ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Το δεύτερο, 21-22 Οκτωβρίου, η 4η Συνδιάσκεψη των Οργανώσεων της Δημοκρατικής Λειτουργίας.

Σ’ αυτή αποφασίστηκε η αλλαγή της επωνυμίας της σε Επιτροπή Δημοκρατικής Λειτουργίας Ελληνικών Εργατικών Συνδικάτων (ΕΔΛΕΕΣ) και να μην αναγνωρίζεται πια η ΓΣΕΕ σαν αντιπροσωπευτικό όργανο των σωματείων της. Στη δύναμη της Δημοκρατικής Λειτουργίας ανήκαν τα Εργατικά Κέντρα Άργους, Βέρροιας, Γιαννιτσών, Έδεσσας, Ευβοίας, Θεσσαλονίκης, Καβάλας, Κατερίνης, Κιλκίς, Κομοτηνής, Λαμίας, Νάουσας, Σερρών, Σπάρτης και Φλώρινας. Όπως φαίνεται η Δημοκρατική Λειτουργία του Θεοδώρου κυριαρχεί στη Βόρεια Ελλάδα.

Οι οργανώσεις που συμμετείχαν στη Δημοκρατική Λειτουργία αποφάσισαν να απέχουν από το 14ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ ώστε να μην υπάρξει η απαιτούμενη απαρτία. Έτσι θα δινόταν η δυνατότητα στις Αρχές να διορίσουν νέα διοίκηση στη ΓΣΕΕ, που θα ήταν φιλική στη μειοψηφία. Η ιδέα αυτή εύρισκε σύμφωνο τον υπουργό Εργασίας, Χρυσανθόπουλο, που έβλεπε με καλό μάτι την ανατροπή του Μακρή.

Είχε προηγηθεί μια προσπάθεια συμβιβασμού μεταξύ Μακρή και Δ.Θεοδώρου, από την πλευρά της ΔΣΕΕΣ και ειδικότερα των αμερικανικών συνδικάτων μέσω του Ι. Μπράουν. Η προσπάθεια δεν έφερε αποτέλεσμα. Ο Μπράουν, μάλιστα, θεώρησε ότι η αποτυχία της προσπάθειας προήλθε από την αλαζονική στάση του Μακρή.

Μετά από λίγο καιρό βελτιώθηκαν οι σχέσεις Μακρή και Καραμανλή. Αυτό επιτεύχθηκε μετά από παρεμβάσεις ανθρώπων του παλατιού, με το οποίο ο Μακρής διατηρούσε καλές σχέσεις. Έτσι ο Δ. Θεοδώρου και όσοι τον ακολουθούσαν έχασαν κάθε ελπίδα για κυβερνητική υποστήριξη.

Την 31 Ιανουάριο 1962 ο Δ. Θεοδώρου έστειλε επιστολή στον πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή στην οποία εξέφραζε παράπονο και αγανάκτηση γιατί η κυβέρνηση δεν «άκουγε» το ΕΚΘ, εννοώντας μάλλον την παράταξή του,
«… μολονότι το αντίθετον επέβαλεν τόσον η ουσιαστική συμβολή μας εις το ανορθωτικόν έργον της κυβερνήσεως όσον και η πλήρης συνέπειά μας προς τα ιδανικά του Έθνους εν συνδυασμώ με τους σκληρούς αγώνας μας κατά του κομμουνισμού όστις υπονομεύει δια λογαριασμόν των εχθρών της φυλής μας την ευημερίαν και την ασφάλειαν της Πατρίδος μας […]

Η Κυβέρνησις άγνωστον πώς σκεπτομένη επροτίμα να παραγνωρίζη την ύπαρξιν της υγιούς και ουσιαστικής δυνάμεως ήν εκπροσωπεί το Εργατικόν Κέντρον Θεσ/νίκης και αι μετ’ αυτού συνεργαζόμεναι δετεροβάθμιοι συνδικαλιστικαί Οργανώσεις και να συζητή επί των αυτών θεμάτων μετ’ εκείνων οίτινες ενθυμούνται ότι υπάρχουν εργατικά προβλήματα μόνον όταν οι προσωποπαγείς τους επιδιώξεις επέβαλον να πράξουν τούτο».

Ο Δ. Θεοδώρου κοινοποίησε την επιστολή αυτή και στον φίλο του υπουργό Προεδρίας Τ. Μακρή, συνοδεύοντάς την με μια άλλη, στην οποία έγραφε:

«[…] Για τον λόγο αυτόν, διότι είμαι μάλλον βέβαιος ότι θα βρεθούν άνθρωποι του περιβάλλοντος του Προέδρου να δώσουν διαφορετικήν ερμηνείαν στην επιστολήν μου από εκείνην που πράγματι έχει, δηλαδή της φιλικής και ειλικρινούς ενημερώσεώς του, την στέλνω και σε σένα με την βεβαιότητα ότι θα ενδιαφερθής να αξιοποιηθή…».

Το ΕΚΘ σκλήρυνε τη στάση του απέναντι στην εργοδοσία αλλά και στην κυβέρνηση και δήλωνε ανοιχτά ότι «δεν συγκινούνται οι αρμόδιοι και οι εργοδόται από την απελπιστικήν θέσιν όλων των εργαζομένων» και δε δίσταζε να υποκινεί και να στηρίζει απεργιακούς αγώνες. Και βέβαια ακρογωνιαίος λίθος της Δημοκρατικής Λειτουργίας ήταν ο αντικομμουνισμός.

Οι πρωτομαγιές του 1961 και του 1962 σημαδεύτηκαν από βίαια επεισόδια, καθώς και πάλι δεν επιτράπηκε η συμμετοχή των αριστερών στις εκδηλώσεις. Ειδικά το 1962, οι βιαιότητες φαίνεται να έγιναν αν όχι με τη συνεργασία, πάντως με την ανοχή της Αστυνομίας. Την 26 Απριλίου 1962 με επιστολή προς τον Εισαγγελέα των εν Θεσσαλονίκη Πλημμελειοδικών διαβεβαίωνε ότι:

Στέφανος Βελδιμίρης

Τον Σεπτέμβριο του 1961, η Βουλή της 11ης Μαΐου 1958 διαλύθηκε και προκηρύχθηκαν εκλογές για την 29η Οκτωβρίου.

Μετά την προκήρυξη των εκλογών, οι ζυμώσεις στο χώρο του φιλελεύθερου κέντρου κατέληξαν και με την παρέμβαση ισχυρών δημοσιογραφικών παραγόντων στη δημιουργία του πολιτικού σχηματισμού της Ενώσεως Κέντρου. Στον νέο σχηματισμό μετέχουν κόμματα και ομάδες που κάλυπταν το χώρο από τη Δεξιά μέχρι τη μετριοπαθή Αριστερά: ΕΠΕΚ (Σαβ. Παπαπολίτης), Κόμμα των Φιλελευθέρων (Σοφ. Βενιζέλος), Λαϊκόν Κοινωνικόν Κόμμα (Στέφ. Στεφανόπουλος), Προοδευτικόν Εργατοτεχνικόν Κόμμα (Παυσ. Κατσώτας), Δημοκρατική Ένωσις (Ηλ. Τσιριμώκος), Νέα Πολιτική Κίνησις (Γ. Αθανασιάδης-Νόβας), Συναγερμός Αγροτών και Εργαζομένων (Αλ. Μπαλτατζής), Φιλελεύθερον Δημοκρατικόν Κέντρον (Γ. Παπανδρέου). Η αρχηγία ανατέθηκε στον Γ. Παπανδρέου.

Η συνένωση αυτή ανταποκρινόταν στις αντικειμενικές συνθήκες και την επιτακτική αξίωση της δημοκρατικής κοινής γνώμης. Χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό, αλλά και ξάφνιασε ορισμένους εξωπολιτικούς και μερικούς εξωελληνικούς παράγοντες.

Η εκλογική επιτυχία της Ενώσεως Κέντρου εξαρτιόταν από τον τρόπο διεξαγωγής των εκλογών, που βρισκόταν σε άμεση συνάρτηση με την υπηρεσιακή κυβέρνηση που θα τις διεξήγαγε.

Μετά τη διάλυση της Βουλής, μια εξέχουσα κοινωνική προσωπικότητα βολιδοσκοπήθηκε για την προεδρία της υπηρεσιακής κυβέρνησης, με τον όρο ότι θα επέτρεπε ορισμένα μέτρα που θα είχαν σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό της εκλογικής δύναμης της αριστεράς. Αυτή αρνήθηκε.

Και τότε, προς γενική έκπληξη που συμμερίστηκε και ο Τύπος της Δεξιάς, ο βασιλιάς Παύλος ανέθεσε την προεδρία της υπηρεσιακής κυβέρνησης στον Αρχηγό του Στρατιωτικού του Οίκου και πρώην αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στρατηγό Κων. Δόβα. Υπουργός Εθνικής Άμυνας διορίστηκε ο επίτιμος υπασπιστής του βασιλιά αντιπτέραρχος ε.α. Χαρ. Ποταμιάνος. Και τα υπόλοιπα υπουργεία δόθηκαν σε πρόσωπα σχετιζόμενα με την Αυλή. Κυβέρνηση αυλικών στο σύνολό της.

Ο Κων. Καραμανλής είχε προτείνει για τη θέση του πρωθυπουργού της υπηρεσιακής κυβέρνησης τον στρατηγό Θρ. Τσακαλώτο. Ο στρατηγός όμως δεν δεχόταν τον Ποταμιάνο για υπουργό Εθνικής Άμυνας και αποσύρθηκε.
Ο Γ. Παπανδρέου και τα στελέχη της Ενώσεως Κέντρου είχαν επίγνωση ότι ο κρατικός μηχανισμός, αν είχε δυνατότητα, θα φατρίαζε. Το μονόπλευρο κράτος θα ορθωνόταν εναντίον της Ενώσεως Κέντρου.

Την 25 Σεπτεμβρίου 1961, ο Γ. Παπανδρέου με διάβημα προς τον πρωθυπουργό Κων. Δόβα ζητούσε:
1) αντικατάσταση των νομαρχών, τουλάχιστον εκείνων για τους οποίους υπήρχαν επιβαρυντικές εκθέσεις,
2) λήψη μέτρων για αποτροπή επηρεασμού της ψήφου των στρατιωτικών,
3) παράδοση των όπλων των ΤΕΑ στους σταθμούς Χωροφυλακής, κατά την προεκλογική περίοδο,
4) αντικατάσταση των διοικητών των ΤΕΑ,
5) αποκομματισμού του ραδιοφώνου και των υπηρεσιών τύπου και διαφώτισης,
6) παύση της κομματικής προπαγάνδας δια της προβολής στους κινηματογράφους των επικαίρων που αποτελούσαν προβολή της κυβέρνησης της ΕΡΕ,
7) να μη δημοσιευθούν οι διορισμοί και να ακυρωθούν όσοι είχαν δημοσιευθεί των υπουργών της απελθούσας κυβέρνησης που έγιναν λίγο πριν την παραίτησή τους,
8) αναστολή της ισχύος του Γ’ Ψηφίσματος κατά την προεκλογική περίοδο.

Ο Κων. Δόβας είπε στον Γ. Παπανδρέου ότι θα έθετε τα αιτήματα υπ’ όψη του υπουργικού συμβουλίου. Δεν δόθηκε καμία έμπρακτη απάντηση.

Αντίθετα, η υπηρεσιακή κυβέρνηση υιοθέτησε δυο μέτρα που οδηγούσαν σε νόθευση της λαϊκής ετυμηγορίας: α) η κατανομή των βουλευτικών εδρών θα γινόταν με βάσει την απογραφή του… 1940, β) η απόφαση ότι οι στρατιωτικοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι θα μπορούσαν να ψηφίσουν είτε βάσει ξεχωριστών καταστάσεων με την επίδειξη της ταυτότητάς τους, είτε όπως οι υπόλοιποι πολίτες με βάση τους κοινούς εκλογικούς καταλόγους, είτε… και με τους δύο τρόπους.

Τελικά, με την εσκεμμένη αδράνεια της κυβέρνησης, συγκάλυπτε την τεράστια επιχείρηση της βίας και της νοθείας που εκτυλίχθηκε σε ολόκληρη σε ολόκληρη τη χώρα με ένα κεντρικό επιτελικό σχεδιασμό.
Από τις πρώτες μέρες του Οκτωβρίου άρχισαν να συμβαίνουν περίεργα πράγματα:

♦ Διάδοση ψευδών ειδήσεων περί δήθεν συγκεντρώσεων χιλιάδων κομμουνιστών συμμοριτών στα σύνορα. Στην επιχείρηση αυτή συμμετείχε και το κρατικό Αθηναϊκό Πρακτορείο.
♦ Περίεργες προκηρύξεις που εμφάνιζαν την Ένωσιν Κέντρου (Ε.Κ.) συνεργαζόμενη με το Πανδημοκρατικόν Αγροτικόν Μέτωπον Ελλάδος (Π.Α.Μ.Ε.), συνασπισμό της Αριστεράς.
♦ Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας παρέτεινε τη θητεία της σειράς των κληρωτών που έπρεπε να απολυθεί. Παρέμειναν, λοιπόν, στο στράτευμα 30.000 άνδρες που, όπως αποδείχθηκε, ψήφισαν μονοκούκι την ΕΡΕ.
♦ Μετακινήσεις στρατιωτικών τμημάτων για να ενισχυθεί η εκλογική δύναμη της ΕΡΕ σε περιοχές που υστερούσε. Η κυβέρνηση είχε δηλώσει ότι θ’ απαγόρευε τις μετακινήσεις μέχρι την μεθεπομένη των εκλογών, δηλαδή την 31 Οκτωβρίου 1961.

Κρούσματα βιαιοπραγιών και τρομοκρατικών πράξεων σε βάρος υποψηφίων και οπαδών του Κέντρου και της Αριστεράς σημειωνόταν σε όλη τη χώρα. Με την πάροδο των ημερών, η τρομοκρατική αυτή δραστηριότητα, στην οποία μετείχαν όργανα της Χωροφυλακής και των ΤΕΑ, εντεινόταν. Παρά τις εκκλήσεις και τις διαμαρτυρίες και ενώ ο Τύπος ήταν γεμάτος, καθημερινά, από σχετική ειδησεογραφία, η κυβέρνηση Δόβα αδρανούσε πλήρως.

Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, ο Γ. Παπανδρέου έστειλε την 19 Οκτωβρίου σ’ όλους τους υποψήφιους της Ε.Κ. το ακόλουθο τηλεγράφημα:

Νίκος Νικηφορίδης

Για να εξετάσουμε την υπόθεση Νίκου Νικηφορίδη πρέπει να γυρίσουμε το ρολόι της ιστορίας αρκετά χρόνια πίσω, στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Η Ελλάδα έβγαινε μέσα από τους καπνούς του Εμφυλίου Πολέμου και προσπαθούσε να βρει το ρυθμό της. Μια δικαστική υπόθεση συντάραξε την κοινωνία της Θεσσαλονίκης αλλά και την ελληνική πολιτική σκηνή, γενικότερα.

Οι συνθήκες μέσα στις οποίες σχεδιάστηκε και εξελίχτηκε η σύλληψη του Ν. Νικηφορίδη, μοιάζουν με κινηματογραφικό σενάριο. Ταυτόχρονα φανερώνουν τον πανικό της κυβέρνησης Θεμ. Σοφούλη να κρατήσει τις ισορροπίες με κάθε τρόπο και με οποιοδήποτε τίμημα. Η κυβέρνηση Σοφούλη, που στιγματίστηκε από τα γεγονότα του Εμφυλίου Πολέμου, παρέδωσε στην κυβέρνηση Διομήδη. Την κυβέρνηση Διομήδη διαδέχτηκε η κυβέρνηση Ι. Θεοτόκη και ακολούθησε η κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη, που με τη σειρά της θα δώσει τη θέση της στην κυβέρνηση Σοφ. Βενιζέλου.

Η κυβέρνηση Σοφ. Βενιζέλου κληρονόμησε όλες τις ανασφάλειες που είχαν η κυβέρνηση Σοφούλη και οι επόμενες. Θέλησε να θεμελιώσει το σύγχρονο ελληνικό κράτος πάνω στη νοοτροπία του αντικομμουνισμού που καλλιεργούσε ο ψυχρός πόλεμος, κάτι που δεν μπορούσε να αποφύγει, κυρίως μετά την εμφυλιοπολεμική σύρραξη.

Τα χρόνια της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας ήταν τα πιο δύσκολα, αν όχι τα πιο επικίνδυνα χρόνια της ελληνικής κοινωνίας. Η πλευρά που υποτάχτηκε στα κελεύσματα των καιρών πήρε την επωνυμία προδομένη γενιά ή γενιά της ήττας, κατά τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο. Με αυτά τα χαρακτηριστικά σηματοδοτούσε τη στάση της απέναντι στην κυρίαρχη πλευρά που είχε στα χέρια της την εξουσία.

Όλο αυτό το κλίμα επηρέασε και την υπόθεση Νικηφορίδη. Αλλά
♦ ποιος ήταν ο Νίκος Νικηφορίδης, που προκάλεσε το ενδιαφέρον της κυβέρνησης και ολόκληρου του πολιτικού κόσμου της Ελλάδας;
♦ ποιοι φοβήθηκαν τις κινήσεις του και γιατί ήθελαν την εξόντωσή του με κάθε μέσον;

Ίσως, σ’ αυτά τα ερωτήματα βρίσκεται η απάντηση της υπόθεσης που για πολλά χρόνια στο σκοτάδι. Μια απάντηση που φανερώνει πόσο βαρύ είναι το τίμημα της ελευθερίας σ’ ένα κράτος, όπου δεν είχαν χαθεί τα σημάδια του πολιτικού διχασμού. Έτσι, την 20 Δεκεμβρίου 1950, συλλαμβανόταν το μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ Ν. Μπελογιάννης και κρατήθηκε μυστικά στην Ασφάλεια ανακρινόμενος, κατά τον συνήθη τρόπο της εποχής.

Η σύλληψή του ανακοινώθηκε την 5 Ιανουαρίου 1951 για να ανοίξουν πάλι οι ασκοί του Αιόλου κατά των αριστερών και των κομμουνιστών λίγο μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα. Το γεγονός ήταν η αρχή νέων συλλήψεων αριστερών και κομμουνιστών, νέων δικών και νέων καταδικαστικών αποφάσεων.

Κατά την μετεμφυλιακή περίοδο, και ενώ η επιθυμία του λαού ήταν να αρθούν τα περιοριστικά μέτρα του Εμφυλίου και η χώρα ομονοούσα να προχωρήσει στο δρόμο της ανασυγκρότησης και της ειρήνευσης, το δράμα του διχασμού και της αντιπαλότητας διαιωνιζόταν.

Η υπόθεση, που εντάσσεται στο πνεύμα της αντιπαλότητας μεταξύ των δύο πλευρών, φέρνει τη Θεσσαλονίκη στο γνώριμο ρόλο της μοιραίας πόλης στη νεώτερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία. Πρόκειται για την «Υπόθεση Νίκου Νικηφορίδη», που σκόπιμα κρατήθηκε μακριά από τη δημοσιότητα, αφού αποδείκνυε αβίαστα τα εγκληματικά λάθη που διαπράχτηκαν από το μετεμφυλιακό κράτος και την τότε κυβέρνηση Σοφ. Βενιζέλου.

Τα λάθη ξεκίνησαν από τη νοσηρή πολιτική αντίληψη που κυριαρχούσε στο χώρο της εξουσίας και που η εξουσία, για περισσότερο από 30 χρόνια, είχε εμφυσήσει στη συνείδηση του σύγχρονου Έλληνα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα υποθέσεις που σχετιζόταν με την ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τον αφοπλισμό, τις φιλοσοφικές και κοινωνικές αναζητήσεις να μετατραπούν σε υποθέσεις της αριστεράς.

Τα ζητήματα αυτά θεωρούνταν από τις άλλες πολιτικές δυνάμεις προπέτασμα καπνού των κομμουνιστών. Έτσι περιορίστηκε ο αριθμός των ανθρώπων που θα ενδιαφέρονταν να ασχοληθούν με τέτοια θέματα, χωρίς να χαρακτηριστούν είτε αριστεροί είτε κομμουνιστές.

Με αυτά τα δεδομένα, κάθε κίνηση που αφορούσε κάποιο από τα παραπάνω θέματα γινόταν από ανθρώπους που ανήκαν στην αριστερά και που διώκονταν για τα πολιτικά τους φρονήματα. Μια τέτοια δίωξη αντιμετώπισε και ο Ν. Νικοφορίδης.

Ο Νίκος Νικηφορίδης γεννήθηκε το 1928 στην Αθήνα. Έμενε στην αρχή στο Βύρωνα και αργότερα μετακόμισε στο Παγκράτι. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες. Το 1951 ήταν 22 χρονών. Είχε ζήσει, λοιπόν, τη φρίκη της Κατοχής και το δράμα του Πολέμου και αποφάσισε να αφοσιωθεί στην ιδέα της Ειρήνης αλλά και του Αφοπλισμού σε μια περίοδο που ολόκληρος ο κόσμος ζούσε με τη διαρκή απειλή του Ψυχρού Πολέμου για πιθανό παγκόσμιο πυρηνικό ολοκαύτωμα.

Ο Νικηφορίδης, σε ηλικία 15 χρονών, μαθητής ακόμη στο 7o Γυμνάσιο του Παγκρατίου, είχε οργανωθεί στην ΕΠΟΝ και για την αντιστασιακή του δράση την περίοδο της κατοχής το μεταπελευθερωτικο καθεστώς ως ανταμοιβή τον εξόρισε αρχικά στην Ικαρία και τον Απρίλιο του 1948, στην κολυμβήθρα της Μακρονήσου.

Τζορτζ Πολκ

Την Κυριακή 16 Μαΐου 1948 το πρωί, ένας Θεσσαλονικιός βαρκάρης, ο Λάμπρος Αντώναρος, που ψάρευε στο Θερμαϊκό, ανακάλυψε ένα πτώμα να επιπλέει, 150-200 μέτρα από την προκυμαία του Λευκού Πύργου, μπροστά από το κέντρο Τριανόν. Το πτώμα ήταν δεμένο χειροπόδαρα, με μια σφαίρα στη βάση του κρανίου. Όπως αποκαλύφθηκε, επρόκειτο για το πτώμα του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ, ανταποκριτή του ραδιοφωνικού συγκροτήματος Columbia Broadcasting System (CBS) των ΗΠΑ. Στην έκθεση αυτοψίας διαβάζουμε:

«ΕΚΘΕΣΙΣ ΑΥΤΟΨΙΑΣ
Εν Θεσσαλονίκη σήμερον την 16ην Μαΐου 1948, ημέραν Κυριακήν και ώραν 11.00 ο υπογεγραμμένος Αρχικελευστής Λιμενικός ΔΙΚΑΙΟΠΟΥΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ μεταβάς μετά του Κελευστού Λιμενικού ΔΙΩΓΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, προσληφθέντος ελλείψει δικαστικού Γραμματέως, έμπροσθεν του Λιμενικού Καταστήματος ένθα ευρίσκετο εναποτεθειμένον πτώμα ανδρός εκβρασθέντος υπό της θαλάσσης και ανευρεθέντος υπό του λεμβούχου Λιμένος ΑΝΤΩΝΑΡΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ, σήμερον και περί ώραν 09.00 ενώ επέπλεεν εις απόστασιν 500 μέτρων εκ της θέσεως ΤΡΙΑΝΟΝ προς ενέργειαν αυτοψίας, αντελήφθημεν ιδίοις όμμασιν τα ακόλουθα:

αλλήλων δια σχινίου εκ λινού (κανάβεως) πάχους 0,1 μ. δια κοινών κόμβων.
Έφερεν τραύμα εις το οπίσθιον μέρος της κεφαλής επενεχθέντος δια πυροβόλου όπλου. Επί της αριστεράς χειρός έφερεν ωρολόγιον. Επί δε της δεξιάς μεταλλικήν ταυτότητα φέρουσα Αγγλιστί τα στοιχεία (———————-). Ήτο ενδεδυμένον δι’ ενός υποκαμίσου ριγέ, ενός χιτωνίου χνουδοτού, χρώματος καφέ, διά περισκελίδος γκρι και υποδημάτων καφέ.

Το πτώμα ανήκεν εις άνδρα ηλικίας 30 – 35 ετών περίπου. Κόμη μάλλον πυρόχρους. Πρόσωπον στρογγυλόν, αναστήματος κανονικού. Εις την ρίνα αυτού εφαίνετο έχων παλαιόν τραύμα (Πλαστική).

Ηρευνήθησαν εν συνεχεία τα θυλάκια αυτού εις ά ανευρέθησαν τα ακόλουθα:
1) Χαρτονομίσματα των 10.000 36
2) » » 5.000 5
3) » » 2.000 8
4) Ένα μπλοκ τσεκ των 20 δολ. έκαστον (μήκους δολλαρίου) από του υπ’ αριθ. 44431318 μέχρι και του υπ’ αριθ. 44431370.
5) Δύο χαρτονομίσματα των 20 δολ. υπ’ αρίθ. 44431499 και 44431500.
6) Δύο αρμαθιές κλειδιά.

7) Ένα στυλό Πέρκερ.
8) Ένα μολύβι ΕΒΕΡΧΑΡΝΤ.
9) Μία κτένη.
10) Δύο δελτία ειδήσεων (αγγλιστί) τύπου Θεσ/νίκης 5ης και της 7ης Μαΐου 1948.
11) Ένα μανδύλι λευκό.
12) Ένα ωρολόγιον χειρός.

13) Ένα δακτυλίδιον (βέρα) φέρον τα στοιχεία (11.9.1947, Ρένα Κοκκώνη Κ.18)
14) Μία ταυτότης χειρός μεταλλίνη φέρουσα τα στοιχεία (———————)
15) Εν πορτοφόλιον δερμάτινον εντός του οποίου ευρέθησαν τα κάτωθι:

1) Επτά χαρτονομίσματα του 1 δολ.
2) Μία δημοσιογραφική ταυτότης δηλούσα ότι είναι μέλος της Αμερικανικής Βοήθειας.
3) Μία άδεια παραμονής εις Ελλάδα του Κέντρου Αλλοδαπών Αθηνών.
4) Μία εγγυητική επιστολή δια την αποστολήν ανταποκρίσεων.
5) Τρεις ταυτότητες, 4 φωτογραφίες απεικονίζουσαι το πρόσωπόν του.
6) Έν επισκεπτήριον και διάφορες κάρτες (Κολούμπια)

Εφ’ ω συνετάγη και υπογράφεται

Ο Ενεργήσας την αυτοψίαν Ο Γραμματεύς
(Έπονται αι υπογραφαί)».

Ο Τζορτζ Πολκ ήταν τότε 34 χρονών. Είχε αναπτύξει μεγάλη δημοσιογραφική δραστηριότητα σε Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Ιράν, Τουρκία και άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στην Αεροπορία Ναυτικού των ΗΠΑ ως έφεδρος αξιωματικός και διακρίθηκε στην επιχείρηση του Γκουανταλκανάλ του Ειρηνικού εναντίον των Ιαπώνων, όπου και τραυματίστηκε σοβαρά όταν καταρρίφθηκε το αεροπλάνο του.

Το γεγονός αυτό και η όλη του δημοσιογραφική δραστηριότητα είχε προσδώσει μεγάλο κύρος και εκτίμηση στη χώρα του. Ήταν πιστός εκφραστής της φιλελεύθερης πρότασης του προέδρου Ρούσβελτ. Ήταν παντρεμένος με την Ελληνίδα αεροσυνοδό Ρέα Κοκκώνη.

Ο Πολκ είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη για να προσπαθήσει, τις μέρες εκείνες της μεγάλης έντασης του Εμφυλίου Πολέμου, να συναντήσει στα βουνά τον αρχηγό του Δημοκρατικού Στρατού Μάρκο Βαφειάδη. Ήθελε να του πάρει συνέντευξη για το αμερικανικό ραδιοφωνικό δίκτυο CBS, που εργαζόταν. Θα ήταν, προφανώς, μια παγκόσμια δημοσιογραφική επιτυχία.

Για τον ίδιο σκοπό, είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη από την Αθήνα και τον Φεβρουάριο 1948 αλλά χωρίς επιτυχία. Γι’ αυτό και επανέλαβε το ταξίδι του το πρωί της Παρασκευής 7 Μαΐου 1948.

Στους στόχους του είχε βάλει και την έρευνα της διαφθοράς του δοσιλογισμού του ελληνικού καθεστώτος μετά τον πόλεμο, καθώς και την έρευνα της αντικειμενικότητας εκείνων που υποστήριζαν την ανακωχή και τη συμφιλίωση. Ακόμη είχε αποκαλύψει κλοπές της Αμερικανικής Βοήθειας για την Ελλάδα από παρακρατικούς, συνεργασία Χωροφυλακής και Αμερικανών σε κυκλώματα μαυραγοριτών, εγκλήματα κατά δημοκρατικών πολιτών αλλά και μεθοδευμένη συμπαιγνία Αμερικανών και Ελλήνων βασιλοκυβερνητικών.

Από το πρωί της Παρασκευής 7 Μαΐου 1948 μέχρι τα μεσάνυχτα του Σαββάτου 8 Μαΐου 1948, τις 34 ώρες που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, ο Πολκ συναντήθηκε τυχαία με διάφορα άτομα, που όπως προκύπτει ήξεραν τις προθέσεις του και είχαν ενεργό ρόλο σε όσα συνέβησαν ως τη σκοτεινή δολοφονία του.

Γιάννης Ζέβγος

Πριν εξετάσουμε αυτό καθεαυτό το θέμα της δολοφονίας του Γιάννη Ζέβγου, θα πρέπει να δούμε την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία κινιόταν η ζωή της Θεσσαλονίκης. Ο συνολικός πληθυσμός της πόλης, μαζί με αυτούς που ήρθαν από την ανατολική Μακεδονία, έφτανε τους 400.000 κατοίκους.

Το Σεπτέμβριο 1944 άρχισαν να αποχωρούν οι Γερμανοί και άφηναν πίσω τους μια πόλη που δεν είχε τίποτα να δείξει από την παλιά της αρχοντιά. Κυριαρχούσαν τα Τάγματα Ασφαλείας, που δεν βοηθούσαν καθόλου στη διατήρηση μιας ήρεμης κατάστασης. Αντίθετα, δημιουργούσαν επεισόδια με τους αντάρτες προδίδοντας τους τελευταίους στη Γκεστάπο, πριν εγκαταλείψει την πόλη.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, οι άνθρωποι των Ταγμάτων Ασφαλείας θέλησαν να εκπροσωπήσουν τη νομιμότητα, εισχωρώντας στις τάξεις του Εθνικού Στρατού. Στη Θεσσαλονίκη, υπήρχαν τέσσερις μονάδες Ταγμάτων Ασφαλείας:
Ελληνικός Εθνικός Στρατός,
Τάγμα Θανάτου των Ες-Ες,
Τάγμα Ασφαλείας του Σούμπερτ,
Τάγμα Ασφαλείας του συνταγματάρχη Πούλου.

Όλοι αυτοί ζήτησαν προστασία κάτω από τις μονάδες του Εθνικού Στρατού, που δημιούργησε η πρώτη μετακατοχική κυβέρνηση. Αυτή την περίοδο, συνέβαιναν περιφερειακές συγκρούσεις ανάμεσα σε σώματα ανταρτών και τα Τάγματα Ασφαλείας. Βρήκαν, λοιπόν, δουλειά δημιουργώντας προβλήματα με τα σώματα των ανταρτών, που βρίσκονταν στα γύρω βουνά.

Οι αντάρτες, πάλι με τη σειρά τους, δεν ήταν έτοιμοι να αποδεχτούν τις συμφωνίες των ηγετών τους: Συνέδριο του Λιβάνου, Συμφωνία της Καζέρτα, Συμφωνία της Βάρκιζας. Έτσι, βρήκαν αιτίες για ν’ αντιδράσουν δυναμικά απέναντι στο καθεστώς, αποδεσμευμένοι από κάθε συμφωνία που θα τους δέσμευε στο πολιτικό σύστημα.

Οι μάχες που διεξάγονταν ανάμεσα στο νεόκοπο Εθνικό Στρατό και τον ΕΛΑΣ γίνονταν με την ψευδαίσθηση, από την πλευρά του ΕΑΜ-ΚΚΕ, της σοβιετικής συμπαράστασης. Δεν ήθελαν να παραδεχτούν ότι η τύχη τους κρίθηκε στις συζητήσεις Στάλιν – Τσώρτσιλ. Και πολύ περισσότερο, ότι ο πρώτος θα σιωπούσε για να έχει τον έλεγχο Πολωνίας, Γιουγκοσλαβίας και Αλβανίας.

Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα κινούνται οι σχέσεις των ανταρτών με τους συμμάχους και τον Εθνικό Στρατό. Η 10η Μεραρχία του ΕΛΑΣ μπήκε στη Θεσσαλονίκη μόλις αποχώρησαν οι κατακτητές και την κράτησε στον έλεγχό του για 24 ώρες. Έφτασε και απόσπασμα Άγγλων στρατιωτών. Κι έτσι η πόλη βρέθηκε να διεκδικείται (και) από τις δύο πλευρές.

Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε, ότι ο στρατηγός Scobie από τη βρετανική πλευρά και ο Στ. Σαράφης από την πλευρά του ΕΛΑΣ είχαν συμφωνήσει να μπουν οι Βρετανοί στη Θεσσαλονίκη και ο ΕΛΑΣ θα διατηρούσε τις θέσεις του στις παρυφές της πόλης. Η είσοδος τη Μεραρχίας του ΕΛΑΣ στην πόλη έγινε με πρωτοβουλία του Μ. Βαφειάδη. Η κίνηση αυτή του Μ. Βαφειάδη ανέτρεψε τη συμφωνία Scobie-Σαράφη στην Καζέρτα. Θα μπορούσε να ήταν το προοίμιο της μετέπειτα στάσης του ΕΑΜ-ΚΚΕ.

Στην αρχή, η ταυτόχρονη παρουσία δυνάμεων του ΕΛΑΣ και των Άγγλων στην πόλη δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα. Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν από τη στιγμή που η μάχη της Αθήνας ανάμεσα σε ΕΛΑΣ και Εθνικό Στρατό είχε κριθεί υπέρ του Εθνικού Στρατού. Ο ΕΛΑΣ απέσυρε τις δυνάμεις του από τη Θεσσαλονίκη και η πόλη έμεινε στα χέρια του Εθνικού Στρατού και των συμμάχων.

Οι αντάρτες αποσύρθηκαν στα βουνά και ξεκίνησαν το πόλεμο με τις κυβερνητικές δυνάμεις. Αρχίζει και ένα κύμα διώξεων ΕΛΑΣιτών και αριστερών πολιτών και αντιποίνων από μέρους του ΕΛΑΣ. Αυτή η κατάσταση όξυνε τα πολιτικά πάθη και δημιούργησε ένα κλίμα δυσπιστίας και πολιτικής αστάθειας.

Μέσα σ’ αυτή τη νεφελώδη κατάσταση που κυριαρχούσε, δεν θα μπορούσαν να λείψουν και οι πολιτικές δολοφονίες, που προκαλούν πολλά ερωτηματικά για τις σκοπιμότητες που εξυπηρετούσαν. Σ’ αυτό το κλίμα εντάσσεται και η δολοφονία του Γιάννη Ζέβγου.

Το νέο αιματοκύλισμα παρακολουθεί από κοντά η διεθνής κοινότητα μέσω του νεοσύστατου ΟΗΕ. Ηγετικό ρόλο στον νέο Οργανισμό έχουν τα κράτη που πρωταγωνίστησαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ΗΠΑ, Αγγλία, Ρωσία. Τα κράτη αυτά παρακολουθούν με μεγάλο ενδιαφέρον τις περιφερειακές διενέξεις σε Βαλκάνια και Μέση Ανατολή. Είναι δύο περιοχές που αποτελούν τις ζώνες επιρροής.

Εκεί πάνω σχεδιάζουν την επιβολή τους γιατί αυτή η επιβολή θα ρυθμίσει τη δύναμη των δύο πολιτικο-στρατιωτικών κόσμων, ανατολικού και δυτικού μπλοκ. Μ’ αυτή τη λογική ενδιαφέρονταν για την πορεία των συγκρούσεων στις περιοχές αυτές. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να κρατήσουν στα χέρια τους τις τύχες του κόσμου.

Ο ΟΗΕ αποφάσισε να στείλει στη Ελλάδα μια επιτροπή που θα μελετούσε την κατάσταση. Η Επιτροπή Έρευνας του ΟΗΕ (United Nations Special Committee on the Balkans – UNSCOB) είχε στόχο να διερευνήσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ξεκίνησε ο Εμφύλιος Πόλεμος και την κατάσταση που επικρατούσε στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας.

Το “Μπλόκο” της Καλαμαριάς


Η Καλαμαριά ήταν ένας συνοικισμός προσφύγων (κυρίως Ποντίων). Την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής μεγάλος αριθμός Καλαμαριωτών είχε οργανωθεί στο ΕΑΜ, στην ΕΠΟΝ και στον ΕΛΑΣ. Η αντιστασιακή τους δραστηριότητα έδινε συχνά στην Καλαμαριά τα προσωνύμια άντρο των ανταρτών και μικρή Μόσχα.

Την 20 Μαΐου 1944 τρεις άντρες της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκού Αγώνα (ΟΠΛΑ) με τα ψευδώνυμα Κάκος, Ρίζος και Μάτης σκότωσαν στην Καλαμαριά τον υπίλαρχο Ιωάννη Βελισσαρίδη. Ο Βελισσαρίδης ήταν ταγματασφαλίτης, πρωτοπαλίκαρο της ομάδας Πούλου.

Μετά τη δολοφονία του Βελισσαρίδη ο διοικητής της Ειδικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, Νικ. Ιωάννου, δήλωσε στον δήμαρχο Δημ. Παυλίδη:
«…Η Καλαμαριά είναι κομμουνιστική και όλοι οι γραμμένοι τοίχοι το μαρτυρούν και τα τάγματα των «SS», που άργησαν να έρθουν, θα έρθουν να κάψουν τον συνοικισμό…».

Τα κατοχικά στρατεύματα και οι συνεργάτες τους ζητούν εκδίκηση. Τον Ιούλιο 1944 με την ομάδα Δάγκουλα περικύκλωσαν τον συνοικισμό Κτηνοτροφικά, στα Καρσλίδικα και συνέλαβαν υπόπτους για αντιστασιακή δράση. Η επίθεση στον συγκεκριμένο συνοικισμό των προσφύγων από το Καρς του Καυκάσου δεν ήταν τυχαία. Τα Καρσλίδικα θεωρείτο ελεύθερη περιοχή αφού όλοι οι κάτοικοι ήταν οργανωμένοι στην Αντίσταση.

Συνελήφθησαν εξήντα άνδρες και λεηλατήθηκαν πολλά σπίτια. Με παρέμβαση του τότε δημάρχου Καλαμαριάς, Δημ. Παυλίδη, κατευνάζονται τα πνεύματα και οι δυο πλευρές σταματούν τις αψιμαχίες. Ελευθερώθηκαν και δώδεκα από τους συλληφθέντες. Η ηρεμία όμως δεν κράτησε πολύ…

Για την απελευθέρωση των δώδεκα, που η εκτέλεσή τους ματαιώθηκε την τελευταία στιμγμή, ο Παυλίδης είχε ζητήσει τη βοήθεια του Αντ. Βήχου, αρχηγού ενός ισχυρού αντικομμουνιστικού τμήματος στη Θεσσαλονίκη και του Διον. Αγάθου, δεδηλωμένου εθνικοσοσιαλιστή και συνεργάτη των Γερμανών.

Ο Αντώνιος Δάγκουλας καταγόταν από τα Γρεβενά. Πριν από την Κατοχή ήταν αυτοκινητιστής και επισκεπτόταν τακτικά τη Θεσσαλονίκη. Υπάρχει μαρτυρία για ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή τον ίδιο, σε μια επίσκεψή του στη πόλη πριν από τον πόλεμο, που τον παρουσιάζει ως τραμπούκο: Ο Δάγκουλας, που ήταν γεροδεμένος, αφαίρεσε με το έτσι θέλω τα λάστιχα από το αυτοκίνητο ενός συναδέλφου του.

Στη διαμαρτυρία του τελευταίου ο Δάγκουλας του απάντησε: «Τα λάστιχά σου είναι εγγλέζικα και είναι ακριβά».
Στην κατοχή εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ. Για λόγους που δεν έχουν γίνει γνωστοί ή δεν έχουν τεκμηριωθεί, συνελήφθη από τους συναγωνιστές του και φυλακίσθηκε.

Στις αρχές του 1943 απέδρασε από τις φυλακές των ανταρτών και ήρθε στην Θεσσαλονίκη. Ήρθε σε επαφή με τον γερμανικό στρατό Κατοχής και μπήκε στην υπηρεσία του. Οι Γερμανοί τον βοήθησαν να οργανώσει δικό του τάγμα, με το όνομα Εθνική Ελληνική Ασφάλεια Πόλεως Θεσσαλονίκης, που έμεινε γνωστό ως Δαγκουλαίοι. Ήταν ο σκληρότερος από τους ταγματασφαλίτες και λόγω των φρικιαστικών εγκλημάτων, είχε το παρατσούκλι αιμοσταγής δράκος.

Οι Δαγκουλαίοι φορούσαν γκρι στολές και μαύρο περιβραχιόνιο με λευκή νεκροκεφαλή. Συντάχθηκαν με την ομάδα του Πούλου, ενός άλλου συνεργάτη των Γερμανών. Γρήγορα έγιναν ο τρόμος, κυρίως του απλού λαού, καθώς ο Δάγκουλας στρατολογούσε από τον υπόκοσμο ανθρώπους αμφίβολης ηθικής. Το τάγμα αριθμούσε περίπου 100 οπλισμένους άντρες. Αυτοί κυνηγούσαν -και δολοφονούσαν- αντιστασιακούς, πλιατσικολογούσαν και τρομοκρατούσαν πολίτες στις συνοικίες.

Σχετική με τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας είναι και η έκθεση του Σουηδού πρεσβευτή Κ. Β. Τίμπεργκ. Στις αρχές Μαΐου 1944, ο πρεσβευτής επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη προκειμένου να διαπιστώσει την κατάσταση που επικρατούσε στη πόλη και τη Μακεδονία.

Ο Τίμπεργκ αναφέρει ότι τα Τάγματα Ασφαλείας τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής είχαν καταστεί συμμορίες του κοινού ποινικού δικαίου, λήστευαν τα αποθέματα του Διεθνούς Ερυθρού, άρπαζαν τρόφιμα που προορίζονταν για πρόσφυγες από βουλγαροκρατούμενες περιοχές, αναπήρους πολέμου και παιδιά, κατέδιδαν Έλληνες αντιστασιακούς αλλά και Εβραίους στα γερμανικά «SS» και τη Γκεστάπο. Ανέπτυσσαν ιδιαίτερη δράση στη Θεσσαλονίκη.

Η έκθεση του Σουηδού πρεσβευτή συνοδευόταν από μια παρόμοια του προϊστάμενου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στη Θεσσαλονίκη, Ζαν Λίμπεργκ. Μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του Χίτλερ, την 20 Ιουλίου 1944, τα γερμανικά στρατεύματα Κατοχής και οι ταγματασφαλίτες που συνεργάζονταν μαζί τους έγιναν περισσότερο βίαιοι κατά των κατοίκων της Θεσσαλονίκης, όπου είχε φουντώσει η Εθνική Αντίσταση. Χτυπούσαν αμάχους γιατί τα ένοπλα ανταρτικά τμήματα ήταν δύσκολος στόχος γι’ αυτούς.

Την 12 Αυγούστου 1944 τα γνωστά μας τρία μέλη της ΟΠΛΑ (Κάκος, Ρίζος, Μάτης) έστησαν ενέδρα και σκότωσαν τον ταγματασφαλίτη Ευάγγ. Βλαχόπουλο, στην οδό Μεταμορφώσεως στην Καλαμαριά. Ο Βλαχόπουλος ήταν μέλος της ομάδας του Δάγκουλα και είχε συμμετάσχει στα γεγονότα του Ιουλίου στον συνοικισμό Κτηνοτροφικά.

Την 13 Αυγούστου, περί ώρα 4.00’ τα χαράματα, Γερμανοί στρατιώτες περικυκλώνουν τις συνοικίες της Καλαμαριάς, Κουρί, Κατιρλί, Αρετσού και Δέρκων. Στο μπλόκο συμμετείχαν και οι άντρες του Δάγκουλα. Αυτή ήταν η συνηθισμένη τακτική των δυνάμεων Κατοχής: έβαζαν τις ομάδες των δοσίλογων να κάνουν τη βρώμικη δουλειά.

Οι άνθρωποι του Δάγκουλα ανέλαβαν την επιχείρηση. Εφορμούσαν οργανωμένοι. Αναζητούσαν ανθρώπους για τους οποίους είχαν πληροφορίες για αντιστασιακή δράση «βάσει καταλόγου δοθέντος εις ημάς υπό της ελληνικής χωροφυλακής».

Μάης ’36

Λίγο πριν από τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, η πολιτική εξουσία σκληραίνει τη στάση της απέναντι σε κάθε είδους διεκδίκηση. Οι απεργίες των εργατών σπορελαιουργίας στη Θεσσαλονίκη την 7 Ιανουαρίου και οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας των παλαιών πολεμιστών την 11 Ιανουαρίου και των φυματικών την 12 Ιανουαρίου αντιμετωπίζονται βίαια από την αστυνομία.

Η εκούσια ή ακούσια κοινοβουλευτική υποστήριξη που πρόσφεραν όλα τα αστικά πολιτικά κόμματα στην κυβέρνηση Μεταξά είχε σαν αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων να απομονωθούν οι κομμουνιστές. Αντίστροφα, το αποτέλεσμά της ήταν να αναδειχθεί το ΚΚΕ στη μεγαλύτερη και σχεδόν η μόνη αντιπολίτευση του Μεταξά.

Το ΚΚΕ είχε περάσει στην επίθεση κατά των αστικών κομμάτων αμέσως μετά την τοποθέτηση του Μεταξά στο υπουργείο Στρατιωτικών και την παραβίαση από τους Φιλελευθέρους του Συμφώνου συνεργασίας που είχαν υπογράψει μαζί του την 19 Φεβρουαρίου: πρόκειται για το Σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα με το οποίο το ΚΚΕ θα στήριζε κυβέρνηση Φιλελευθέρων και η κυβέρνηση θα αποκαταστούσε και θα κατοχύρωνε τις λαϊκές ελευθερίες μέσα σ’ ένα μήνα από το σχηματισμό της. Οι Φιλελεύθεροι, όμως, στήριξαν την κυβέρνηση Δεμερτζή που κατά το ΚΚΕ καταπατούσε τις λαϊκές ελευθερίες.

Η ΚΕ του ΚΚΕ τόνισε την 25η Μαρτίου:
«Οι εχθροί του λαού συγκεντρώνουν τις δυνάμεις τους. Οι εκπρόσωποι και τα κόμματα της πλουτοκρατίας ενώνονται σε ιερή συμμαχία».

Προβλέποντας ότι η κατάληξη αυτών των εξελίξεων θα ήταν «ένα καθεστώς τρόμου και αίματος», το ΚΚΕ είχε ρίξει όλες τις δυνάμεις του στην αντιφασιστική κινητοποίηση.

Τα αστικά κόμματα απείχαν από τον αντιφασιστικό αγώνα. Με τον τρόπο αυτό, όμως, δεν μείωναν μόνο την αποτελεσματικότητά του, αλλά παραχωρούσαν στο ΚΚΕ τον αντιφασιστικό χώρο. Το ΚΚΕ επέκτεινε γρήγορα την επιρροή του όπως έδειχναν, τουλάχιστον, οι συχνές απεργίες: τροχιοδρομικών, αρτεργατών, αυτοκινητιστών και άλλων εργαζομένων στην Αθήνα, πανεργατικές απεργίες σε Χίο, Αλεξανδρούπολη, Ξάνθη και Καλαμάτα, απεργίες καπνεργατών σε Σέρρες και Δράμα, συγκεντρώσεις εργαζομένων σε Γρεβενά, Βόλο κ.λπ.

Σε μια εποχή που το κόστος ζωής ανέβαινε ταχύτερα από τα μεροκάματα, οι απεργίες αυτές δεν μπορούσαν να αποδοθούν αποκλειστικά σε πολιτικά κίνητρα. Η επιρροή του ΚΚΕ, όμως, ήταν αναμφισβήτητη, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι πολλές απεργίες ήταν σύντομες απεργίες αλληλεγγύης. Έτσι, το κέντρο βάρους της πολιτικής περνούσε από τα κέντρα συνω-μοσίας στις οργανώσεις του λαού.

Ο τύπος βέβαια -βενιζελικός και αντιβενιζελικός- άρχισε να κτυπά τον κώδωνα του κινδύνου. Όχι, όμως, τόσο δυνατά όσο θα ήθελε ο Γερμανός επιτετραμένος Κοντ, που θεωρούσε ότι
«οι Έλληνες πολιτικοί όλων των αποχρώσεων υποτιμούν κατά τρόπον εκπληκτικόν τον κομμουνιστικόν κίνδυνον».
Για να θέσει υπό έλεγχο το απεργιακό κίνημα η κυβέρνηση Δεμερτζή άρχισε να μελετά την αναθεώρηση των νόμων που κατοχύρωναν το δικαίωμα της απεργίας και των συγκεντρώσεων. Δεν τόλμησε, όμως, να προχωρήσει, αλλά ούτε και ο Μεταξάς μέχρι να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης.

Από τις αρχές Μαρτίου 1936 αρχίζουν στη Θεσσαλονίκη κινητοποιήσεις των εργαζομένων για την ακρίβεια, την ανεργία και την κρατική αδιαφορία απέναντι στα πολλά και πιεστικά προβλήματα που πλήττουν τα λαϊκά στρώματα και τους εργαζόμενους. Αρχικά απεργούν οι αρτεργάτες, οι μυλεργάτες και οι εργάτες δέρματος, για να ακολουθήσουν και άλλοι κλάδοι εργαζομένων, ενώ καθημερινά στην πόλη πραγματοποιούνται πορείες διαμαρτυρίας εργατών και εργατριών, διαδηλώσεις αλλά και συγκρούσεις με χωροφύλακες, πεζούς και έφιππους, που συχνά ορμούν κατά των διαδηλωτών με γυμνές σπάθες.

Το Μάρτιο 1936, ενώ άρχισε να γίνεται φανερό ότι υπάρχει σχέδιο για κατάλυση της Δημοκρατίας, οι φοιτητές του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εκδηλώνουν την αντίθεσή τους στα αντιλαϊκά μέτρα της κυβέρνησης Δεμερτζή. Την 5 Μαρτίου 1936 πραγματοποιείται μεγάλη φοιτητική συγκέντρωση με συνθήματα:

«Ζητούμεν την φοιτητικήν ασυλίαν, λαϊκάς ελευθερίας, συσσίτιον»,
«Μακεδόνες ενισχύσατε τον αγώνα μας»,
«Ζήτω η φοιτητική ενότης»,
«Κάτω ο φασισμός, η τρομοκρατία και αι δικτατορίαι».

Την δεύτερη μέρα των φοιτητικών κινητοποιήσεων επεμβαίνει η αστυνομία και με τους υποκόπανους των όπλων των χωροφυλάκων γίνεται προσπάθεια να διαλυθούν οι φοιτητές, που αμύνονται με πέτρες. Ακολουθούν οδομαχίες με ξυλοδαρμούς φοιτητών και πυροβολισμούς, με αποτέλεσμα τραυματισμούς και συλλήψεις φοιτητών. Ξεσηκώνονται και οι παράγοντες της πόλης. Οι κινητοποιήσεις των φοιτητών σταμάτησαν έπειτα από λίγες μέρες με την ικανοποίηση κάποιων αιτημάτων τους και την απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων.

Την εποχή αυτή έγιναν δυο γεγονότα που κατέχουν σημαντική θέση στην ιστορία του εργατικού κινήματος της Θεσσαλονίκης:
Το πρώτο είναι η συμφωνία για ενωτική δράση του ΕΚΘ με το Πανυπαλληλικό Κέντρο. Η συμφωνία αυτή οδήγησε στη δημιουργία της Ενωτικής Επιτροπής και ουσιαστικά έβαλε στο περιθώριο το Πανεργατικό Κέντρο και το Ανεξάρτητο Εργατικό Κέντρο. Πρώτος πρόεδρος της Ενωτικής Επιτροπής ήταν ο κουρέας Χαρ. Μελανεφίδης.

Το δεύτερο ήταν η σύγκληση στην Θεσσαλονίκη του 1ου Καπνεργατικού Συνεδρίου που αποσκοπούσε στην ενότητα του καπνεργατικού κλάδου. Την 15 Απριλίου επιτεύχθηκε συμφωνία ανάμεσα Πανελλαδική Καπνεργατική Ομοσπονδία και την ΕΟΚΣΕ. Δημιουργήθηκαν έτσι ευνοϊκότερες συνθήκες για τη δράση του καπνεργατικού κλάδου που αύξησαν τις ελπίδες των εργαζομένων για την αποτελεσματικότητα των κινητοποιήσεών τους. Με τη λήξη του Συνεδρίου δόθηκε στη δημοσιότητα η διακήρυξη:

Στυλιανός Βολάνης

To 1935 ήταν ένα έτος ραγδαίων εξελίξεων. Οι πολιτικές εξελίξεις του έτους αυτού, καθώς και των επόμενων προπολεμικών ετών, σημαδεύτηκαν από το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, με πρωταγωνιστές από τη μια τους κινηματίες βενιζελικούς αξιωματικούς και από την άλλη την αντιβενιζελική κυβέρνηση (Κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη), και ιδιαίτερα ορισμένα στοιχεία που απεργάστηκαν την πολιτειακή αλλαγή λίγους μήνες αργότερα.

Την 26 Φεβρουαρίου 1935, στην εφημερίδα του Κ.Κ.Ε. Ριζοσπάστης δημοσιεύτηκε πλήρες ρεπορτάζ, στο οποίο υπήρχαν όλα τα διαρρεύσαντα στοιχεία ενός κινήματος, που επρόκειτο να εκδηλωθεί, παρέχοντας πολύτιμο υλικό στην κυβέρνηση Παν. Τσαλδάρη και τους σφόδρα αντιβενιζελικούς υπουργούς Στρατιωτικών Γ. Κονδύλη και Ναυτικών Α. Χατζηκυριάκο. Αργότερα η διαρροή της είδησης αποδόθηκε σε βενιζελικούς αξιωματικούς, μεταξύ των οποίων οι Μπακιρτζής, Αθηνέλης, Ζούλας, Μακρίδης.

Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση καταλήφθηκε εξ απροόπτου όταν την 1 Μαρτίου 1935 ξέσπασε στασιαστικό κίνημα με πρωταγωνιστές βενιζελικούς αξιωματικούς υπό την ηγεσία του Ν. Πλαστήρα και την καθοδήγηση ή ανοχή του Ελ. Βενιζέλου, που κινήθηκαν από το φόβο πραξικοπηματικής κατάλυσης της δημοκρατίας και επαναφοράς του Γεωργίου Β’ στην εξουσία. Αρχικά, εκδηλώθηκε στο Ναύσταθμο του Πειραιά με επικεφαλής τους αξιωματικούς Ι. Δεμέστιχα και Αν. Κολιαλέξη, που κατόρθωσαν να ελέγξουν το μεγαλύτερο μέρος του στόλου.

Το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 ήταν η συνισταμένη των συνωμοτικών ενεργειών διάφορων κύκλων και οργανώσεων της βενιζελικής παράταξης, που απέβλεπαν στην αποτροπή της παλινόρθωσης της βασιλευόμενης δημοκρατίας. Πίσω από το στόχο αυτό βρισκόταν η επιθυμία των απότακτων βενιζελικών αξιωματικών να ξαναγυρίσουν στο στράτευμα και να προχωρήσουν σε ριζικές εκκαθαρίσεις των αντιφρονούντων, καθώς και η επιδίωξη των πολιτικών της ίδιας παράταξης να επανέλθουν στην εξουσία.

Οι ανησυχίες των βενιζελικών για το μέλλον της αβασίλευτης δημοκρατίας δεν ήταν ίσως απόλυτα δικαιολογημένες, επειδή, παρ΄ όλες τις προκλήσεις των φανατικών βασιλικών, το πολίτευμα δεν κινδύνευε σοβαρά, πολύ λιγότερο μάλιστα από τους φανατισμένους εχθρούς του, που αποτελούσαν μια ανίσχυρη μειοψηφία.

Το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο στέγαζε τη μεγάλη πλειοψηφία των παλιών βασιλοφρόνων, είχε αναγνωρίσει το 1932 την αβασίλευτη δημοκρατία και είχε αναλάβει να εργαστεί στα πλαίσια αυτού του πολιτεύματος. Μολονότι η ηγεσία και ο συμπολιτευόμενος τύπος αρνούνταν να αποκηρύξουν τη βασιλευόμενη δημοκρατία, η άρνησή τους αυτή είχε σχέση μάλλον με την εύλογη επιθυμία να μην προκαλέσουν μια μερίδα των ψηφοφόρων τους και όχι τόσο με τη φανατική τους προσήλωση στο βασιλικό θεσμό.

Από τα αίτια του κινήματος ξεχωρίζουν δύο:
η απόπειρα του Ιουνίου 1933 κατά της ζωής του Βενιζέλου και τον αντίκτυπό της στη νοοτροπία και τις ενέργειες του γηραιού πολιτικού.

στη σταδιακή αποστέρηση των ερεισμάτων της βενιζελικής – δημοκρατικής παράταξης στο στράτευμα, ιδιαίτερα με αφορμή το Κίνημα Πλαστήρα 6ης Μαρτίου 1933.

Η απόπειρα του 1933 έπεισε το Βενιζέλο ότι οι πολιτικοί του αντίπαλοί του δε θα δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο προκειμένου να τον εξοντώσουν και η πεποίθησή του αυτή, καθώς και η πίστη του ότι η παράταξή του και η χώρα γενικά χρειάζονταν τις υπηρεσίες του, ασφαλώς συνέλαβαν στη λήψη αποφάσεων που μόνο ατυχείς μπορούν να χαρακτηριστούν. Η από μέρους του ενθάρρυνση και υπόθαλψη συνωμοτικών οργανώσεων στο στρατό, με ανομολόγητο αλλά πραγματικό σκοπό την προάσπιση της βενιζελικής σύνθεσης του στρατεύματος, πρόδιδαν έλλειψη αυτοκυριαρχίας. Τέτοιες οργανώσεις ήταν η Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωση (ΕΣΟ) και η Δημοκρατική Άμυνα.

Η πρώτη συγκροτήθηκε από αξιωματικούς που υπηρετούσαν στο στρατό και από τα ηγετικά στελέχη της ήταν ο αντισυνταγματάρχης Χριστόδουλος Τσιγάντες, ο αδελφός του λοχαγός Ιωάννης Τσιγάντες, ο συνταγματάρχης Στέφανος Σαράφης και άλλοι. Σκοπός της οργάνωσης ήταν να εμποδίσει τον Γεώργιο Κονδύλη να επιβάλει με δικό του κίνημα δικτατορία, αλλά και να ετοιμάσει αντίστοιχα στρατιωτικό κίνημα, για να αποτρέψει ενδεχόμενη μεταβολή του πολιτεύματος.

Η δεύτερη οργάνωση, η Δημοκρατική Άμυνα, συγκροτήθηκε από αποστρατευμένους κυρίως βενιζελικούς αξιωματικούς. Ηγέτες της ήταν οι στρατηγοί Άν. Παπούλας και Στυλιανός Γονατάς αλλά πραγματικός αρχηγός ο Νικόλαος Πλαστήρας, αυτοεξόριστος στη Γαλλία μετά την αποτυχία του κινήματος που είχει οργανώσει το 1933.

Τους φόβους του Βενιζέλου, και γενικότερα της ηγεσίας της βενιζελικής παράταξης, ενίσχυαν οι κατά καιρούς αποτάξεις βενιζελικών αξιωματικών και εμφανείς στόχοι των κρατούντων μετά το 1932 να απομακρύνουν τους αντιπάλους τους από το στράτευμα και τον κρατικό μηχανισμό γενικά και να τους υποκαταστήσουν σε κάθε τομέα και με κάθε μέσο. Γενικότερα, επρόκειτο για την αντίδραση μιας πολιτικής ηγεσίας που είχε ταυτιστεί με την εξουσία και το κράτος, ύστερα από μακροχρόνια και μονοκομματική διακυβέρνηση, και αρνιόταν να εγκαταλείψει την εξουσία και να αφήσει το πεδίο ελεύθερο στους αντιπάλους της για την εγκαθίδρυση ανάλογου μακροχρόνιου και μονοκομματικού καθεστώτος.

Ενωτικό Εργατικό Κέντρο

Η μείωση του κόστους παραγωγής και η συνακόλουθη συμπίεση των εργατικών αμοιβών εξυπηρετούσε μεν την αύξηση των κερδών, αλλά ο φόβος για μια γενικευμένη εργατική αντίδραση ωθούσε τις κυρίαρχες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις σε πιο αποτελεσματικές μεθόδους καταστολής. Ο λόγος του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, Ι. Δροσόπουλου, προς τους μετόχους του ιδρύματος το 1932, αποτυπώνει την πραγματικότητα:

«Παρά την κατά το παρελθόν έτος σημειωθείσαν επίτασιν της γενικής οικονομικής κρίσεως ήτις και εν τη ημετέρα χώρα εξεδηλώθη εντονώτερον, απ’ ό,τι κατά το προηγούμενον έτος, αι εργασίαι της Τραπέζης εξηκολούθησαν σταθερώς αναπτυσσόμεναι».

Οι άνεργοι, όμως, διπλασιάστηκαν συγκριτικά με το προηγούμενο διάστημα, μέχρι το 1930. Και οι αριθμοί για την κρατική καταστολή την εξαετία 1928-1934 είναι αποκαλυπτικοί:
Δολοφονίες 37
Συλλήψεις 16775
Καταδίκες 2825
Χρόνια φυλακής 2824
Χρόνια εξορίας 1320
Ουλαμός Καλπακίου 174
Εξορίες 250

Την 15 Φεβρουαρίου 1933, μετά την προεκλογική συγκέντρωση του Ενιαίου Μετώπου Εργατών – Αγροτών, εργάτες συγκεντρώθηκαν στο Ενωτικό Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, στη γωνία των οδών Βενιζέλου και Ιουστινιανού απέναντι ακριβώς από την είσοδο του Καραβάν Σεράι. Η αστυνομία περικυκλώνει το κτίριο και καλεί τους εργάτες που βρίσκονταν μέσα να το εκκενώσουν. Μέσα στον πανικό που δημιούργησαν οι πυροβολισμοί των χωροφυλάκων, οκτώ εργάτες πέθαναν από ασφυξία στη στενή σκάλα του κτιρίου, σύμφωνα με το επίσημο πόρισμα της νεκροψίας, ή, κατ’ άλλους, από πυρά αστυνομικών. Τα οκτώ θύματα ήταν:

1. Γούναρης Παναγιώτης, γραμματέας του Σωματείου Οικοδόμων
2. Εσκενάζη Μορδώχ, καπνεργάτης (16 ετών)
3. Ιωακειμίδης Ιωακείμ, οικοδόμος
4. Καραμανλής Θεόδωρος, σιδηρουργός
5. Μπούρδας Θεόδωρος, ανθρακοπώλης
6. Παζολίδης Αχιλλέας, υποδηματεργάτης
7. Παζολίδης Χρήστος
8. Τραζίδης (ή Τράτσης), εργάτης (19 ετών)

Με το πόρισμα της νεκροψίας διαφώνησαν ο γιατρός-εκπρόσωπος της Εργατικής Βοήθειας Μαν. Σιγανός και ο νομικός εκπρόσωπός της Ηλ. Κεφαλίδης. Γι’ αυτή τους διαφωνίας απειλήθηκαν με εξορία.
Τα Μακεδονικά Νέα της 16 Φεβρουαρίου 1933 περιγράφουν το γεγονός:

«… Στα γραφεία του Κέντρου στις 6 το απόγευμα εισήλθον είς χωροφύλαξ Ασφαλείας με πολιτικά και είς της χωροφυλακής. Οι ευρισκόμενοι στα γραφεία αντέδρασαν με κραυγές, “Έξω οι χαφιέδες. Χτυπάτε τους”. Τους έριξαν καθίσματα και άλλα έπιπλα… Το κτίριο περικυκλώθηκε από αστυνομικούς ενώ μονάδα της έφιππης χωροφυλακής διέλυσε στην οδό Βενιζέλου ομάδες διαδηλωτών. Έπεσαν και αθρόοι πυροβολισμοί. Οι έγκλειστοι αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το κτίριο και αξίωσαν να έρθει εισαγγελέας για να λυθεί η “πολιορκία”.

Χωροφύλακες και στρατιώτες όρμησαν στις σκάλες και άρχισαν να τις απελευθερώνουν από τα έπιπλα που είχαν σωρεύσει οι “πολιορκημένοι”. Επακολούθησαν σκηνές φρίκης. Μια ομάδα εργατών και εργατριών σφηνώθηκαν στις σκάλες.

“Απελευθερώθηκαν” τελικά 11 εργάτες. Οι 6 νεκροί, οι 5 σε αφασία μεταφέρθηκαν στο Δημοτικό Νοσοκομείο. Συνελήφθησαν 80».
Την επομένη 17 Φεβρουαρίου 1933 ο Σωτ. Γκοταζμάνης, υπουργός Πρόνοιας και Αντιλήψεως μέχρι τον Ιανουάριο 1933 (μετείχε και στην κατοχική quisling κυβέρνηση Κων. Λογοθετόπουλου ως υπουργός Οικονομικών) υποστήριξε ότι:

«επρόκειτο περί εσκεμμένης ανθρωποκτονίας από το οργανωμένο Κράτος, υπό τα όμματα των αρχών, εναντίον αόπλων πολιτών».
Τα αιματηρά γεγονότα κατήγγειλαν σωματεία και οργανώσεις της πόλης, ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων.

Την 18 Φεβρουαρίου 1933 απαγορεύτηκε να δημοσιεύουν ειδήσεις για τα γεγονότα της 15 Φεβρουαρίου και τις ανακρίσεις που διεξάγονταν γι’ αυτά. Όμως την επομένη 19 Φεβρουαρίου διαβάζουμε στα Μακεδονικά Νέα δήλωση του Γ. Κονδύλη:

«… Κατάπληκτος επληροφορήθην ότι κανείς λόγος δεν επέβαλε την αστυνομικήν επέμβασιν ήτις είχε θλιβερά αποτελέσματα […] Δεν πιστεύω να ευρεθεί κανείς άνθρωπος εις την Ελλάδα να δικαιολογήσει αυτάς τα βιαιότητας».
Η επίθεση στο Ενωτικό Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης της 15 Φεβρουαρίου 1933 θεωρήθηκε προοίμιο γι’ αυτό που θα γινόταν το Μάη του 1936.