Εμπρησμός του Κάμπελ

Ο συνοικισμός Cambell δημιουργήθηκε αμέσως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου ο χώρος είχε χρησιμοποιηθεί ως στρατόπεδο Ινδών στρατιωτών της Μ. Βρετανίας. Μετά τον πόλεμο, η έκταση αγοράστηκε από τον επιχειρηματία Κάμπελ και στη συνέχεια από την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, για να στεγάσει Εβραίους πυροπαθείς και άστεγους της πόλης.

Με τον εμπρησμό του εβραϊκού συνοικισμού Cambell το ισραηλιτικό στοιχείο της Θεσσαλονίκης ήρθε πάλι στην επικαιρότητα. Ήταν μια εθνική φιγούρα, που έπαιζε πάντοτε το ρόλο της στην τοπική κοινωνία, αλλά και στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας.

Η Ισραηλιτική Κοινότητα είχε μια μακραίωνη παρουσία σ’ όλο τον ιστορικό χρόνο της Θεσσαλονίκης. Κατά περίεργο τρόπο, συχνά οι επιδιώξεις της δεν ταυτίζονταν με εκείνες των Ελλήνων. Στην τουρκοκρατία διατηρούσε άριστες σχέσεις με την Πύλη και κατείχε ιδιαίτερα προνόμια. Και ήταν γνωστές οι αντιδράσεις των Ισραηλιτών στην κατάκτηση της πόλης από τον ελληνικό στρατό. Στην πραγματικότητα απέβλεπαν στη μετατροπή της Θεσσαλονίκης σε αυτόνομη εβραϊκή πόλη. Στον ελληνοβουλγαρικό ανταγωνισμό η στάση τους ήταν μάλλον φιλοβουλγαρική.

Τα συμφέροντά τους θίχτηκαν άμεσα από την παρουσία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, που είδαν να περιορίζεται ο χώρος των δραστηριοτήτων τους και φυσικά το κέρδος τους. Αλλά αυτό δεν μπορούσε να επιτρέψει τις ακρότητες. Οι διαφορές περιορίζονταν σε θρησκευτικό, κοινωνικό και οικονομικά επίπεδο.

Το λάθος της πολιτείας ήταν ότι το 1928 οι Εβραίοι ψήφιζαν σε ιδιαίτερα εκλογικά τμήματα. Αυτό, εκτός από τη ρατσιστική οσμή που ανάδυε, αναγόρευε την εβραϊκή εθνότητα σε ιδιαίτερη πολιτική δύναμη που τη διεκδικούσαν και οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί πολιτευτές. Έτσι η διακριτή πια εκλογική συμπεριφορά τους έδωσε την ευκαιρία σε ορισμένες οργανώσεις να δημιουργήσουν ένα αντιεβραϊκό κλίμα.

Το κλίμα αυτό έπαιρνε άλλοτε θρησκευτικό και άλλοτε πολιτικό χαρακτήρα. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατέληγε σε μποϋκοτάζ εναντίον εβραϊκών επιχειρήσεων. Στον πολιτικό τομέα, οι βενιζελικοί εναντιώνονταν στους Ισραηλίτες γιατί οι εβραϊκές ψήφοι εξέλεξαν δήμαρχο προσκείμενο στο Λαϊκό Κόμμα.

Η αντιπαράθεση πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις με την προβολή της ταινίας Βασιλεύς των Βασιλέων. Οι Ισραηλίτες αντέδρασαν γιατί θεώρησαν ότι η ταινία προσέβαλε το γένος τους. Ακολούθησαν διάφορα μικροεπεισόδια μεταξύ Ελλήνων και Εβραίων που η κάθε πλευρά υπερασπίζονταν τη μία ή την άλλη άποψη. Δεν στάθηκαν, όμως, ικανά να ταράξουν τις σχέσεις ανοχής των δύο πλευρών που υπήρχαν για χρόνια.

Το καλοκαίρι του 1930 ένα γεγονός όξυνε τις σχέσεις Ελλήνων και Εβραίων: Η Ισραηλιτική Κοινότητα της Θεσσαλονίκης και η οργάνωση Μακαμπή δέχτηκαν πρόσκληση να παραστούν στο Διεθνές Συνέδριο των Μακαμπή στη Σόφια της Βουλγαρίας. Αποδέχτηκαν την πρόσκληση και έστειλαν αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Θεσσαλονικιό Ισαάκ Κοέν. Όμως, όπως μαθεύτηκε, ο Κοέν παρακολούθησε στη Σόφια και τις εργασίες του Συνεδρίου της Νεολαίας του Μακεδονικού Κομιτάτου, όπου επικρότησε τις ανθελληνικές θέσεις του Συνεδρίου για δημιουργία Μακεδονικού Κράτους από την περιοχή της Νύσσης και των Σκοπίων μέχρι τη Θεσσαλονίκη.

Επίσημα έγραφα της Μακαμπή, που είδαν το φως της δημοσιότητας, αποκάλυπταν ότι η ενέργεια του Ισαάκ Κοέν να παρευρεθεί στο συνέδριο του Μακεδονικού Κομιτάτου έγινε με απόφαση του παραρτήματος της Μακαμπή Θεσσαλονίκης.

Το γεγονός αυτό έδωσε επιχειρήματα κατά των Εβραίων στις οργανώσεις Εθνική Ένωσις Ελλάς (Ε.Ε.Ε.), Εθνική Παμφοιτητική Ένωσις (Ε.Π.Ε.), Μακεδονομάχοι «Παύλος Μελάς», Ακρίται, Εθνική Οργάνωσις Εργατών κ.ά.. Την πρωτοβουλία, όμως, των κινήσεων είχαν οι δύο πρώτες.

Διαβάζουμε στο βιβλίο του Αντ. Λιάκου Η εμφάνιση των νεανικών οργανώσεων:
«Από τα 1925 άρχισαν επίσης να παρουσιάζονται και να πυκνώνουν στην πόλη οι φασίζουσες ή φασιστικές οργανώσεις. Κύριο χαρακτηριστικό τους, ο έντονος αντικομμουνισμός και ο αντισημιτισμός. Ήδη από το Δεκέμβριο του 1923, την επομένη της νίκης των δημοκρατικών, ιδρύθηκε ο Κεντρικός Σύνδεσμος της Αντιεβραϊκής Νεολαίας με στόχο τους Εβραίους της πόλης που απέσχαν στις εκλογές. Οι σημαντικότερες από τις οργανώσεις αυτές ήταν η Εθνική Ένωση Ελλάς (1927) και η Αντικομμουνιστική Οργάνωση Νέων Μακεδονίας – Θράκης (1931).

Η πρώτη, γνωστή ως ΕΕΕ, ήταν στρατιωτικά οργανωμένη: η νεολαία της οι Άλκιμοι, φορούσαν χαλύβδινα κράνη και ομοιόμορφες στολές. Έκαναν επιθέσεις, πολλές φορές αιματηρές, εναντίον των Εβραίων, των εργατικών και των κομμουνιστικών συγκεντρώσεων, καθώς και των εκδηλώσεων των άλλων νεολαιών με αποκορύφωμα την πυρπόληση της εβραϊκής φτωχογειτονιάς Cambell το 1931 και την πορεία στην Αθήνα το 1933 – αντιγραφή της πορείας του Μουσολίνι στη Ρώμη. Η εμφάνιση φασιστικών οργανώσεων στη Θεσσαλονίκη δεν είναι φαινόμενο δυσεξήγητο.

Σε στερημένες μάζες συχνά η παρουσία μιας ξένης μειονότητας χρησιμεύει για να της αποδοθούν οι ευθύνες της ανεργίας, της έλλειψης στέγης και της ακρίβειας. Η διαφορετική θρησκεία και γλώσσα, στην περίπτωση των Εβραίων, ή η διαφορετική ιδεολογία, στην περίπτωση των κομμουνιστών, μπορούσε να τους κάνει στόχο επιθετικότητας από μια μάζα που έβρισκε στο ρόλο του φρουρού μιας φανταστικής παραδοσιακής τάξης το αντιστάθμισμα και το κύρος που τους αφαιρούσε η υλική της αθλιότητα στην καθημερινή ζωή.

Οι παρατηρήσεις αυτές, που δεν ισχύουν μόνο για την περίπτωση της Θεσσαλονίκης, εξηγούν το γεγονός πως η πλειοψηφία των μελών των φασιστικών οργανώσεων στη Βόρεια Ελλάδα είχαν προσφυγική προέλευση. Άλλωστε η βενιζελική παράταξη, της οποίας οι πρόσφυγες κυρίως αποτελούσαν στη Βόρεια Ελλάδα την εκλογική της πελατεία, είχε δεσμούς με τον αντισημιτισμό, και οι αρχές έδειχναν ανοχή στη δράση των φασιστικών οργανώσεων εξαιτίας του ενεργού αντικομμουνισμού τους».

Οι “Βαρκάρηδες” της Θεσσαλονίκης

Το 1871 στη Θεσσαλονίκη, ο αριθμός των Βουλγάρων που αποσχίστηκε από την ελληνική κοινότητα και προσχώρησε στην Εξαρχία ήταν μικρός. Είχαν όμως την υποστήριξη του Ρώσου προξένου και, από τη στιγμή που ιδρύθηκε το βουλγαρικό κράτος, των εκπροσώπων του. Στην αρχή, βέβαια, Βούλγαρος σήμαινε και Εξαρχικός, δημιουργούμενης έτσι μιας γλωσσικής /θρησκευτικής παρά μιας εθνικής ομάδας.

Η ευόδωση του ξεσηκωμού του 1876 ενάντια στην οθωμανική εξουσία τόνωσε τον εθνικισμό τους και αν είχε ισχύσει η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου θα είχε παραχωρηθεί το μεγαλύτερο μέρος της ενδοχώρας της Θεσσαλονίκης στους Βουλγάρους. Μετά το 1878 και τη δημιουργία της αυτόνομης βουλγαρικής ηγεμονίας, πολιτικοί από τη Σόφια άρχισαν να απαιτούν αυτονομία και για τους Μακεδόνες. Για την επιτυχία των σκοπών τους χρησιμοποίησαν και τη σχολική παιδεία. Ίδρυσαν το 1880 ένα γυμνάσιο από το οποίο προσδοκούσαν να στελεχώσουν τα φιλοσλαβικά πολιτικά κινήματα.

Στη Θεσσαλονίκη ετοιμαζόταν μια νέα μαχητική οργάνωση. Το Νοέμβριο 1893 ιδρύθηκε η Βουλγαρική Μακεδονοαδριανουπολίτικη Επαναστατική Επιτροπή από άτομα που είχαν ενστερνισθεί τις ιδέες του ρωσικού αναρχισμού. Καλούσαν στις τάξεις τους όσους ήθελαν να αγωνιστούν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Τούρκους και την αυτονομία της. Η Σόφια έβλεπε με καχυποψία την κίνηση και αμφέβαλε αν εξυπηρετούσε τα βουλγαρικά συμφέροντα.

Τελικά η Επιτροπή έβγαλε από τον τίτλο της κάθε αναφορά στη Βουλγαρία και έγινε γνωστή ως Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση – ΕΜΕΟ (Βίτρισνα Μακεντόσκα Ρεβολιούσιολνα Οργανιζάτσια – VMRO) και το κεντρικό της σύνθημα ήταν:
«Η Μακεδονία στους Μακεδόνες»

Ανάμεσα στους ιδρυτές της ήταν οι Ντ. Γκρούεφ και Γκ. Πετρόφ, διευθυντές του βουλγαρικού σχολείου της Θεσσαλονίκης.

Η ΕΜΕΟ χώρισε το χώρο της Μακεδονίας σε 45 περιφέρειες και το 1894 – 1895 ιδρύθηκε η Ανώτατη Μακεδονική Επιτροπή (Verhovist Comital), γνωστή ως Βερχοβιστές, με αρχηγό τον Γκ. Ντέλτσεφ, διοικητή του βουλγαρικού μακεδονικού κομιτάτου.

Στο εσωτερικό της ΕΜΕΟ διαμορφώθηκαν δύο τάσεις: η μία, των Βερχοβιστών, που απέβλεπαν στη, με κάθε τρόπο, ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία και η άλλη, των Σεντραλιστών (Centralen Komitet), που ήθελαν τη δημιουργία ανεξάρτητης ή αυτόνομης Μακεδονίας. Οι τάσεις αυτές, που διαφωνούσαν για τους τύπους και όχι για την ουσία, αποτέλεσαν ενιαίο φορέα το 1898, όταν αρχηγός της Ανωτάτης Μακεδονικής Επιτροπής ανέλαβε ο Μπ. Σαράφοφ, διευθυντής του βουλγαρικού Γυμνασίου Θεσσαλονίκης.

Η επιρροή της στο λαό δεν ήταν η αναμενόμενη. Αν και μονάδες της ΕΜΕΟ σκότωναν μπέηδες, φοροεισπράκτορες και χωροφύλακες, οι χωρικοί ήταν απρόθυμοι να τους βοηθήσουν. Και όταν το 1902, ένας φιλοβούλγαρος οπλαρχηγός με ένα σώμα 200 ανδρών πέρασαν τα σύνορα για αρχίσουν μια γενική εξέγερση, τον έδιωξαν οι ντόπιοι κάτοικοι. Η ένοπλη δράση της ΕΜΕΟ δεν ανησυχούσε το οθωμανικό κράτος.

Αλλά και η πολιτική της ΕΜΕΟ δεν είχε μεγαλύτερη επιτυχία. Στόχος της ήταν η αυτονομία της Μακεδονίας, όπως ονόμαζαν οι χριστιανοί των Βαλκανίων και της Ευρώπης συνολικά τα βιλαέτια της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου και των Σκοπίων, με Βούλγαρο κυβερνήτη με έδρα τη Θεσσαλονίκη και Βούλγαρους αξιωματούχους. Σ’ αυτή την προοπτική, οι Έλληνες στήριξαν τις οθωμανικές αρχές και βοήθησαν, στη Θεσσαλονίκη, τη σουλτανική αστυνομία στον εντοπισμό των ανθρώπων της ΕΜΕΟ.

Ένα άλλο, και σπουδαίο, εμπόδιο στη δραστηριότητα της ΕΜΕΟ ήταν η αντίθεση των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Ρωσία είχε στρέψει την προσοχή της στην κεντρική και ανατολική Ασία, οι δε Βρετανία και Αυστρία έβλεπαν τα Βαλκάνια σαν μια περιοχή όπου μπορούσαν να συνεργαστούν για τη διατήρηση του status quo. Πίεζαν την Πύλη για σταδιακές μεταρρυθμίσεις, και όχι επαναστατικές αλλαγές, ώστε να βελτιωθεί η διακυβέρνηση των επαρχιών.

Ο σουλτάνος για να καθησυχάσει τις Μεγάλες Δυνάμεις, την 8 Δεκεμβρίου 1902 στέλνει στη Θεσσαλονίκη γενικό επιθεωρητή των βιλαετίων της Μακεδονίας τον Χουσεΐν Χιλμί πασά με οδηγίες να εφαρμόσει ένα σχέδιο μεταρρυθμίσεων. Όμως ουσιαστικές αλλαγές δεν υπήρξαν. Το πρόβλημα όμως ήταν η πρόταση των Βερχοβιστών για δημιουργία αυτόνομης Μακεδονίας, που θα περιλάμβανε τα βιλαέτια Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Θράκης.

Η Πύλη και οι Μεγάλες Δυνάμεις εκτιμούσαν ότι επρόκειτο για επανάληψη της Ανατ. Ρωμυλίας, που αφού ανακηρύχθηκε ημιαυτόνομη με τη Συνθήκη του Βερολίνου, ενσωματώθηκε πραξικοπηματικά το 1885 στη Βουλγαρία. Χαρακτηριστικά ήταν τα λόγια του Χρ. Τατάρτσεφ για τους στόχους της ΕΜΕΟ για τη Μακεδονία:

«… Δεν ήταν δυνατό να υιοθετήσουμε το σύνθημα της άμεσης προσάρτησης της Μακεδονίας στη Βουλγαρίας, γιατί βλέπαμε ότι αυτό θα συναντούσε μεγάλες δυσκολίες, εξαιτίας των Μεγάλων Δυνάμεων και των επί της Μακεδονίας βλέψεων των γειτονικών μικρών κρατών και της Τουρκίας. Κάναμε τη σκέψη ότι μια αυτόνομη Μακεδονία, θα μπορούσε ευκολότερα να ενωθεί με τη Βουλγαρία…».

Μερικοί νεαροί αναρχικοί στη Θεσσαλονίκη πίστεψαν ότι αν κτυπούσαν τα σύμβολα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού θα ανάγκαζαν τις Δυνάμεις να παρέμβουν. Διάλεξαν την κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη γιατί ήταν έδρα οθωμανικών αρχών, έδρα Γενικών Προξενείων, δυναμικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο, σιδηροδρομικός και οδικός κόμβος και λιμάνι με πυκνά δρομολόγια για άλλα λιμάνια της Μεσογείου.

Αποφάσισαν να ανατινάξουν την Οθωμανική Τράπεζα, στην ευρωπαϊκή συνοικία. Υιοθέτησαν τον όρο Βαρκάρηδες ή Γκεμιτζήδες (Gemidji) ταυτίζοντας τους εαυτούς τους με όσους εγκαταλείπουν την καθημερινή ρουτίνα και τα όρια της έννομης τάξης και αρμενίζουν προς την ελευθερία και τις άγριες θάλασσες πέρα απ’ το νόμο. Αρχηγός της ομάδας ήταν στην αρχή ο Γ. Ποπ Γιορντάνωφ (ή Ortzeto) από τα Βελεσσά (σημερινό Βέλες) και αργότερα ο Μπ. Σαράφωφ.

Αγόρασαν εκρηκτικά από την Κωνσταντινούπολη και τα έφεραν λαθραία στη Θεσσαλονίκη σαν κιβώτια σαρδέλες. Νοίκιασαν ένα μπακάλικο απέναντι από την Τράπεζα, έσκαψαν ένα τούνελ κάτω από το δρόμο και το γέμισαν εκρηκτικά. Στην ομάδα των Βαρκάρηδων προστέθηκαν ειδικά εκπαιδευμένοι σε δυναμιτιστικές δολιοφθορές Βούλγαροι που ήρθαν μυστικά στην πόλη.

Γεώργιος Α’

Μετά την υποχρεωτική, με την πίεση ιδίως των Βρετανών, έξωση του Όθωνα από τον βασιλικό θρόνο της Ελλάδας, έπρεπε να βρεθεί νέος ηγεμόνας για τη χώρα. Αρχικά οι Έλληνες, κάτω από τις βρετανικές διπλωματικές ίντριγκες, ήταν υπέρ του δευτερότοκου γιου της Βασίλισσας Βικτωρίας, Πρίγκιπα Αλφρέδου, αλλά οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν ήδη δεσμευτεί με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1832 να μην ανεβεί στο θρόνο της Ελλάδας γόνος καμιάς δικής τους βασιλικής οικογένειας. Έτσι, υπό την πίεση των άλλων Δυνάμεων, αποφασίστηκε να δοθεί ο θρόνος στον Γεώργιο, δευτερότοκο γιο του μετέπειτα (1863) βασιλιά της Δανίας Χριστιανού Θ΄, του Οίκου των Σλέσβιχ-Χολστάιν-Ζόντερμπουργκ–Γκλύξμπουργκ, κλάδου του Οίκου του Ολδεμβούργου.

Ο νέος βασιλικός οίκος του Γεωργίου Α΄ θα ήταν ο Βασιλικός Οίκος των Βασιλέων της Ελλάδας για τα επόμενα 111 χρόνια, από το 1863 έως την αλλαγή του πολιτεύματος σε Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία με το δημοψήφισμα του 1974. Ο Γεώργιος γεννήθηκε την 24 Δεκεμβρίου 1845 στην Κοπεγχάγη Δανίας. Το πλήρες όνομά του ήταν Χριστιανός-Γουλιέλμος-Φερδινάνδος-Αδόλφος-Γεώργιος.

Στις 18 Μαρτίου 1863 εκδόθηκε το Ψήφισμα της Β΄ των Ελλήνων Συνελεύσεως:
«H εν Αθήναις Β΄ των Ελλήνων Συνέλευσις:
α) Αναγορεύει παμψηφεί τον πρίγκιπα της Δανίας Χριστιανόν-Γουλιέλμον-Φερδινάνδον-Αδόλφον-Γεώργιον, δευτερότοκον υιόν του πρίγκιπος Χριστιανού της Δανίας, συνταγματικόν βασιλέα των Ελλήνων υπό το όνομα Γεώργιος Α΄ Βασιλεύς των Ελλήνων.
β) Οι νόμιμοι διάδοχοι αυτού θέλουσι πρεσβεύει το Ανατολικόν Ορθόδοξον δόγμα.
γ) Τριμελής επιτροπή εκλεχθησομένη υπό της Εθνοσυνελεύσεως θέλει μεταβεί είς την Κοπεγχάγην και προσφέρει αυτώ εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους το Στέμμα.»

Αξιοσημείωτο είναι ότι στο Ψήφισμα αυτό ο Γεώργιος αποκαλείται Βασιλεύς των Ελλήνων, κατόπιν προτροπής του ιδίου, και όχι Βασιλεύς της Ελλάδος, όπως ονομαζόταν ο Όθων. Παρά τις διαμαρτυρίες της Υψηλής Πύλης για την προσηγορία αυτή, που σήμαινε ότι ο Γεώργιος θα ήταν Βασιλιάς όχι μόνο των κατοίκων της Ελλάδας, αλλά και όλων των Ελλήνων, όπου κι αν βρίσκονταν, η προσωνυμία έμεινε. Στα ξενόγλωσσα κείμενα ο τίτλος ήταν Roi des Grecs. Αργότερα όμως, για να ικανοποιηθεί η Πύλη (ο Σουλτάνος), έγινε Roi des Hellenes.

Με τη συνθήκη του Λονδίνου της 1/13 Ιουλίου 1863, ορίστηκε ότι οι διάδοχοι του Γεωργίου θα πρέσβευαν το ορθόδοξο δόγμα και η ενηλικίωσή του, για να μην επαναληφθεί ο θεσμός της Αντιβασιλείας, θα οριζόταν αμέσως. Με την ίδια συνθήκη οριζόταν ότι τα γεωγραφικά σύνορα του Ελληνικού Βασιλείου θα εκτείνονταν με την παραχώρηση-προσάρτηση της Επτανήσου, εφόσον θα συμφωνούσαν σ’ αυτό οι Μεγάλες Δυνάμεις και θα εκφραζόταν σχετική ευχή από την Ιόνιο Βουλή.

Ο Γεώργιος, αφού επισκέφτηκε το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο την Αγία Πετρούπολη, το Λονδίνο και το Παρίσι, έφτασε στον Πειραιά στις 30 Οκτωβρίου. Στην πρώτη προκήρυξή του προς τον Ελληνικό Λαό, διαβεβαίωνε ότι θα τηρήσει τους νόμους του κράτους και «προ πάντων το Σύνταγμα» και ότι θα επιδίωκε να γίνει η Ελλάδα «πρότυπον Βασιλείου εν τη Ανατολή».

Βασικός σύμβουλος του Γεωργίου τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του υπήρξε ο Δανός Κόμης Σπόνεκ, πρώην Υπουργός Οικονομικών της Δανίας. Η απομάκρυνσή του, λίγο αργότερα, από την Αυλή προκάλεσε γενική ικανοποίηση. Η πρώτη περίοδος της διακυβέρνησής του ήταν ασταθής. Από το 1863 έως το 1874 σημειώθηκαν περισσότερες από 20 κυβερνητικές αλλαγές.

Κατά τη διάρκεια ταξιδιού του στη Ρωσία, για να συναντήσει την αδελφή του Αυτοκράτειρα Μαρία Φεοντόροβνα, σύζυγο του Αυτοκράτορα Αλέξανδρου Γ΄ της Ρωσίας, γνώρισε και παντρεύτηκε στις 27 Οκτωβρίου 1867 (Γρηγοριανό Ημερολόγιο), στην Αγία Πετρούπολη, την δεκαεξάχρονη τότε Μεγάλη Δούκισσα Όλγα Κωνσταντίνοβνα της Ρωσίας , κατευθείαν απόγονο της Βυζαντινής Αυτοκράτειρας Ευφροσύνης Δούκαινας Καματερίνας (σύζυγο του Αλέξιου Γ΄ των Αγγέλων).

Μαζί απέκτησαν οκτώ παιδιά. Αυτά κατά σειρά είναι:

Κωνσταντίνος Α΄ (1868-1923), βασιλιάς των Ελλήνων από 8 Μαρτίου 1913,
Γεώργιος (1869-1957), μετέπειτα ύπατος αρμοστής των Δυνάμεων στην Κρήτη,
Αλεξάνδρα (1870-1891),
Νικόλαος (1872-1938), στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης την εποχή της δολοφονίας του Γεωργίου Α’, με ενεργό συμμετοχή στον Εθνικό Διχασμό και πατέρας της Πριγκίπισσας Μαρίνας του Κέντ,
Μαρία (1876-1940), ο σύζυγός της Μεγάλος Δούκας Γεώργιος Μιχαήλοβιτς της Ρωσίας δολοφονήθηκε από τους Μπολσεβίκους το 1919 και παντρεύτηκε ξανά το 1922, τον Ναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη,
Όλγα (1880), πέθανε έξι μηνών,
Ανδρέας (1882-1944), καταδικάστηκε σε ισόβιον υπερορίαν για το ρόλο του στην εκστρατεία του Σαγγάριου το 1919, πατέρας του Φιλίππου, δούκα του Εδιμβούργου.
Χριστόφορος, πρίγκιπας της Ελλάδας.

Επίσης, αδελφή του Γεωργίου ήταν η Βασίλισσα Αλεξάνδρα σύζυγος του βασιλιά Εδουάρδου Ζ΄ του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ο Γεώργιος κατάφερε να προσαρμοστεί στην ελληνική πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό. Η ένταξή του στην ελληνική πραγματικότητα του επέτρεψε να ασκήσει έντονη επιρροή στην ελληνική πολιτική σκηνή, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από όσο ήταν φανερό στην εποχή του. Αν και άνθρωπος της καλής ζωής προτιμούσε να διατηρεί τα προσχήματα στο αυστηρών αρχών αθηναϊκό περιβάλλον. Αν και όποτε έφευγε στο εξωτερικό δεν έχανε την ευκαιρία να γευτεί όσες απολαύσεις δεν μπορούσε στην Ελλάδα. Μάλιστα πολλές φορές οι γνωρίζοντες τον χαρακτήρα του έλεγαν πως ο θυρεός του Πατήρ του Έθνους ήταν… ακριβής στην κυριολεξία.

Ο Γ. Βεντήρης ισχυρίζεται ότι ο Γεώργιος Α’ ήταν εμποτισμένος με την δυτική αστική αντίληψη περί συνταγματικής βασιλείας σύμφωνα με την οποία ο βασιλεύς βασιλεύει και δεν κυβερνά. Όμως ο Σπ. Μαρκεζίνης αναφέρει ότι:
«…ουχί σπανίως ηθέλησε να ασκήση ουσιαστικήν εξουσίαν έξω από το πνεύμα της κοινοβουλευτικής βασιλείας και ερριψοκινδύνευσεν δια τούτο».

Χρονολόγιο

06.05.1876

● Μουσουλμανικός όχλος σφαγιάζει τους προξένους Γαλλίας και Γερμανίας.

 

16.05.1876

● Εκτελούνται με απαγχονισμό 9 άτομα (αθίγγανοι) ως φυσικοί αυτουργοί της σφαγής των προξένων (2 σώθηκαν και πήραν χάρη με επέμβαση του Ρώσου ναύαρχου).

 

03.05.1903

●“Βαρκάρηδες” της Θεσσαλονίκης. Τρομοκρατική ενέργεια βουλγάρων αναρχικών. 50 θύματα. 6 «βαρκάρηδες» σκοτώνονται στα επεισόδια, 2 διέφυγαν, 4 συνελήφθησαν, δικάστηκαν και εκτελέστηκαν.

 

22.02.1908

● Στη διασταύρωση των οδών Τσιμισκή και Αγ. Σοφίας δολοφονείται ο διερμηνέας του ελληνικού προξενείου Θ. Ασκητής

 

Μαϊ 1908

● Στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου δολοφονείται από Νεότουρκους ο διευθυντής της αστυνομίας Αβδουλάχ Μπέη.

 

Νοε 1912

● Δυο Εβραίοι αργυραμοιβοί, ο Νταβίντ Αμίρ και ο Ζάκομπ Φρανσές, τραυματίζονται θανάσιμα από 5 ενόπλους. Αν και στην αρχή έγινε προσπάθεια να δοθεί πολιτική διάσταση στη δολοφονία, τελικά καταχωρήθηκε ως ποινική υπόθεση.

 

05.03.1913

● Δολοφονείται ο βασιλιάς Γεώργιος Α’. Δράστης ο Αλ. Σχινάς, που, ενώ οδηγείτο στον ανακριτή, «αυτοκτόνησε» πέφτοντας από παράθυρο του Διοικητηρίου.

 

13.06.1917

● Εκτελούνται ο Ντράγκουτιν Ντιμιτρίεβιτς ή Άπις και επτά Σέρβοι αξιωματικοί καταδικασμένοι για εσχάτη προδοσία.

 

01.11.1920

● Δολοφονείται, στη συνοικία Τσινάρι, οπαδός της αντιβενιζελικής παράταξης από αντιπάλους, ενώ πανηγύριζε την εκλογική νίκη του κόμματός του.

 

03.11.1920

● Ταραχές μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών. 3 νεκροί και 4 τραυματίες από την πλευρά των βενιζελικών.

 

08.11.1920

● Ταραχές μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών. Ένας νεκρός και πολλοί τραυματίες.

 

Μαρ 1923

● Ο ανθυπασπιστής Στ. Καλιομιχάλης πυροβολεί τον οικοδόμο Νικ. Τόμογλη μέσα στο 3ο Αστυνομ. Τμήμα.

 

20.05.1925

● Σύλληψη και διαπόμπευση συνδικαλιστών σε επιδρομή εναντίον του Ε.Κ.Θ. (Παπανικολάου και άλλοι).

 

Φεβ 1927

● Τραυματίζεται θανάσιμα, από πυρά, ο Γιουσέ Καρεμφίλ, μέλος των εργατικών σωματείων «Ένωσις», στη διάρκεια κατάληψης καπνεργοστασίων της πόλης.

 

07.05.1928

● Εκτελούνται οι Νανώφ και Κουλέλης που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο την 22.11.1927 για απόπειρα βομβιστικής ενέργειας.

 

29.07.1931

● Εμπρησμός του εβραϊκού συνοικισμού «ΚΑΜΠΕΛ»

 

18.08.1932

● Επίθεση αστυνομικών στο Ε.Κ.Θ., στο Καπάνι. Τραυματίζεται θανάσιμα ο Χαρίτων Σταμπουλίδης

 

15.02.1933

Συμπλοκή μεταξύ αστυνομικών και εργατών στο Ενωτικό Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης. Θύματα 8 εργάτες: Παν. Γούναρης, Μορδώχ Εσκενάζη, Ιωακ. Ιωακειμίδης, Θ.  Καραμανλής, Θ. Μπούρδας, Αχιλ. Παζολίδης, Χρ. Παζολίδης, Τραζίδης (ή Τράτσης).

 

13.08.1933

● Στη γωνία των οδών Τσιμισκή και Βογατσικού δολοφονείται ο Αλβανός πολιτικός Χασάν Μπέης Πρίστινα (ιδιοκτήτης του κτιρίου της Σχολής Τυφλών). Δράστης ο πολιτικός του αντίπαλος Ιμπραήμ Σέλι, που τον πυροβόλησε πέντε φορές.

 

05.04.1935

● Εκτελείται στα «έμπεδα της Δόξας» (κατ’ άλλους στο «Κόκκινο Σπίτι») ο επίλαρχος Στυλιανός Βολάνης, καταδικασμένος για τη συμμετοχή του στο κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν μια ζητωκραυγή για τη Δημοκρατία.

 

04.05.1936

● Τραυματίζεται σοβαρά η Σοφία Κωνσταντινίδου όταν η αστυνομία επιτίθεται σε μεγάλη πορεία καπνεργατών.

 

06.05.1936

● Στην πλατεία Βλάβη τραυματίζεται βαριά ο Κ. Σαμιώτης από πυροβολισμούς μελών της Ε.Ε.Ε. εναντίον ομάδας απεργών τσαγκαράδων.● Τραυματίζεται από πυροβολισμούς φασιστών ο εργάτης Κ. Σταματίου, 20 ετών.● Έξω από το υφαντουργείο Τσίτση συμπλέκονται αστυνομικοί και εργάτριες. Η Μαρία Σιμοπούλου αιμόφυρτη, τσαλαπατημένη από άλογα και συμπλεκόμενους, κατορθώνει να αποφύγει τη σύλληψη.

 

08.05.1936

● Συγκρούσεις έφιππης χωροφυλακής με απεργούς εργάτες μπροστά στο Διοικητήριο και στην οδό Εγνατία, από την πλατεία Αριστοτέλους μέχρι την πλατεία Βαρδαρίου. Στην οδό Ελ. Σβορώνου, 150 καπνεργάτες συγκρούονται με έφιππους χωροφύλακες. Εκατοντάδες εργάτες και αστυνομικοί τραυματίζονται, μερικοί σοβαρά. Πάρα πολλές συλλήψεις.

 

09.05.1936

● Η «μεγάλη σφαγή». Οι χωροφύλακες, χωρίς προειδοποίηση, πυροβολούν τους απεργούς εργάτες. Σκοτώνονται:● στην Εγνατία (διασταύρωση οδών Συγγρού και Πτολεμαίων) ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης,● στην πλατεία Κολόμβου η καπνεργάτρια Αναστασία Καρανικόλα, 23 ετών,

στην οδό Συγγρού (κάτω από την Εγνατία) ο επινικελωτής Ιντογιάγκο Σένορ, 22 ετών,

● στην Εγνατία, στο ύψος της Βενιζέλου, ο εργάτης Γιάννης Πανόπουλος, 23 ετων, οι υποδηματεργάτες Δημήτρης Λαϊλάνης ή Λάινας, 17 ετών, Ευθύμιος Αδαμαντίου, 18 ετων, ο καπνεργάτης Ευάγγελος Χάλης, ο ιδιωτικός υπάλληλος Σαλβατόρ Ματαράσο, ο σιδεράς Δημήτριος Αγλαμίδης, 25 ετών,

● μεταξύ πλατείας Ελευθερίας και Παναγίας Χαλκέων, ο Σταύρος Διαμαντόπουλος, ο Ευθύμιος Διαμαντόπουλος, 23 ετών, ο Μανόλης Ζαχαρίου, 26 ετών.  

Περιεχόμενα

Στο βιβλίο – κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα κεφάλαια: