Political Pedia  >   Υπουργεία

Υπουργεία, Εισαγωγή

Το Σύνταγμα του 1864 διατήρησε όλες τις διατάξεις για τους Υπουργούς του Συντάγματος του 1844. Διαφοροποιούταν μόνο στις διατάξεις «περί της ευθύνης των Υπουργών» γιατί το Σύνταγμα αυτό δεν προέβλεπε Γερουσία:
«Η Βουλή έχει δικαίωμα να κατηγορή τους Υπουργούς ενώπιον επί τούτω δικαστηρίου, όπερ προεδρευόμενον υπό του προέδρου του Αρείου Πάγου, θέλει συγκροτηθή εκ δώδεκα άλλων μελών, άτινα θέλουσι κληρωθή εξ όλων των υπαρχόντων προ της κατηγορίας αρειοπαγιτών, εφετών και προέδρων αυτών.
Η κλήρωσις θέλει γείνει υπό του προέδρου της Βουλής εν δημοσία συνεδριάσει, την δε διαδικασίαν θέλει ορίσει μέχρι της εκδόσεως ειδικού περί τούτου νόμου αυτό τούτο το δικαστήριον.

Ειδικός νόμος θέλει ορίσει τα περί ευθύνης υπουργών, τας επιβλητέας ποινάς και την διαδικασίαν, ο νόμος δε ούτος θέλει καθυποβληθή και ψηφισθή εις την πρώτην συγκροτηθησομένην βουλευτικήν Σύνοδον» (άρθρο 80).
«Μέχρι της εκδόσεως του ειδικού περί ευθύνης υπουργών νόμου, η Βουλή δύναται να κατηγορή αυτούς και το κατά το ανωτέρω άρθρον δικαστήριον να τους δικάζη, ένεκεν εσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, παρανόμου εισπράξεως και πάσης παραβάσεως των όρων του Συντάγματος και των νόμων κατά την ενέργειαν των καθηκόντων των» (άρθρο 81).

«Ο Βασιλεύς δύναται να απονείμη χάριν εις υπουργόν καταδικασθέντα κατά τας ανωτέρω διατάξεις μόνον επί τη συγκαταθέσει της Βουλής» (άρθρο 82).
Το Σύνταγμα του 1911 επαναλαμβάνει τις διατάξεις του Συντάγματος του 1864 για τους Υπουργούς. Παρότι από το 1875 ίσχυε άτυπα η «αρχή της δεδηλωμένης», αυτή δεν περιλήφθηκε στις διατάξεις του Συντάγματος και ο Ανώτατος Άρχοντας (ο Βασιλιάς) διατηρούσε τυπικά το δικαίωμα να διορίζει και να παύει τους υπουργούς (κατ’ επέκταση και τον πρωθυπουργό) κατά την κρίση του.

Χρήση (ή κατάχρηση) αυτού του προνομίου έκανε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ την περίοδο του «Εθνικού Διχασμού» (1915-1917) εξαναγκάζοντας την κυβέρνηση του εκλεγμένου πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλο σε παραίτηση και διορίζοντας κυβερνήσεις της προτίμησής του. Την ίδια «χρήση» έκανε ο βασιλιάς Παύλος το 1955 αναθέτοντας στον Κων. Καραμανλή να σχηματίσει κυβέρνηση μετά το θάνατο του πρωθυπουργού Αλ. Παπάγου, αγνοώντας τους τότε αντιπροέδρους της κυβέρνησης και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β’ στα μετά την 15 Ιουλίου 1965 γεγονότα, αφού είχε αποπέμψει τον εκλεγμένο πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου [α].

Η «αρχή της δεδηλωμένης» διατυπώθηκε την 11 Αυγούστου 1875 από τον βασιλιά Γεώργιο Α’ κατά την ανάγνωση του «Λόγου του Θρόνου», που είχε συντάξει ο Χαρ. Τρικούπης: «…απαιτών ως απαραίτητον προσόν των καλουμένων παρ’ εμού εις την κυβέρνησιν του τόπου την δεδηλωμένην προς αυτούς εμπιστοσύνην της πλεονοψηφίας των αντιπροσώπων του Έθνους….».

Το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας του 1927 πρόβλεπε:
«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει και παύει τον Πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου, επί τη προτάσει δε αυτού τους λοιπούς Υπουργούς» (άρθρο 71)
«Ουδεμία πράξις του Προέδρου της Δημοκρατίας ισχύει ουδέ εκτελείται, αν δεν είναι προσυπογεγραμμένη από τον αρμόδιον Υπουργόν, ο οποίος δια μόνης της υπογραφής του καθίσταται υπεύθυνος.

Εις περίπτωσιν αλλαγής ολοκλήρου του Υπουργικού Συμβουλίου, εάν ο Πρόεδρος αυτού δεν συγκατεθή να προσυπογράψη το Διάταγμα της απολύσεως του παλαιού και του διορισμού του νέου Υπουργικού Συμβουλίου, υπογράφονται ταύτα παρά του Προέδρου του νέου Υπουργικού Συμβουλίου, αφού ούτος, διορισθείς υπό του Προέδρου της Δημοκρατίας, δώση τον όρκον.
Δια πάσαν παράλειψιν του Προέδρου της Δημοκρατίας προς εκτέλεσιν των εν τω Συντάγματι αναγραφομένων υποχρεώσεων αυτού ευθύνεται η Κυβέρνησις, καθώς και δια τας πολιτικάς δηλώσεις αυτού» (άρθρο 72).

«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκαλεί παρ’ εαυτώ το Υπουργικόν Συμβούλιον, οσάκις κρίνει τούτο αναγκαίον, ότε προεδρεύει αυτού» (άρθρο 74). «Την Κυβέρνησιν αποτελεί το Υπουργικόν Συμβούλιον, συγκείμενον από τους Υπουργούς υπό την προεδρίαν του Πρωθυπουργού.
Δύναται δια Διατάγματος, προκαλουμένου υπό του Πρωθυπουργού, να διορισθή είς εκ των Υπουργών Αντιπρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου. Εν ελλείψει τοιούτου ο Πρωθυπουργός ορίζει, οσάκις παρίσταται ανάγκη, ένα εκ των Υπουργών προσωρινόν αναπληρωτήν του» (άρθρο 88).
«Πάντες οι Υπουργοί είναι εξ ολοκλήρου υπεύθυνοι δια την γενικήν πολιτικήν της Κυβερνήσεως, έκαστος δε εξ αυτών ιδιαιτέρως δια τας πράξεις της αρμοδιότητός του» (άρθρο 88).

«Η Κυβέρνησις πρέπει να απολαύη της εμπιστοσύνης της Βουλής. Οφείλει μόλις καταρτισθή και δύναται οποτεδήποτε άλλοτε να ζητήση ψήφον εμπιστοσύνης από την Βουλήν. Εάν κατά τον σχηματισμόν της Κυβερνήσεως έχουν διακοπή αι εργασίαι της Βουλής, καλείται αύτη εντός δέκα πέντε ημερών όπως εκφράση την γνώμην της περί της Κυβερνήσεως.
Η Βουλή δύναται δι’ αποφάσεώς της να αποσύρη την εμπιστοσύνη της από την Κυβέρνησιν ή από μέλος αυτής. Πρότασις περί δυσπιστίας δεν δύναται να υποβληθή ειμή μετά πάροδον δύο μηνών από της απορρίψεως υπό της Βουλής τοιαύτης προτάσεως, πρέπει δε να είναι υπογεγραμμένη υπό είκοσι τουλάχιστον βουλευτών και να καθορίζωνται εν αυτή σαφώς τα θέματα περί τα οποία θέλει στραφή η επί της προτάσεως συζήτησις.

Εξαιρετικώς δύναται να υποβληθή πρότασις περί δυσπιστίας και προ της παρόδου του ανωτέρω διμήνου, εάν είναι υπογεγραμμένη υπό του ημίσεως των βουλευτών.
Η συζήτησις επί της προτάσεως δυσπιστίας δεν δύναται να διεξαχθή προ της παρόδου διημέρου από της υποβολής της, ουδέ να παραταθή πέραν των πέντε ημερών.
Η περί προτάσεως εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας ψηφοφορία δύναται να αναβληθή επί 48ωρον εάν το ζητήσουν είκοσι βουλευταί.
Πρότασις περί εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας δεν δύναται να γίνει δεκτή, εάν δεν ψηφίσουν υπέρ τουλάχιστον τα δύο πέμπτα των βουλευτών.
Κατά την ψηφοφορίαν επί των ανωτέρω προτάσεων δικαιούνται να ψηφίσουν και οι Υπουργοί Βουλευταί» (άρθρο 89).

Μετάβαση σε: << Προηγούμενη Επόμενη >>