Άρθρα

Εμπρησμός του Κάμπελ

Ο συνοικισμός Cambell δημιουργήθηκε αμέσως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου ο χώρος είχε χρησιμοποιηθεί ως στρατόπεδο Ινδών στρατιωτών της Μ. Βρετανίας. Μετά τον πόλεμο, η έκταση αγοράστηκε από τον επιχειρηματία Κάμπελ και στη συνέχεια από την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, για να στεγάσει Εβραίους πυροπαθείς και άστεγους της πόλης.

Με τον εμπρησμό του εβραϊκού συνοικισμού Cambell το ισραηλιτικό στοιχείο της Θεσσαλονίκης ήρθε πάλι στην επικαιρότητα. Ήταν μια εθνική φιγούρα, που έπαιζε πάντοτε το ρόλο της στην τοπική κοινωνία, αλλά και στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας.

Η Ισραηλιτική Κοινότητα είχε μια μακραίωνη παρουσία σ’ όλο τον ιστορικό χρόνο της Θεσσαλονίκης. Κατά περίεργο τρόπο, συχνά οι επιδιώξεις της δεν ταυτίζονταν με εκείνες των Ελλήνων. Στην τουρκοκρατία διατηρούσε άριστες σχέσεις με την Πύλη και κατείχε ιδιαίτερα προνόμια. Και ήταν γνωστές οι αντιδράσεις των Ισραηλιτών στην κατάκτηση της πόλης από τον ελληνικό στρατό. Στην πραγματικότητα απέβλεπαν στη μετατροπή της Θεσσαλονίκης σε αυτόνομη εβραϊκή πόλη. Στον ελληνοβουλγαρικό ανταγωνισμό η στάση τους ήταν μάλλον φιλοβουλγαρική.

Τα συμφέροντά τους θίχτηκαν άμεσα από την παρουσία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, που είδαν να περιορίζεται ο χώρος των δραστηριοτήτων τους και φυσικά το κέρδος τους. Αλλά αυτό δεν μπορούσε να επιτρέψει τις ακρότητες. Οι διαφορές περιορίζονταν σε θρησκευτικό, κοινωνικό και οικονομικά επίπεδο.

Το λάθος της πολιτείας ήταν ότι το 1928 οι Εβραίοι ψήφιζαν σε ιδιαίτερα εκλογικά τμήματα. Αυτό, εκτός από τη ρατσιστική οσμή που ανάδυε, αναγόρευε την εβραϊκή εθνότητα σε ιδιαίτερη πολιτική δύναμη που τη διεκδικούσαν και οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί πολιτευτές. Έτσι η διακριτή πια εκλογική συμπεριφορά τους έδωσε την ευκαιρία σε ορισμένες οργανώσεις να δημιουργήσουν ένα αντιεβραϊκό κλίμα.

Το κλίμα αυτό έπαιρνε άλλοτε θρησκευτικό και άλλοτε πολιτικό χαρακτήρα. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατέληγε σε μποϋκοτάζ εναντίον εβραϊκών επιχειρήσεων. Στον πολιτικό τομέα, οι βενιζελικοί εναντιώνονταν στους Ισραηλίτες γιατί οι εβραϊκές ψήφοι εξέλεξαν δήμαρχο προσκείμενο στο Λαϊκό Κόμμα.

Η αντιπαράθεση πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις με την προβολή της ταινίας Βασιλεύς των Βασιλέων. Οι Ισραηλίτες αντέδρασαν γιατί θεώρησαν ότι η ταινία προσέβαλε το γένος τους. Ακολούθησαν διάφορα μικροεπεισόδια μεταξύ Ελλήνων και Εβραίων που η κάθε πλευρά υπερασπίζονταν τη μία ή την άλλη άποψη. Δεν στάθηκαν, όμως, ικανά να ταράξουν τις σχέσεις ανοχής των δύο πλευρών που υπήρχαν για χρόνια.

Το καλοκαίρι του 1930 ένα γεγονός όξυνε τις σχέσεις Ελλήνων και Εβραίων: Η Ισραηλιτική Κοινότητα της Θεσσαλονίκης και η οργάνωση Μακαμπή δέχτηκαν πρόσκληση να παραστούν στο Διεθνές Συνέδριο των Μακαμπή στη Σόφια της Βουλγαρίας. Αποδέχτηκαν την πρόσκληση και έστειλαν αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Θεσσαλονικιό Ισαάκ Κοέν. Όμως, όπως μαθεύτηκε, ο Κοέν παρακολούθησε στη Σόφια και τις εργασίες του Συνεδρίου της Νεολαίας του Μακεδονικού Κομιτάτου, όπου επικρότησε τις ανθελληνικές θέσεις του Συνεδρίου για δημιουργία Μακεδονικού Κράτους από την περιοχή της Νύσσης και των Σκοπίων μέχρι τη Θεσσαλονίκη.

Επίσημα έγραφα της Μακαμπή, που είδαν το φως της δημοσιότητας, αποκάλυπταν ότι η ενέργεια του Ισαάκ Κοέν να παρευρεθεί στο συνέδριο του Μακεδονικού Κομιτάτου έγινε με απόφαση του παραρτήματος της Μακαμπή Θεσσαλονίκης.

Το γεγονός αυτό έδωσε επιχειρήματα κατά των Εβραίων στις οργανώσεις Εθνική Ένωσις Ελλάς (Ε.Ε.Ε.), Εθνική Παμφοιτητική Ένωσις (Ε.Π.Ε.), Μακεδονομάχοι «Παύλος Μελάς», Ακρίται, Εθνική Οργάνωσις Εργατών κ.ά.. Την πρωτοβουλία, όμως, των κινήσεων είχαν οι δύο πρώτες.

Διαβάζουμε στο βιβλίο του Αντ. Λιάκου Η εμφάνιση των νεανικών οργανώσεων:
«Από τα 1925 άρχισαν επίσης να παρουσιάζονται και να πυκνώνουν στην πόλη οι φασίζουσες ή φασιστικές οργανώσεις. Κύριο χαρακτηριστικό τους, ο έντονος αντικομμουνισμός και ο αντισημιτισμός. Ήδη από το Δεκέμβριο του 1923, την επομένη της νίκης των δημοκρατικών, ιδρύθηκε ο Κεντρικός Σύνδεσμος της Αντιεβραϊκής Νεολαίας με στόχο τους Εβραίους της πόλης που απέσχαν στις εκλογές. Οι σημαντικότερες από τις οργανώσεις αυτές ήταν η Εθνική Ένωση Ελλάς (1927) και η Αντικομμουνιστική Οργάνωση Νέων Μακεδονίας – Θράκης (1931).

Η πρώτη, γνωστή ως ΕΕΕ, ήταν στρατιωτικά οργανωμένη: η νεολαία της οι Άλκιμοι, φορούσαν χαλύβδινα κράνη και ομοιόμορφες στολές. Έκαναν επιθέσεις, πολλές φορές αιματηρές, εναντίον των Εβραίων, των εργατικών και των κομμουνιστικών συγκεντρώσεων, καθώς και των εκδηλώσεων των άλλων νεολαιών με αποκορύφωμα την πυρπόληση της εβραϊκής φτωχογειτονιάς Cambell το 1931 και την πορεία στην Αθήνα το 1933 – αντιγραφή της πορείας του Μουσολίνι στη Ρώμη. Η εμφάνιση φασιστικών οργανώσεων στη Θεσσαλονίκη δεν είναι φαινόμενο δυσεξήγητο.

Σε στερημένες μάζες συχνά η παρουσία μιας ξένης μειονότητας χρησιμεύει για να της αποδοθούν οι ευθύνες της ανεργίας, της έλλειψης στέγης και της ακρίβειας. Η διαφορετική θρησκεία και γλώσσα, στην περίπτωση των Εβραίων, ή η διαφορετική ιδεολογία, στην περίπτωση των κομμουνιστών, μπορούσε να τους κάνει στόχο επιθετικότητας από μια μάζα που έβρισκε στο ρόλο του φρουρού μιας φανταστικής παραδοσιακής τάξης το αντιστάθμισμα και το κύρος που τους αφαιρούσε η υλική της αθλιότητα στην καθημερινή ζωή.

Οι παρατηρήσεις αυτές, που δεν ισχύουν μόνο για την περίπτωση της Θεσσαλονίκης, εξηγούν το γεγονός πως η πλειοψηφία των μελών των φασιστικών οργανώσεων στη Βόρεια Ελλάδα είχαν προσφυγική προέλευση. Άλλωστε η βενιζελική παράταξη, της οποίας οι πρόσφυγες κυρίως αποτελούσαν στη Βόρεια Ελλάδα την εκλογική της πελατεία, είχε δεσμούς με τον αντισημιτισμό, και οι αρχές έδειχναν ανοχή στη δράση των φασιστικών οργανώσεων εξαιτίας του ενεργού αντικομμουνισμού τους».

Εκλογικές αναμετρήσεις – Αποτελέσματα

 

Εκλογές Εθνικού Κοινοβουλίου Μάιος – Αύγουστος 1844

Κυβέρνηση: Αλ. Μαυροκορδάτου

Εκλογικό σύστημα: Πλειοψηφικό

Μέσον: Ψηφοδέλτιο

Περιφέρεια: Στενή

Έδρες: 127

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

ΕΔΡΕΣ

ΡΩΣΙΚΟΝ ΚΟΜΜΑ – Ανδρ. Μεταξάς

55

ΑΓΓΛΙΚΟΝ ΚΟΜΜΑ – Αλ. Μαυροκορδάτος

28

ΓΑΛΛΙΚΟΝ ΚΟΜΜΑ – Ι. Κωλέττης

20

ΑΛΛΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

24

 

 

Εκλογές Εθνικού Κοινοβουλίου Ιούνιος 1847

Κυβέρνηση: Ι. Κωλέττη

Εκλογικό σύστημα: Πλειοψηφικό

Μέσον: Ψηφοδέλτιο

Περιφέρεια: Στενή

Έδρες: 127

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

ΕΔΡΕΣ

ΓΑΛΛΙΚΟΝ ΚΟΜΜΑ & ΣΥΜΠΡΑΤΤΟΝΤΕΣ – Ι. Κωλέττης πλειοψηφεί

 

 

Εκλογές Εθνικού Κοινοβουλίου Σεπτέμβριος 1850

Κυβέρνηση: Αντ. Κριεζή

Εκλογικό σύστημα: Πλειοψηφικό

Μέσον: Ψηφοδέλτιο

Περιφέρεια: Στενή

Έδρες: 131

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

ΕΔΡΕΣ

ΚΟΜΜΑ ΚΡΙΕΖΗ & ΣΥΜΠΡΑΤΤΟΝΤΕΣ – Αντ. Κριεζής

100

ΑΛΛΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

10

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ – ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΟΙ

21

 

 

Εκλογές Εθνικού Κοινοβουλίου Σεπτέμβριος 1853

Κυβέρνηση: Αντ. Κριεζή

Εκλογικό σύστημα: Πλειοψηφικό

Μέσον: Ψηφοδέλτιο

Περιφέρεια: Στενή

Έδρες: 138

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

ΕΔΡΕΣ

ΚΟΜΜΑ ΚΡΙΕΖΗ & ΣΥΜΠΡΑΤΤΟΝΤΕΣ – Αντ. Κριεζής πλειοψηφεί

 

 

Εκλογές Εθνικού Κοινοβουλίου Οκτώβριος 1856

Κυβέρνηση: Δημ. Βούλγαρη

Εκλογικό σύστημα: Πλειοψηφικό

Μέσον: Ψηφοδέλτιο

Περιφέρεια: Στενή

Έδρες: 138

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

ΕΔΡΕΣ

ΚΟΜΜΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ & ΣΥΜΠΡΑΤΤΟΝΤΕΣ – Δ. Βούλγαρης πλειοψηφεί

 

Εκλογικές αναμετρήσεις – Εισαγωγή

Στην Πολιτική Ιστορία του Ελληνικού Κράτους διακρίνουμε τεσσάρων ειδών εκλογικές αναμετρήσεις: Εκλογές Εθνικού Κοινοβουλίου, Δημοψηφίσματα, Εκλογές Γερουσίας και Εκλογές Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Εκλογές για το Εθνικό Κοινοβούλιο θεσπίστηκαν με το Σύνταγμα του 1844. Το Σύνταγμα του 1844 όριζει:

«Η Βουλή σύγκειται εκ Βουλευτών, εκλεγομένων υπό των εχόντων δικαίωμα προς τούτο πολιτών, κατά τον περί εκλογής Νόμον» (άρθρο 59).

«Οι Βουλευταί εκλέγονται κατά τριετίαν» (άρθρο 62).

Με το Σύνταγμα αυτό έγιναν 9 εκλογικές αναμετρήσεις: 8 για το Εθνικό Κοινοβούλιο και 1 Δημοψήφισμα.

Το Σύνταγμα του 1864 προβλέπει:

«Η Βουλή σύγκειται εκ Βουλευτών εκλεγομένων υπό των εχόντων δικαίωμα προς τούτο πολιτών, δι’ αμέσου, καθολικής και μυστικής δια σφαιριδίων ψηφοφορίας, κατά των Συνελεύσεως ταύτης ψηφισθησόμένον περί εκλογής Νόμον, μεταβλητόν όντα κατά τας λοιπάς διατάξεις αυτού. Αι Βουλευτικαί εκλογαί διατάσσονται και ενεργούνται ταυτοχρόνως καθ’ όλην την επικράτειαν» (άρθρο 66)

«Οι Βουλευταί εκλέγονται κατά τετραετίαν» (άρθρο 69)

                Το Σύνταγμα του 1864 προσδιορίζει α) το είδος της ψηφοφορίας («άμεσος, καθολική και μυστική»), β) το μέσον διεξαγωγής της ψηφοφορίας («δια σφαιριδίων»), γ) ο χρόνος διεξαγωγής της ψηφοφορίας («ταυτοχρόνως καθ’ όλην την επικράτειαν») και δ) η διαρκεία της βουλευτικής περιόδου («τετραετία»).

Η Β’ Εθνοσυνέλευση καθιερώνει στο Σύνταγμα του 1864 την καθολική ψηφοφορία, παρά του ότι υπήρξε και η πρόταση να μην έχουν δικαίωμα ψήφου οι ακτήμονες και οι αναλφάβητοι.

Με τις διατάξεις αυτού του Συντάγματος έγιναν 20 εκλογικές αναμετρήσεις για το Εθνικό Κοινοβούλιο.

Το Σύνταγμα του 1911 διατηρεί τις βασικές διατάξεις για τη Βουλή και τους βουλευτές του Συντάγματος του 1864. Διαφορές διακρίνονται στα άρθρα που αναφέρονται στην εκλογή των βουλευτών, όπου δεν προσδιορίζεται το μέσον της εκλογής (σφαιρίδιο ή ψηφοδέλτιο) και μειώνεται η ηλικία για την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι στο εικοστό πέμπτο έτος.

Με τις διατάξεις αυτού του Συντάγματος έγιναν 7 εκλογικές αναμετρήσεις: 6 για το Εθνικό Κοινοβούλιο και 1 Δημοψήφισμα.

Με το Σύνταγμα του 1927 θεσπίζονται δύο νομοθετικά σώματα, Βουλή και Γερουσία.

Για μεν την εκλογή βουλευτών προβλέπει:

«Η Βουλή σύγκειται εκ βουλευτών εκλεγομένων κατά νόμον υπό των εχόντων δικαίωμα προς τούτο πολιτών δ’ αμέσου, καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας. Αι βουλευτικαί εκλογαί διατάσσονται και ενεργούνται ταυτοχρόνως καθ’ όλην την Επικράτειαν» (άρθρο 36 § 1)

«Οι βουλευταί εκλέγονται δια τέσσαρα συναπτά έτη, αρχόμενα από της ημέρας των γενικών εκλογών».(άρθρο 38 εδ. α’)

για δε την εκλογή γερουσιαστών:

«Η Γερουσία απαρτίζεται από 120 Γερουσιαστάς. Τα 9/12 τουλάχιστον αυτών εκλέγονται υπό του λαού και το 1/12 το πολύ επιτρέπεται να εκλέγουν η Βουλή και η Γερουσία εν κοινή συνεδρία κατά την αρχήν εκάστης βουλευτικής περιόδου. Οι Γερουσιασταί εκλέγονται δι’ εννέα έτη ανανεούμενοι ανά τριετίαν κατά το 1/3, οι δε υπό της Βουλής και της Γερουσίας εκλεγόμενοι, δι’ όσον χρόνον διαρκεί η βουλευτική περίοδος.

Νόμος θέλει ορίσει τον τρόπον και την διαδικασίαν της εκλογής και της ανανεώσεως εκάστης κατηγορίας του όλου αριθμού των γερουσιαστών» (άρθρο 59 § 1 και 2)

Με τις διατάξεις αυτού του Συντάγματος έγιναν 6 εκλογικές αναμετρήσεις: 4 για το Εθνικό Κοινοβούλιο και 2 για τη Γερουσία.

Στο Σύνταγμα του 1952 επαναλαμβάνονται τις βασικές διατάξεις για τη Βουλή και τους βουλευτές του Συντάγματος του 1911.

Οι γυναίκες ψηφίζουν για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές στις επαναληπτικές του Ιανουαρίου 1953, στη Θεσσαλονίκη, όταν και εκλέγεται και η πρώτη Ελληνίδα βουλευτίνα, η Ελένη Σκούρα.

Με τις διατάξεις αυτού του Συντάγματος έγιναν 6 εκλογικές αναμετρήσεις για το Εθνικό Κοινοβούλιο.

Το Σύνταγμα του 1975 προβλέπει για την εκλογή βουλευτών:

«Οι βουλευταί εκλέγονται δι’ αμέσου, καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας, υπό των εχόντων το δικαίωμα του εκλέγειν πολιτών, ως ο νόμος ορίζει. Ο νόμος δεν δύναται να περιορίση το δικαίωμα του εκλέγειν, ει μη μόνον λόγω μη συμπληρώσεως κατωτάτου ορίου ηλικίας ή λόγω ανικανότητος προς δικαιοπραξίαν ή συνεπεία αμετακλήτου ποινικής καταδίκης δι’ ωρισμένα εγκλήματα.

Αι βουλευτικαί εκλογαί διενεργούνται ταυτοχρόνως καθ’ άπασαν την Επικράτειαν». (άρθρο 51 § 3 και 4)

«Οι βουλευταί εκλέγονται δια τέσσαρα συναπτά έτη, αρχόμενα από της ημέρας των γενικών εκλογών» (άρθρο 53 § 1 εδ. α’)

Με αυτό το Σύνταγμα έγιναν 21 εκλογικές αναμετρήσεις: 13 για το Εθνικό Κοινοβούλιο, 7 για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και 1 Δημοψήφισμα.

Κατά τις εκλογικές αναμετρήσεις του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, όσο ως μέσον εκλογής χρησιμοποιείτο το σφαιρίδιο σε αρκετές περιφέρειες εμφανίζονταν μεικτοί συνδυασμοί, δηλαδή συνδυασμοί αποτελούμενοι από υποψήφιους διαφόρων κομμάτων. Ακόμη ο κάθε υποψήφιος μπορούσε να βάζει υποψηφιότητα («βάζει κάλπη») σε περισσότερες από μία εκλογικές περιφέρειες.

Αλλά κατά τις εκλογές αυτές συνέβαιναν και αρκετά ευτράπελα. Στο φύλλο της εφημερίδας Αθήναι της 06.03.1905 διαβάζουμε:

«ΠΩΣ ΔΙΕΞΑΓΕΤΑΙ Η ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΔΩΡΟΔΟΚΙΑ

Είνε πολλαί δεκάδες ετών αφότου εις την Σύρον η δωροδοκία έχει εγκαθιδρυθή ως το μόνον μέσον εκλογικής επιτυχίας. Ο μηχανισμός των εκλογών της Σύρου είνε άξιος μελέτης. Κατά τον κατατρτισμόν, των συνδυασμών ως κύρια βάσις λαμβάνεται το ποσόν της χρηματικής συνεισφοράς εκάστου. Ούτω καταρτίζονται ταμεία εκατόν ή διακοσίων χιλιάδων δραχμών, ενίοτε και πλέον, άτινα θα χρησιμεύσωσι δια την κίνησιν της εκλογής. Οργανούται η διαχείρισις, διορίζονται ταμίαι και λογισταί και υπάλληλοι εις εκλογικά γραφεία, δηλαδή γραφεία πληρωμής προσομοιάζοντα προς τραπεζικά καταστήματα και ανατέμνεται υπό μυρίας επόψεις ο εκλογικός κατάλογος, όπως επιτευχθή το ζητούμενον, τουτέστι να πληρωθώσιν όσον το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι εν ελαχίστω χρόνω.

Οι εντιμότεροι και χρηστότεροι πολίται συζητούσι μετά σοβαρότητος ποίος εκ των συνδυασμών θα πληρώση περισσότερον την ψήφον. Οι εργοστασιάρχαι, λαμβάνοντες ανάλογον ποσόν εκ του εκλογικού ταμείου, πληρώνουσι συνήθως την πρωίαν της εκλογής τους εργάτας των, δίδοντες προσωπικώς εις έκαστον τας 20 και 25 δραχμάς, ίνα ψηφίσωσιν υπέρ της μερίδος, εις ην αυτοί ανήκουσι. Μέγα δε μέρος του λαού εσυνήθισε τόσον πολύ να λαμβάνη το αντίτιμον της ψήφου, ώστε νομίζει ότι παραιτείται των ιερωτέρων δικαιωμάτων του εάν ψηφίση δωρεάν. Τέλος, πάσα η προεκλογική εργασία των τοπικών κομμάτων τείνει να πείση τον εκλογέα ουχί εις το να μη δωροδοκηθή, αλλά τουναντίον εις το να προτιμήση το χρήμα της μιας μερίδος από το χρήμα της αντιπάλου. Άλλοτε ήτο εν χρήσει το σύστημα των δεκαρχιών. Έστι δε δεκαρχία ομάς δέκα έως είκοσιν εκλογέων υπό ένα αρχηγόν καλούμενον δέκαρχον, ήτις επί τινας ημέρας προ των εκλογών σιτίζεται και μισθοδοτείται υπό του εκλογικού γραφείου με την εντολήν να διασκεδάζη εις τα διάφορα κέντρα και φανατίζει τον κόσμον υπέρ του χρηματοδότου. Αλλά και οι αποτελούντες τας δεκαρχίας πληρώνονται ως και οι άλλοι, κατά την ημέραν της εκλογής. Εννοείται ότι ο αυτός τρόπος της δωροδοκίας γίνεται παρ’ αμφοτέρων των κομμάτων.

ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ

Εις την τελευταίαν εκλογήν δεν ετέθη εν χρήσει το σύστημα των δεκαρχιών. Αντί τούτου εχρησιμοποιήθη το σύστημα του στοιχήματος ή υποσχετικού, όπερ είνε εφεύρεσις νεωτάτη, και εξασφαλίζει τον δωροδότην από της απάτης των εκλογέων. Ο συνδυασμός Καλαμάρη – Βαφειαδάκη έκοψε τιμήν της ψήφου από της πρωίας της Κυριακής δραχμάς είκοσι κατ’ άτομον, μαζί δε με τας 20 δραχμάς έδιδον εις έκαστον εκλογέα και έν υποσχετικόν ενυπόγραφον ότι θα λάβη ετέρας είκοσιν δραχμάς, αν επιτύχει ολόκληρος ο Δηλιγιαννικός συνδυασμός. Το υποσχετικόν τούτο συντεταγμένον υπό τύπου στοιχήματος έχει επί λέξει ως εξής:

“Στοιχηματίζω ο υπογεγραμμένος προς τον επιφέροντα το παρόν ότι κατά την σημερινήν εκλογήν δεν θα επιτύχη ο Δηλιγιαννικός συνδυασμός εκ των κ.κ. Μαυρογορδάτου, Καλαμάρη, Σ. Βαφειαδάκη, Γκίζη και Μαραγκού. Εάν όμως χάσω το στοίχημα, δηλ. αν επιτύχη ολόκληρος ο συνδυασμός, αποτελούμενος εκ των άνω υποψηφίων, θα πληρώσω προς τον επιφέροντα δραχμάς είκοσι”.

Το πρόσωπον, όπερ υπογράφει, είναι πρόσωπον φερέγγυον, ως επί το πλείστον πολίτης έγκριτος, όστις ίσως ουδέ φαντάζεται ότι δια της υπογραφής του ταύτης διαπράττει το φρικωδέστερον των εγκλημάτων, την διαφθοράν και υποδούλωσιν του λαού εις την ελπίδα των είκοσι δραχμών, την κατάτριψιν παντός φρονήματος, την υπονόμευσιν των ελευθεριών, την χειρίστην κατά της πατρίδος προδοσίαν. Δια της λέξεως “στοίχημα” βαπτίζει το υποσχετικόν τούτο, το διανεμόμενον εις πάντας του εκλογείς κατά χιλιάδας, και αναπαύει την συνείδησίν του, όπως οι καόγηροι του μεσαίωνος, οίτινες έτρωγον χοιρίδια αφού πρώτον τα εβάπτιζον και τα ωνόμαζον ιχθύς.

Εν τούτοις το υποσχετικό τούτο δεν έφερε το αποτέλεσμά του. Πολλοί των εκλογέων, βλέποντες το αδύνατον της επιτυχίας του υποψηφίου Μαραγκού, ον κατεψήφιζεν η εκλεκτή και ανεξάρτητος τάξις των πολιτών, εθεώρησαν ότι πρόκειται περί εμπαιγμού και μετέβαινον εις τα γραφεία του αντιθέτου συνδυασμού, Βοκοτόπουλου – Λαδόπουλου, όπου η ψήφος εκπληρώνετο 10 – 15 δραχμάς άνευ άλλου υποσχετικού, και κατεψήφιζον τον συνδυασμό Καλαμάρη. Το στοίχημα των είκοσι δραχμών εκυκλοφόρει και εξαργυρούτο περί την μεσημβρίαν αντί 20 – 30 λεπτών και μετά την μεσημβρίαν έχασε πάσαν αξίαν».

Γεώργιος Α’

Μετά την υποχρεωτική, με την πίεση ιδίως των Βρετανών, έξωση του Όθωνα από τον βασιλικό θρόνο της Ελλάδας, έπρεπε να βρεθεί νέος ηγεμόνας για τη χώρα. Αρχικά οι Έλληνες, κάτω από τις βρετανικές διπλωματικές ίντριγκες, ήταν υπέρ του δευτερότοκου γιου της Βασίλισσας Βικτωρίας, Πρίγκιπα Αλφρέδου, αλλά οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν ήδη δεσμευτεί με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1832 να μην ανεβεί στο θρόνο της Ελλάδας γόνος καμιάς δικής τους βασιλικής οικογένειας. Έτσι, υπό την πίεση των άλλων Δυνάμεων, αποφασίστηκε να δοθεί ο θρόνος στον Γεώργιο, δευτερότοκο γιο του μετέπειτα (1863) βασιλιά της Δανίας Χριστιανού Θ΄, του Οίκου των Σλέσβιχ-Χολστάιν-Ζόντερμπουργκ–Γκλύξμπουργκ, κλάδου του Οίκου του Ολδεμβούργου.

Ο νέος βασιλικός οίκος του Γεωργίου Α΄ θα ήταν ο Βασιλικός Οίκος των Βασιλέων της Ελλάδας για τα επόμενα 111 χρόνια, από το 1863 έως την αλλαγή του πολιτεύματος σε Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία με το δημοψήφισμα του 1974. Ο Γεώργιος γεννήθηκε την 24 Δεκεμβρίου 1845 στην Κοπεγχάγη Δανίας. Το πλήρες όνομά του ήταν Χριστιανός-Γουλιέλμος-Φερδινάνδος-Αδόλφος-Γεώργιος.

Στις 18 Μαρτίου 1863 εκδόθηκε το Ψήφισμα της Β΄ των Ελλήνων Συνελεύσεως:
«H εν Αθήναις Β΄ των Ελλήνων Συνέλευσις:
α) Αναγορεύει παμψηφεί τον πρίγκιπα της Δανίας Χριστιανόν-Γουλιέλμον-Φερδινάνδον-Αδόλφον-Γεώργιον, δευτερότοκον υιόν του πρίγκιπος Χριστιανού της Δανίας, συνταγματικόν βασιλέα των Ελλήνων υπό το όνομα Γεώργιος Α΄ Βασιλεύς των Ελλήνων.
β) Οι νόμιμοι διάδοχοι αυτού θέλουσι πρεσβεύει το Ανατολικόν Ορθόδοξον δόγμα.
γ) Τριμελής επιτροπή εκλεχθησομένη υπό της Εθνοσυνελεύσεως θέλει μεταβεί είς την Κοπεγχάγην και προσφέρει αυτώ εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους το Στέμμα.»

Αξιοσημείωτο είναι ότι στο Ψήφισμα αυτό ο Γεώργιος αποκαλείται Βασιλεύς των Ελλήνων, κατόπιν προτροπής του ιδίου, και όχι Βασιλεύς της Ελλάδος, όπως ονομαζόταν ο Όθων. Παρά τις διαμαρτυρίες της Υψηλής Πύλης για την προσηγορία αυτή, που σήμαινε ότι ο Γεώργιος θα ήταν Βασιλιάς όχι μόνο των κατοίκων της Ελλάδας, αλλά και όλων των Ελλήνων, όπου κι αν βρίσκονταν, η προσωνυμία έμεινε. Στα ξενόγλωσσα κείμενα ο τίτλος ήταν Roi des Grecs. Αργότερα όμως, για να ικανοποιηθεί η Πύλη (ο Σουλτάνος), έγινε Roi des Hellenes.

Με τη συνθήκη του Λονδίνου της 1/13 Ιουλίου 1863, ορίστηκε ότι οι διάδοχοι του Γεωργίου θα πρέσβευαν το ορθόδοξο δόγμα και η ενηλικίωσή του, για να μην επαναληφθεί ο θεσμός της Αντιβασιλείας, θα οριζόταν αμέσως. Με την ίδια συνθήκη οριζόταν ότι τα γεωγραφικά σύνορα του Ελληνικού Βασιλείου θα εκτείνονταν με την παραχώρηση-προσάρτηση της Επτανήσου, εφόσον θα συμφωνούσαν σ’ αυτό οι Μεγάλες Δυνάμεις και θα εκφραζόταν σχετική ευχή από την Ιόνιο Βουλή.

Ο Γεώργιος, αφού επισκέφτηκε το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο την Αγία Πετρούπολη, το Λονδίνο και το Παρίσι, έφτασε στον Πειραιά στις 30 Οκτωβρίου. Στην πρώτη προκήρυξή του προς τον Ελληνικό Λαό, διαβεβαίωνε ότι θα τηρήσει τους νόμους του κράτους και «προ πάντων το Σύνταγμα» και ότι θα επιδίωκε να γίνει η Ελλάδα «πρότυπον Βασιλείου εν τη Ανατολή».

Βασικός σύμβουλος του Γεωργίου τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του υπήρξε ο Δανός Κόμης Σπόνεκ, πρώην Υπουργός Οικονομικών της Δανίας. Η απομάκρυνσή του, λίγο αργότερα, από την Αυλή προκάλεσε γενική ικανοποίηση. Η πρώτη περίοδος της διακυβέρνησής του ήταν ασταθής. Από το 1863 έως το 1874 σημειώθηκαν περισσότερες από 20 κυβερνητικές αλλαγές.

Κατά τη διάρκεια ταξιδιού του στη Ρωσία, για να συναντήσει την αδελφή του Αυτοκράτειρα Μαρία Φεοντόροβνα, σύζυγο του Αυτοκράτορα Αλέξανδρου Γ΄ της Ρωσίας, γνώρισε και παντρεύτηκε στις 27 Οκτωβρίου 1867 (Γρηγοριανό Ημερολόγιο), στην Αγία Πετρούπολη, την δεκαεξάχρονη τότε Μεγάλη Δούκισσα Όλγα Κωνσταντίνοβνα της Ρωσίας , κατευθείαν απόγονο της Βυζαντινής Αυτοκράτειρας Ευφροσύνης Δούκαινας Καματερίνας (σύζυγο του Αλέξιου Γ΄ των Αγγέλων).

Μαζί απέκτησαν οκτώ παιδιά. Αυτά κατά σειρά είναι:

Κωνσταντίνος Α΄ (1868-1923), βασιλιάς των Ελλήνων από 8 Μαρτίου 1913,
Γεώργιος (1869-1957), μετέπειτα ύπατος αρμοστής των Δυνάμεων στην Κρήτη,
Αλεξάνδρα (1870-1891),
Νικόλαος (1872-1938), στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης την εποχή της δολοφονίας του Γεωργίου Α’, με ενεργό συμμετοχή στον Εθνικό Διχασμό και πατέρας της Πριγκίπισσας Μαρίνας του Κέντ,
Μαρία (1876-1940), ο σύζυγός της Μεγάλος Δούκας Γεώργιος Μιχαήλοβιτς της Ρωσίας δολοφονήθηκε από τους Μπολσεβίκους το 1919 και παντρεύτηκε ξανά το 1922, τον Ναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη,
Όλγα (1880), πέθανε έξι μηνών,
Ανδρέας (1882-1944), καταδικάστηκε σε ισόβιον υπερορίαν για το ρόλο του στην εκστρατεία του Σαγγάριου το 1919, πατέρας του Φιλίππου, δούκα του Εδιμβούργου.
Χριστόφορος, πρίγκιπας της Ελλάδας.

Επίσης, αδελφή του Γεωργίου ήταν η Βασίλισσα Αλεξάνδρα σύζυγος του βασιλιά Εδουάρδου Ζ΄ του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ο Γεώργιος κατάφερε να προσαρμοστεί στην ελληνική πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό. Η ένταξή του στην ελληνική πραγματικότητα του επέτρεψε να ασκήσει έντονη επιρροή στην ελληνική πολιτική σκηνή, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από όσο ήταν φανερό στην εποχή του. Αν και άνθρωπος της καλής ζωής προτιμούσε να διατηρεί τα προσχήματα στο αυστηρών αρχών αθηναϊκό περιβάλλον. Αν και όποτε έφευγε στο εξωτερικό δεν έχανε την ευκαιρία να γευτεί όσες απολαύσεις δεν μπορούσε στην Ελλάδα. Μάλιστα πολλές φορές οι γνωρίζοντες τον χαρακτήρα του έλεγαν πως ο θυρεός του Πατήρ του Έθνους ήταν… ακριβής στην κυριολεξία.

Ο Γ. Βεντήρης ισχυρίζεται ότι ο Γεώργιος Α’ ήταν εμποτισμένος με την δυτική αστική αντίληψη περί συνταγματικής βασιλείας σύμφωνα με την οποία ο βασιλεύς βασιλεύει και δεν κυβερνά. Όμως ο Σπ. Μαρκεζίνης αναφέρει ότι:
«…ουχί σπανίως ηθέλησε να ασκήση ουσιαστικήν εξουσίαν έξω από το πνεύμα της κοινοβουλευτικής βασιλείας και ερριψοκινδύνευσεν δια τούτο».